Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017


Αὐτά εἶναι ἀπό τό Θεό
Ἡ Ἰωάννα Τσάτσου γράφει γιὰ τὸν ἀδελφό της Γιῶργο Σεφέρη:
… Ἡ μάνα, χωρὶς ποτὲ νὰ μᾶς διδάξει, μᾶς ἄφησε ἀνυπολόγιστη κληρονομιά: τὴν πίστη στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Τ’ ἀγόρια, μὲ τὴν ἀντρίκεια τους αἰδῶ δὲν ἐκφράζονταν εὔκολα, δὲν πήγαιναν συχνὰ στὴν ἐκκλησιά. Ὅμως λίγο νὰ τοὺς γνώριζες, ἔνιωθες ν’ ἀναπνέουν αὐτὴν τὴν παρουσία, νὰ ζοῦν τὴν ὀρθοδοξία ὁλόκληρη.
Αὐτὴ ἡ πίστη παραστάθηκε τὸ Γιῶργο ὡς τὸ τέλος. Κι ἡ προσευχὴ ποὺ γνώρισε παιδάκι ἦταν ἕτοιμη νὰ βρεῖ τὸ δρόμο της. Στὶς ὧρες τὶς κρίσιμες, τὶς ὧρες τὶς γόνιμες, τὴν ἔβλεπα αὐτὴ τὴν ἐκ βαθέων ἔκκληση ν’ ἀνεβαίνη στὰ μάτια του.
Μόνο ἐκεῖνο τὸ ἱερό: «Δοσμένα», λέει πολλά. Τόλεγε καὶ τόγραφε ὁ Γιῶργος σὲ κύριο τίτλο γιὰ τοὺς στίχους του.
– Τί καλὸ ποίημα, «ὁ Βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης».
– Αὐτὰ εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό.
Χαμογέλασε σὰν μοῦ χάρισε τὴ μετάφρασή του τῆς Ἀποκάλυψης:
– Βλέπεις, Ἰωάννα, καθένας ἔχει τὸ δικό του τρόπο νὰ κάνει τὴν προσευχή του.
Καὶ στὸ τέλος, στὴν ἀρρώστια του, ἀκίνητος στὸ δωμάτιο τῆς ἀνάνηψης, κι ἐγὼ καθισμένη στὸ πλαϊνό του σκαμνάκι, μ’ ἀγκάλιαζε μὲ τὸ δεμένο του χέρι, ὅλο μάτια. Ὅταν ἀκόμη μποροῦσε νὰ μιλήσει:
– Ἄναψε τὸ κεράκι σου γιὰ μένα

Ἀπὸ τὸ ἔργο τῆς Ἰωάννας Τσάτσου «Ὁ ἀδερφός μου Γιῶργος Σεφέρης»

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017


Βράδυ
Οἱ γιαγιάδες, μπρὸς στὶς θύρες καθιστές,
μοιάζουν ἥσκιοι, ὅσο σιμώνει ἀργὰ τὸ βράδυ
τὰ παιδιὰ φωνάζουν μέσα στὶς αὐλὲς
καὶ τὸ μάγγανο ὅλο τρίζει στὸ πηγάδι.
Ἡ βοδάμαξα βογγᾶ κι ἀργοπερνᾶ
φορτωμένη ἕνα σωστὸ βουνὸ δεμάτια
καὶ παραπατοῦν τὰ βόδια της τὰ ὀκνὰ
μὲ τὰ ὁλόμαυρα τὰ κουρασμένα μάτια.
Τὰ φορτώματα, ἀπὸ ξύλα καὶ κλαριά,
ἕνα ὁλόκληρο, περνοῦνε, καραβάνι,
καὶ μιὰ βέργα ἀπὸ κομμένη λυγαριὰ
στῆς γιαγιᾶς τὸ μαῦρο σκάλωσε φουστάνι.
Πῆρε βράδυ. Λιγοστεύουν οἱ φωνὲς
καὶ τὸ μάγγανο σωπαίνει στὸ πηγάδι
κι οἱ γιαγιάδες πιὰ σηκώνονται σκυφτὲς
καὶ στὸ λύχνο πᾶν νὰ σιάξουνε τὸ λάδι.

Μιχάλης Στασινόπουλος

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017


Εἶναι μιὰ γλῶσσα μὲ πολὺ αὐστηρὴ γραμματικὴ
Πῆρε νὰ χειμωνιάζει. Πλήθυναν οἱ ἄδειες καρέκλες γύρω μου. Ἔχω πιάσει γωνιὰ καὶ πίνω καφέδες, φουμέρνοντας ἀντικρὺ στὸ πέλαγος. Θὰ μποροῦσα νὰ περάσω ἔτσι μιὰ ζωὴ ὁλόκληρη, ἂν δὲν τὴν ἔχω κιόλας περάσει.
Ἀνάμεσα σὲ μιὰ παλιὰ ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη ἀπ᾿ τὸν ἥλιο κι ἕνα κλωναράκι γιασεμιοῦ τρεμάμενο πού, ἔτσι καὶ συμβεῖ νὰ μοῦ λείψουν μιὰ μέρα, ἡ ἀνθρωπότητα ὅλη θὰ μοῦ φαίνεται ἄχρηστη. Σχεδὸν σοβαρολογῶ. Ἐπειδὴ ἐδῶ δὲν πρόκειται πιὰ γιὰ τὴ φύση, ποὺ αὐτήν, πιστεύω, εἶναι πιὸ σημαντικὸ νὰ τὴ διαλογίζεσαι παρὰ νὰ τὴ βιώνεις, οὔτε κἂν γιὰ τὴν παράδοση. Πρόκειται γιὰ τὴ βαθύτερη ἐκείνη δύναμη τῶν ἀναλογιῶν ποὺ συνέχει τὰ παραμικρὰ μὲ τὰ σπουδαῖα ἢ τὰ καίρια μὲ τὰ ἀσήμαντα, καὶ διαμορφώνει κάτω ἀπὸ τὴν κατατεμαχισμένη τῶν φαινομένων ἐπιφάνεια, ἕνα πιὸ στερεὸ ἔδαφος, γιὰ νὰ πατήσει τὸ πόδι μου - παραλίγο νὰ πῶ ἡ ψυχή μου.
Μέσα σ᾿ ἕνα τέτοιο πνεῦμα εἶχα κινηθεῖ ἄλλοτε, ὅταν ἔλεγα ὅτι ἕνα τοπίο δὲν εἶναι ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνονται μερικοὶ κάποιο, ἁπλῶς, σύνολο γῆς, φυτῶν καὶ ὑδάτων. Εἶναι ἡ προβολὴ τῆς ψυχῆς ἑνὸς λαοῦ ἐπάνω στὴν ὕλη. Θέλω νὰ πιστεύω - καὶ ἡ πίστη μου αὐτὴ βγαίνει πάντοτε πρώτη στὸν ἄγωνά της μὲ τὴ γνώση - ὅτι ὅπως καὶ νὰ τὰ ἐξετάσουμε, ἡ πολυαιώνια παρουσία τοῦ ἑλληνισμοῦ πάνω στὰ δῶθε ἢ ἐκεῖθε του Αἰγαίου χώματα ἔφτασε νὰ καθιερώσει μίαν ὀρθογραφία, ὅπου τὸ κάθε ὠμέγα, τὸ κάθε ὕψιλον, ἡ κάθε ὀξεῖα, ἡ κάθε ὑπογεγραμμένη δὲν εἶναι παρά, ἕνας κολπίσκος, μιὰ κατωφέρεια, μιὰ κάθετη βράχου πάνω σε μιὰ καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοὶ ἀμπελῶνες, ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν, ἀσπράκια ἢ κοκκινάκια, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ ἀπὸ περιστεριῶνες καὶ γλάστρες μὲ γεράνια.
Εἶναι μιὰ γλῶσσα μὲ πολὺ αὐστηρὴ γραμματική, ποὺ τὴν ἔφκιασε μόνος του ὁ λαός, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ δὲν ἐπήγαινε ἀκόμη σχολεῖο. Καὶ τὴν τήρησε μὲ θρησκευτικὴ προσήλωση κι ἀντοχὴ ἀξιοθαύμαστη, μέσα στὶς πιὸ δυσμενεῖς ἑκατονταετίες. Ὥσπου ἤρθαμ᾿ ἐμεῖς, μὲ τὰ διπλώματα καὶ τοὺς νόμους, νὰ τὸν βοηθήσουμε. Καὶ σχεδὸν τὸν ἀφανίσαμε. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τοῦ φάγαμε τὰ κατάλοιπα τῆς γραφῆς του καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τοῦ ροκανίσαμε τὴν ἴδια του τὴν ὑπόσταση, τὸν κοινωνικοποιήσαμε, τὸν μεταβάλαμε σὲ ἕναν ἀκόμα μικροαστό, ποὺ μᾶς κοιτάζει ἀπορημένος ἀπὸ κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας τοῦ Αἰγάλεω. Δὲν ἀναφέρομαι σὲ καμιὰ χαμένη γραφικότητα. Οὔτε θυμᾶμαι νὰ ᾿χω ζήσει σὲ καμιὰ καλὴ ἐποχὴ γιὰ νὰ τὴ νοσταλγῶ. Ἁπλῶς, δὲν ἀνέχομαι τὶς ἀνορθογραφίες. Μὲ ταράζουν. Νιώθω σὰν ν᾿ ἀνακατώνονται τὰ γράμματα στὸ ἴδιο μου τὸ ἐπώνυμο, νὰ μὴν ξέρω ποιὸς εἶμαι νὰ μὴν ἀνήκω πουθενά. Τόσο πολὺ αἰσθάνομαι νὰ εἶναι ἡ ζωή μου συνυφασμένη μ᾿ αὐτὴν τὴν «ὑδρόγεια λαλιά», ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ἡ ὀπτικὴ φάση τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς, τῆς ἱκανῆς μὲ τὴ διπλή της ὑπόσταση νὰ ὁμιλεῖ καὶ νὰ ζωγραφίζει συνάμα. Καὶ ποὺ ἐξακολουθεῖ ἀθόρυβα ὅσο καὶ δραστικά, παρὰ τὶς ἄνωθεν ἐπεμβάσεις, νὰ εἰσχωρεῖ ὁλοένα μέσα στὴν ἱστορία καὶ μέσα στὴ φύση ποὺ τὴ γέννησαν, ἔτσι ὥστε νὰ μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σὲ παρόν, καὶ νὰ μετατρέπεται ἀπὸ τὸ παρὸν αὐτό σε ὄργανο προικισμένο μὲ τὴ δύναμη νὰ ὁδηγεῖ τὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς μας στὴν πρωτογενῆ, φυσική τους ἀλήθεια. Ὅμως, γιὰ νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ αὐτὸ κανείς, πρέπει νὰ ᾿χει περάσει ἀπ᾿ ὅλες τὶς διεργασίες, ὅσες ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ διακρίνει ποῦ κεῖται τὸ καίριο. Τὸ καίριο στὴ ζωὴ αὐτὴ κεῖται πέραν τοῦ ἀτόμου. Μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι ἂν δὲν ὁλοκληρωθεῖ κανεὶς σὰν ἄτομο -κι ὅλα συνωμοτοῦν στὴν ἐποχή μας γι᾿ αὐτὸ- ἀδυνατεῖ νὰ τὸ ὑπερβεῖ.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, ποὺ οἱ περισσότεροι ἀδυνατοῦν, ἐπὶ παραδείγματι, νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ὑγεία ἐπειδὴ δὲν ἔτυχε ν᾿ ἀρρωστήσουν, ἢ ἐπειδὴ -τὸ χειρότερο- θεώρησαν «καίριο» τὴν ἀρρώστια. Ὁ μηχανισμὸς μιᾶς λειτουργίας ὅπως αὐτὴ ἀντανακλᾷ πάνω στὴ λογοτεχνία μας, τὴν καταδυναστεύει, τὴν ὑποβάλλει σ᾿ ἕνα εἶδος παραμορφωτικῆς ἀρθρίτιδας, ποὺ ἐξαιτίας μιᾶς μακρᾶς καὶ συνεχοῦς τακτικῆς ἐκλαμβάνεται ὡς ἡ μόνη φυσιολογική.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017


Καὶ ἂν σὰν ἄνθρωπος πέσῃς...
Νὰ δυναμώνῃς μὲ τὴν πίστη στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴ σκέψη ὅτι τὰ πράγματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ εἶναι πρόσκαιρα καὶ μάταια καὶ ὅτι ὁ μεγαλύτερος θησαυρὸς εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Αὐτὴ τὴν ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς ἀγωνιστὲς κι ὄχι γιὰ τοὺς ῥάθυμους καὶ ὀκνηρούς. Ν᾿ ἀρχίζῃς τὸν ἀγώνα σου μ᾿ ἐνθουσιασμὸ καὶ ὄχι μὲ δειλία, διότι καὶ τὸ ὡραιότερο ἔργο εἶναι ἄχρηστο ὅταν γίνεται ἀπὸ ἄνδρα δίψυχο, ποὺ τὸ ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς του εἶναι μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸ ἄλλο μὲ τὸν κόσμο. Ὁ Θεὸς θέλει ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό μας.
Νὰ ἔχῃς τὴν ἐλπίδα σου βέβαιη στὸν Χριστό, γιὰ νὰ μὴν πάῃ ὁ κόπος σου χαμένος. Ὁ Κύριος εἶναι σπλαγχνικὸς καὶ δίνει τὴ χάρη Του σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὴ ζητᾶνε μ᾿ ἐπιμονή. Τὸν μισθὸ τὸν δίνει ὄχι ἀνάλογα μὲ τὴ δουλειὰ ποὺ κάναμε, ἀλλὰ μὲ τὴν προθυμία ποὺ δείξαμε. Κάνε ὅ,τι μπορεῖς γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου. Προσευχήσου μὲ δάκρυα, διάβαζε τὶς θεῖες Γραφές, κάνε ἐλεημοσύνες. Ἀρκεῖ νὰ θερμαίνῃς τὴν καρδιά σου μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό.
Μὴν ὑπολογίσῃς τὴ φυσικὴ ἀδυναμία τοῦ σώματος καὶ δειλιάσῃς. Διῶξε μακρυὰ τὴ φιλαυτία, τὴν πλεονεξία καὶ τὸν ἐγωϊσμό. Μίσησε τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτωλῆς σάρκας καὶ ἀγωνίσου μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς. Καὶ ἂν σὰν ἄνθρωπος πέσῃς, πάλι νὰ σηκωθῇς καὶ ποτὲ μὴ γυρίσῃς στὴν προηγούμενη ἁμαρτωλὴ ζωή σου. Πάντα μπροστὰ προχώρα μὲ χαρὰ καὶ προθυμία στὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, κι Αὐτὸς θὰ σ᾿ ἀνεβάσει στὴν κορυφὴ τῶν ἀρετῶν.

Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Ἀπὸ ὑαλὶ χρωματιστὸ
Πολὺ μὲ συγκινεῖ μία λεπτομέρεια
στὴν στέψιν, ἐν Βλαχέρναις, τοῦ Ἰωάννη Καντακουζηνοῦ
καὶ τῆς Εἰρήνης Ἀνδρονίκου Ἀσάν.
Ὅπως δὲν εἶχαν παρὰ λίγους πολυτίμους λίθους
(τοῦ ταλαιπώρου κράτους μας ἦταν μεγάλ’ ἡ πτώχεια)
φόρεσαν τεχνητούς. Ἕνα σωρὸ κομμάτια ἀπὸ ὑαλί,
κόκκινα, πράσινα ἢ γαλάζια. Τίποτε
τὸ ταπεινὸν ἢ τὸ ἀναξιοπρεπὲς
δὲν ἔχουν κατ’ ἐμὲ τὰ κομματάκια αὐτὰ
ἀπὸ ὑαλὶ χρωματιστό. Μοιάζουνε τοὐναντίον
σὰν μιὰ διαμαρτυρία θλιβερὴ
κατὰ τῆς ἄδικης κακομοιριᾶς τῶν στεφομένων.
Εἶναι τὰ σύμβολα τοῦ τί ἤρμοζε νὰ ἔχουν,
τοῦ τί ἐξ ἅπαντος ἦταν ὀρθὸν νὰ ἔχουν
στὴν στέψι των ἕνας Κὺρ Ἰωάννης Καντακουζηνός,
μία Κυρία Εἰρήνη Ἀνδρονίκου Ἀσάν. 

Κωνσταντῖνος Καβάφης

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017


Ἡ ζωντανὴ παρουσία
Ὁ κ. Γιῶργος Ἰωαννίδης, γιατρὸς παθολόγος ἀπὸ τὸ Βόλο, (προσωπικὸς τότε γιατρὸς τοῦ τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου) ἀνέφερε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς:
«Φεύγοντας ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, ὅπου εἶχα ἔλθει μὲ τὴν οἰκογένειά μου γιὰ προσκύνημα τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1997, κι ἐνῶ βρισκόμουν στὴν πύλη της, αἰσθάνθηκα μέσα μου μία δυνατὴ ἐπιθυμία νὰ πάω νὰ ξαναπροσκυνήσω τὸν τάφο τοῦ Γέροντα Ἰακώβου. Αἰσθανόμουν ὅπως αἰσθάνεται κάποιος ποὺ ξέχασε πίσω του κάτι πολύτιμο καὶ θέλει νὰ γυρίσει νὰ τὸ πάρει. Πραγματικὰ γύρισα μὲ τὸν γιό μου καὶ στὸ ἕνα μέτρο πρὶν ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Γέροντα βλέπω κάτω στὴ γῆ ἕνα κομποσχοίνι.
Παίρνω τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι μου, τὸ ὑψώνω καὶ τὸ κρατῶ ἐπιδεικτικά, ὥστε ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς γύρω προσκυνητὲς τὸ ἔχασε, νὰ τὸ δεῖ καὶ νὰ ‘ρθεῖ νὰ τὸ πάρει. Ἐκείνη ὅμως ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ἀκούω φωνὴ πίσω μου, ποὺ μοῦ ἔλεγε: «Τί ψάχνεις; Γιὰ σένα εἶναι τὸ κομποσχοίνι». Γυρίζω καὶ σὲ ἀπόσταση ἑνὸς μέτρου βλέπω ὁλοζώντανο τὸν Γέροντα Ἰάκωβο νὰ μοῦ χαμογελᾶ. Τὸν εἶδα ὁλοκάθαρα. Διέκρινα τὴν ὑγρασία τῶν ματιῶν του, τὶς φλεβίτσες στὸ πρόσωπό του, τὴ γενειάδα του, ὅπως τὴν εἶχε. Ἔνιωσα κάτι τὸ ξεχωριστό, συγκλονίστηκα. Αὐτὴ ἡ κυριολεκτικὰ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Γέροντα Ἰακώβου μπροστά μου ἦταν καθοριστικὴ κι ἔβαλε μέσα μου τὴ σφραγίδα περὶ τῆς βεβαιότητας τῆς θείας Παρουσίας».

Ἀρχιμ. Κύριλλος Ἱ. Μ. Ὁσίου Δαυΐδ

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017


Ἀπ' ὅλα τ΄ ἄστρα τ΄ οὐρανοῦ
Ἀπ' ὅλα τ΄ ἄστρα τ΄ οὐρανοῦ ἕνα εἶναι ποὺ σοῦ μοιάζει,
ἕνα ποὺ βγαίνει τὸ πουρνό, ὅταν γλυκοχαράζει.

Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποιά βρύση σὲ ποτίζει, 
ποὺ στέκεις πάντα δροσερὸ κι' ἀνθεῖς καὶ λουλουδίζεις; 

Μὰ σὺ ΄σαι μιὰ βασίλισσα, π' ὅλον τὸν κόσμο ὁρίζεις, 
σὰ θέλης παίρνεις τὴ ζωή, σὰ θέλης τὴ χαρίζεις. 

Ὄντε σ' ἐγέννα ἡ μάννα σου, ὁ ἥλιος ἐκατέβη 
καὶ σοῦ ΄δωκε τὴν ὀμορφιὰ καὶ πάλι μετανέβη.

Ποιός ἥλιος λαμπερότατός σοῦ ΄δωκε τὴν ἀνθάδα,
καὶ ποιά μηλιά, γλυκομηλιά, τὴ ροδοκοκκινάδα; 

Σὰν τί τὸ θέλει ἡ μάννα σου τὴ νύχτα τὸ λυχνάρι, 

ὁπ΄ όχει μέσ' 'ς τὸ σπίτι της τ' Αὐγούστου τὸ φεγγάρι.