Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018



Φῶς ἱλαρὸν
Αὐτὸ εἶναι τὸ «Φῶς ἱλαρόν». Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τό ‘βλεπα τὸ βράδυ ποὺ βασίλευε ὁ ἥλιος, ἐξωτικό, χρυσοκκόκινο, νὰ χρυσώνει τὰ σπίτια, τὰ μικρὰ τὰ βουνά, τὰ βράχια, τὰ πανιὰ τῶν καραβιῶν, σὰν νὰ ἤτανε χρυσοκαπνισμένα.
Τὸ θέαμα ἤτανε πανηγυρικό, κ’ ἔπεφτα σὲ ἔκσταση, σὰν νὰ ἐρχότανε ἐκεῖνο τὸ φῶς ἀπὸ ἕναν ἄλλον κόσμο, ἀπὸ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, κατὰ κεῖ ποὺ βασιλεύει ὁ ἥλιος.
Πόσο ποιητικὰ ἐκφράζει ὁ λαός μας τὴ μεγαλοπρέπεια ποὺ ἔχει ἐκείνη ἡ ἱερὴ ὥρα, λέγοντας πὼς ὁ ἥλιος «βασιλεύει». Ἀληθινά, ποιός βασιλιὰς ντύθηκε ποτὲ μὲ τέτοια πορφύρα; Θά ‘λεγε κανένας πὼς δὲν εἶναι ὁ ἥλιος αὐτὸς ὁ βασιλέας, ἀλλὰ ὁ Χριστός, ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων.
Φώτης Κόντογλου

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018



Ὅλος ὁ κόσμος βράζει σὰν σὲ καζάνι
-Γέροντα θὰ γίνη πόλεμος;
-Ἐσεῖς κάνετε προσευχή; Ἐγὼ ἔχω ἀπὸ τὴν ἄνοιξη μέχρι τὸ φθινόπωρο ποὺ κάνω ἐπιστράτευση προσευχῆς -ἀθόρυβα-, γιὰ νὰ μᾶς λυπηθῆ ὁ Θεός, νὰ ἀποφύγουμε τὴν ἐπιστράτευση καὶ τὸν πόλεμο. Εἶχα πληροφορία: «Κάνετε πολλὴ προσευχή, γιὰ νὰ ἐμποδιστοῦν οἱ Τοῦρκοι, διότι τὴν Κυριακὴ 16 Ὀκτωβρίου, ἔχουν σκοπὸ νὰ μᾶς χτυπήσουν» (εἰπώθηκε τὸν Νοέμβριο τοῦ 1983. Ἡ πληροφορία δὲν ἦταν ἀνθρώπινη ἀλλὰ θεϊκή). Δόξα τῷ Θεῶ, μέχρι στιγμῆς μᾶς φύλαξε ἡ Παναγία, ἂς εὐχηθοῦμε νὰ μᾶς προστατεύσει καὶ στὴ συνέχεια.
-Γέροντα, τώρα ποὺ πέρασε ἀπὸ ἐδῶ ὁ κίνδυνος, θὰ συνεχίσουμε νὰ προσευχώμαστε γι’ αὐτὸ τὸ θέμα;
–Μήπως ὑπάρχει τόπος χωρὶς πόλεμο; Τί θὰ πῆ «ἐδῶ» καὶ «ἐκεῖ»; Καὶ ἐκεῖ ποὺ τώρα ἔχουν πόλεμο ἀδελφοί μας εἶναι. Ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα δὲν εἴμαστε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι; Μοιράστηκε ὅμως ἡ οἰκογένειά μας, ἄλλοι εἶναι ἐδῶ, ἄλλοι ἐκεῖ. Μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους εἴμαστε ἀδελφοὶ καὶ κατὰ σάρκα καὶ κατὰ πνεῦμα, ἐνῶ μὲ τοὺς ἄλλους εἴμαστε ἀδελφοὶ μόνον κατὰ σάρκα. Ἑπομένως, γιὰ ἕναν λόγο παραπάνω, πρέπει νὰ προσευχόμαστε μὲ περισσότερο πόνο γι’ αὐτούς, γιατί αὐτοὶ εἶναι πιὸ ταλαίπωροι.
-Γέροντα, αὐτὸ τὸ διάστημα ποὺ τὰ πράγματα εἶναι δύσκολα γιὰ τὴν Ἑλλάδα, κάνω πολὺ κομποσχοίνι, ἀλλὰ σκέφτομαι καὶ ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδας δὲν κρέμεται ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι μου.
-Δὲν εἶναι ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδας κρεμάστηκε ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι σου, ἀλλὰ τὸ νὰ σκέφτεσαι συνέχεια τὴν δυσκολία ποὺ περνάει ἡ Ἑλλάδα σημαίνει ὅτι πονᾶς τὴν πατρίδα καὶ ζητᾶς τὴν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ βοηθήση.
Νὰ προσεύχεσθε νὰ ἀναδείξη ὁ Θεὸς πνευματικοὺς ἀνθρώπους, Μακκαβαίους, γιατὶ ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη. Ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ πολεμήση τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, γιατὶ τὴν παρανομία τὴν ἔχουν κάνει νόμο καὶ τὴν ἁμαρτία μόδα. Ὅταν ὅμως δεῖτε συμφορὲς στὴν Ἑλλάδα, τὸ κράτος νὰ βγάζη παλαβοὺς νόμους καὶ νὰ ὑπάρχη γενικὴ ἀστάθεια, μὴ φοβηθῆτε, θὰ βοηθήση ὁ Θεός.
-Ἔτσι ὅπως τὰ λέτε, Γέροντα, πρέπει νὰ τὰ ἀφήσουμε ὅλα καὶ νὰ δώσουμε τὶς δυνάμεις μας στὴν προσευχή.
-Μά, χωράει συζήτηση γι’ αὐτὸ τὸ πράγμα; Ὅλος ὁ κόσμος βράζει σὰν σὲ καζάνι. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ πολιτεία, ὅλα τὰ ἔθνη εἶναι ἄνω-κάτω! Καὶ τί ἐξέλιξη θὰ ἔχουμε κανεὶς δὲν τὸ ξέρει. Ὁ Θεὸς νὰ βάλει τὸ χέρι του! Ὅσο μπορεῖτε, νὰ εὔχεσθε ταπεινὰ γιὰ τὸν κόσμο ποὺ ἔδωσε πολλὰ δικαιώματα στὸν πονηρὸ καὶ ταλαιπωρεῖται.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018



Ἤξιζε διὰ δέκα ἐφημερίδας...
Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Φεβρουαρίου 1874.
Σεβαστέ μοι πάτερ,
Μὲ τὸ τελευταῖον ἀτμόπλοιον δὲν σᾶς ἔστειλα γράμμα, διότι δὲν εὗρον ἐπιβάτην τινὰ εἰς ὃν νὰ τὸ δώσω. Τὰ δὲ ταχυδρομεῖα τῆς ξηρᾶς ἦσαν πρὸ πολλοῦ διακεκομμένα, ἕνεκα τοῦ σφοδροῦ χειμῶνος, ὅστις ἐμάστισεν ἐφέτος τὴν Στερεάν· ὡς καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας εἴχομεν δὶς ἢ τρὶς ἄφθονον χιόνα καὶ ψῦχος ὑπερβολικόν. Δὲν ἔλαβον δὲ καὶ ἐγὼ ἐπιστολήν σας διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου. Ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ἦλθεν ὁ θεῖος Μωραΐτης, ὅστις ἄξιζε διὰ δέκα ἐπιστολάς, καὶ τὸν ἀπηλαύσαμεν ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα. Ἦλθε δὲ καὶ ἡ θειὰ Ἀλεξανδρὼ τοῦ Ἀλογάκη, ἥτις ἤξιζε διὰ δέκα ἐφημερίδας, διότι μᾶς εἶπε τὰ νέα ὅλα τῆς Σκιάθου, ἐπίσημα καὶ ἀνέκδοτα.
Ὁ θεῖός μου Μωραΐτης ὡμίλησεν εἰς τὸν Ἅγ(ιον) Χαλκίδος, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ τελειώσῃ ἤδη καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Πιστεύω δὲ λέγω ὄχι διότι ὑπεσχέθη νὰ ὑπογράψῃ τὸ ἔγγραφον, ἂν καὶ τὸ ὑπεσχέθη, ἀλλὰ διότι ἤλλαξεν ἡ πολιτική, καὶ διὰ τοῦτο θὰ φυλάξῃ τὴν ὑπόσχεσίν του αὐτὴν την φοράν.
Παρέλειψα δὲ νὰ σᾶς γράψω ὅτι ἔλαβα μὲ τὸν Δημ. Ἀποστόλου τὴν ἐπιστολήν σας καὶ μίαν φανέλλαν, καθὼς καὶ δύο ἄλλας ἐπιστολὰς (τὴν μίαν τοῦ ἀδελφοῦ Γεωργάκη), διὰ μέσου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χαλκίδος.
Σᾶς ἀσπάζομαι τὴν χεῖρα. Μῆτέρ μου, σοῦ φιλῶ τὴν δεξιάν.
Ὁ υἱός Σας
Ἀλέξ. Παπᾶ Ἀδαμαντίου
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018


Εὐκαιρία νὰ δώσετε ἐξετάσεις
Ὅταν ἤμουν στὴν μονὴ Στομίου, ἦταν κάτω στὴν Κόνιτσα ἕνας παπὰς ποὺ μὲ ἀγαποῦσε ἀπὸ λαϊκὸ ἀκόμη. Μιὰ Κυριακὴ εἶχα κατεβεῖ νὰ λειτουργηθῶ στὴν Κόνιτσα. Ἡ ἐκκλησία ἦταν γεμάτη κόσμο. Τὴν στιγμὴ ποὺ ἔμπαινα, ὅπως συνήθιζα, στὸ ἱερό, εἶπα μέσα μου: «Θεέ μου, βάλε ὅλους αὐτοὺς τοὺς πιστοὺς στὸν Παράδεισο κι ἐμένα, ἂν θέλεις, βάλε με σὲ μιὰ ἀκρούλα».
Ὅταν πλησίασε ἡ ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας, ἐνῶ αὐτὸς ὁ παπὰς πάντα μὲ κοινωνοῦσε μέσα στὸ Ἱερό, γύρισε πρὸς τὸ μέρος μου καὶ φώναξε δυνατά:
«Βγὲς ἀπὸ τὸ Ἱερὸ νὰ κοινωνήσεις ἀπ’ ἔξω τελευταῖος, γιατὶ εἶσαι ἀνάξιος». Βγῆκα ἔξω, χωρὶς νὰ πῶ τίποτε. Πῆγα στὸ ἀναλόγιο καὶ ἄρχισα νὰ διαβάζω τὴν ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως. Ὕστερα, καθὼς πήγαινα τελευταῖος νὰ κοινωνήσω, εἶπα μέσα μου: «Ὁ παπὰς φωτίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ μοῦ ἀποκάλυψε ποιὸς εἶμαι. Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με, τὸ κτῆνος».
Μόλις κοινώνησα, αἰσθάνθηκα μέσα μου μεγάλη γλυκύτητα. Ὅταν τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία, μὲ πλησιάζει ὁ παπὰς συντετριμμένος:
«Συγχώρεσέ με! μοῦ λέει. Πῶς τὸ ἔκανα αὐτό! Ἐγὼ μπροστά σου δὲν ἔβαζα οὔτε τὰ παιδιά μου οὔτε τὴν παπαδιά, οὔτε τὸν ἑαυτό μου. Τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔπαθα!». Ἔπεφτε κάτω, μοῦ ἔβαζε μετάνοια. Μοῦ ζητοῦσε συγγνώμη, προσπαθοῦσε νὰ μοῦ φιλήσει τὰ χέρια.
«Παπά μου, τοῦ λέω, μὴ στενοχωριέσαι. Δὲν φταῖς ἐσύ, ἐγὼ φταίω. Σὲ χρησιμοποίησε ὁ Θεὸς ἐκείνη τὴν στιγμή, γιὰ νὰ δοκιμάση ἐμένα».
Ὁ παπὰς δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει τί τοῦ ἔλεγα καὶ τελικά, νομίζω, δὲν τὸν ἔπεισα. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν ἐξαιτίας τῆς προσευχῆς ποὺ εἶχα κάνει. Κι ἐσεῖς, ὅταν βλέπετε μία ἀδελφὴ νὰ παραφέρεται καὶ νὰ σᾶς μιλάει ἄσχημα, νὰ ξέρετε ὅτι τὶς περισσότερες φορὲς ἡ αἰτία εἶναι ἡ προσευχὴ ποὺ κάνετε.
Ἐπειδὴ δηλαδὴ ζητᾶτε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σᾶς δώση ταπείνωση, ἀγάπη, κ.λπ., παίρνει ὁ Θεὸς γιὰ λίγο τὴν Χάρη Του ἀπὸ τὴν ἀδελφὴ καὶ σᾶς ταπεινώνει καὶ σᾶς στενοχωρεῖ. Ἔτσι σᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ δώσετε ἐξετάσεις στὴν ταπείνωση, στὴν ἀγάπη. Ἂν ταπεινωθεῖτε, θὰ ὠφεληθεῖτε. Ὅσο γιὰ τὴν ἀδελφή, θὰ λάβει διπλὴ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ: καὶ γιατὶ τῆς πῆρε ὁ Θεὸς τὴν Χάρη, γιὰ νὰ δοκιμάσει ἐσᾶς, καὶ γιατὶ ταπεινώθηκε μὲ τὸ σφάλμα της καὶ ζήτησε συγχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁπότε καὶ ἐσεῖς ἐργάζεσθε στὴν ταπείνωση καὶ ἐκείνη γίνεται καλύτερη.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018



Ἐμεῖς θ' ἀγωνιζόμαστε
-Γέροντα, κανεὶς προσπαθεῖ νὰ προετοιμάζεται ὅσο μπορεῖ γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ὅμως βλέπει ὅτι ὁ ἐχθρὸς δὲν κάθεται, δηλαδὴ φέρνει λογισμοὺς πολλὲς φορὲς αἰσχρούς, βλασφήμους, ρυπαρούς, Τότε τί κάνει, τί πρέπει, πῶς νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσει;
- Ἄκουσε νὰ δεῖς, ἄνθρωποι εἴμεθα. Ἔ, ἄνθρωποι εἴμεθα, δὲν εἴμεθα ἄγγελοι. Φέρνει καὶ λογισμοὺς αἰσχρούς, φέρνει καὶ λογισμοὺς ὑπερηφανείας, φέρνει καὶ λογισμοὺς κατακρίσεως, ὅλα. Ἐμεῖς θ' ἀγωνιζόμαστε.
Ἄλλη φορὰ ἦρθε κάποιος ἐδῶ πέρα καὶ μὲ τὴν ὁμιλία προβήκαμε σὲ κατάκριση. Ἔπειτα πάω νὰ λειτουργήσω καὶ δὲν μπορῶ νὰ πῶ τὶς εὐχές. Βρέ, τί ἔκανα; λέω. Μπρός! Ἦρθε ὁ τάδε γείτονας καὶ κατακρίναμε κάτι δεσποτάδες καὶ τὸ αὐτό. Ἀπάνω στὴ Λειτουργία, λειτουργώντας, λέω: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με. Συγχώρεσέ με, Θεέ μου. Ἔσφαλα, Θεέ μου. Γιὰ ποιὸν εἶναι τὸ "ἔσφαλα", Θεέ μου; Ὑπάρχει καὶ γιὰ μένα συγχωρητικὴ εὐχή», λέω. «Ἔ, καλά, Θεέ μου, εὐλόγησον». Καὶ στὸ τέλος εἰρήνευσα καὶ λέω: «Ἅμα θέλεις ἄλλη φορά, κατάκρινε!»
Μεγάλο πράγμα εἶναι, μεγάλο κακὸ εἶναι ἡ κατάκρισις. Ἔ, ὡς ἄνθρωποι θὰ σφάλλουμε, παιδί μου. Ἀλλὰ τί; Καὶ ἡ ἐξομολόγησις εἶναι μυστήριο, παιδί μου.
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018



Σταυροὺς ἔχω κολλημένους εἰς τὸ σῶμα μου
Τελείωσαν οἱ ἐκλογές. Βῆκε ὁ Κωλέτης. Ὅτ᾿ ἦταν καὶ ἡ προσπάθειά μας αὐτείνη. Βήκαν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα βουλευταὶ ὁ Μεταξᾶς, ὁ Καλλεφουρνᾶς κι ὁ Βλάχος. Εἶπε ὁ Πρωτοϋπουργὸς νὰ κάμη κ᾿ ἐμένα γερουσιαστὴ καὶ ῾πασπιστὴ τοῦ Βασιλέως. Τοῦ εἶπα· «Ἐγὼ φκαριστιῶμαι ὁποῦ μπήκετε εἰς τὰ πράματα καὶ λείψαμεν ἀπὸ τὰ κακά, καὶ δὲν θέλω τίποτας. Τὸ ἴδιο εἶναι καὶ νὰ εἶμαι καὶ νὰ μὴν εἶμαι. – Ὄχι, ἀγαπητέ μου, μοῦ λέγει, πρέπει νὰ μπῆς καθὼς μιλήσαμεν καὶ μὲ τὸν Γαρδικιώτη, νὰ τηράξωμεν κι᾿ ὅποτε βροῦμεν τὴν περίσταση συνφώνως καὶ τὰ ἔξω. Καὶ πρέπει νὰ εἶσαι εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ῾πασπιστής. Καὶ θὰ σοῦ δώσω καὶ τὸν Μεγαλόσταυρον. – Τοῦ λέγω, ἀπὸ αὐτὰ δὲν θέλω τίποτας, οὔτε ἡ ὑγεία μου μοῦ τὸ συχωρεῖ διὰ ῾πηρεσίες. Καὶ σταυροὺς ἔχω κολλημένους εἰς τὸ σῶμα μου, ὁποῦ μοῦ τοὺς ἔδωσαν τὰ ντουφέκια τῶν Τούρκων καὶ δὲν μοῦ τοὺς παίρνει κανένας κι᾿ οὔτε ξεκολλᾶνε ἀπὸ τὸ σῶμα μου ὅσο νὰ πάγω εἰς τὸν τάφο. Ὅμως ἕνα σὲ περικαλὼ· εἰς τὴν πρωτεύουσα ἐδῶ νὰ βάλης ἕναν τίμιο δοικητή, ἕναν ἀστυνόμον τοιοῦτον, ἕναν ἀγρονόμον διὰ νὰ φυλᾶν τὴν τάξη. Ὅτ᾿ εἶναι καὶ ξένοι ἄνθρωποι καὶ θὰ κατηγοριέσαι ἐσὺ καὶ οἱ συντρόφοι σου. Καὶ νὰ βάλης καὶ δυὸ ἀρχηγοὺς τῆς ἐθνοφυλακῆς εἰς τὰ Ντερβένια καὶ εἰς τὸν δρόμον τῆς Χαλκίδος ν᾿ ἀραδίζουν οἱ ἄνθρωποι ἐλεύτερα, νὰ μὴν τοὺς γυμνώνουν καὶ κατηγοριέται ἡ πατρίδα καὶ ἐσύ· καὶ θὰ μᾶς λένε θερία ὁ ξένος κόσμος. Ὅτι τώρα εἶναι οἱ Βουλὲς καὶ θ᾿ ἀραδίζουν πολὺς κόσμος. Βάλε ἀρχηγοὺς ἀξιωματικούς της μπιστοσύνης σου· βάλε ἀπὸ τὸν Ρωπὸ τὸν Σκουρτανιώτη ὁποῦ ῾ναι φίλος σου, κατὰ τῆς Φήβας τὸν δρόμον τὸν Κριεκούκη, ὁποῦ ῾ναι κι᾿ αὐτὸς φίλος σου καὶ ντόπιοι καὶ οἱ δυό. Τὸ ἴδιον κᾶμε καὶ σὲ ὅλον τὸ Κράτος νὰ σβέση ἡ διχόνοια καὶ νὰ ἑνωθῆ πίσου τὸ Ἔθνος, νὰ μὴν εἴμαστε εἰς αὐτείνη τὴν ἄχλια κατάστασιν καὶ νὰ σκοτώνωνται ἄνθρωποι κάθε ὀλίγον· εἴμαστε λίγοι καὶ νὰ μὴν χαθοῦμεν ἀδίκως. – Μοῦ λέγει, σὲ εὐκαριστῶ, ἀγαπητέ, διὰ τὴν πρότασίν σου· εἶναι πατριωτικὴ καὶ θὰ τὴν ἀκολουθήσω. Εἶναι χρέος μου».
Καὶ σύναξε σὲ ὀλίγον καιρὸν καὶ τρογύρισε τὴν πρωτεύουσα μὲ τοὺς πλέον μπερμπάντες. Κι᾿ ἀστυνόμο – ἔβγαλε ἕναν ἀπὸ τὴν φυλακή, Γιαννάκη Κυργιακὸ τὸν λένε. Κι᾿ ὁ δήμαρχος κι᾿ αὐτὸς ὁ καλὸς ἄνθρωπος ὁ Κυργιακὸς φίλοι στενοί του Καλλεφουρνά· καὶ τοιοῦτο καὶ τὸ Δημοτικὸν Συνβούλιον· ὅτι τραβηχτήκαμεν οἱ ἄλλοι ἀπὸ μέσα, ὅσ᾿ εἴχαμεν συνείδησιν. Δὲν κόταγε ἄνθρωπος νὰ περπατήσῃ τὴν νύχτα εἰς τοὺς δρόμους. Τοιοῦτοι ὅλοι αὐτεῖνοι καὶ οἱ κλήτορες. Καὶ γίνονταν οἱ μεγαλύτερες κλεψὲς κι᾿ ἀτιμίες· καὶ σκότωμα τὴν νύχτα τοὺς τίμιους ἀνθρώπους, ὅσοι δὲν ἦταν μ᾿ αὐτοὺς καὶ εἶχαν καὶ κατάστασιν. Ἀπὸ τὸν Περαία ὡς ἐδῶ γύμνωναν τοὺς ἐμπόρους καὶ δὲν μποροῦσαν οἱ ἄνθρωποι νὰ κάμουν τὴν δουλειά τους μόνοι τους, νὰ πᾶνε ἀπάνου καὶ κάτου χωρὶς συντροφιά. Κι᾿ ὅποτε ἔρχονταν χρήματα τοῦ ταμείου ἔπρεπε νὰ τὰ συντροφέψουν μὲ δύναμη εἰς τὴν Οἰκονομία ἀπὸ τὸν Περαία. Καὶ σκότωσαν καὶ γύμνωσαν τόσους ἀνθρώπους.
Στρατηγὸς Μακρυγιάννης

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018



Ὁ ἄθεος πολιτισμὸς
Τί εἶναι ὁ ἄθεος πολιτισμός; Εἶναι τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀνθρώπινη περηφάνεια, ἡ πολύχρωμη σκόνη, τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι μαζεύουν καὶ προσέχουν, ἀλλὰ ὁ ἀέρας τοῦ χρόνου τὴν σκορπίζει σὰν στάχτη.
Τί εἶναι ὁ πολιτισμὸς ὅταν συγκρίνεται μὲ τὸν Θεό; Καπνὸς καὶ στάχτη, παιδικὸ παιχνίδι.
Τί εἶναι ὁ πολιτισμὸς σὲ σύγκριση μὲ τὸν ἄνθρωπο; Μηδέν. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζωντανὸ πλάσμα καὶ ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὁ πολιτισμὸς εἶναι μηχανικὴ δημιουργία χωρὶς ζωή, ἀνθρώπινο ἔργο. Ὁ Θεὸς μὲ πάρα πολὺ αὐστηρὸ τρόπο τιμώρησε τοὺς λαοὺς οἱ ὁποῖοι λάτρευαν τὶς δικές Του δημιουργίες: τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι, τὰ ἀστέρια, τὰ ζῶα, τὰ δέντρα, τὶς πέτρες. Πῶς νὰ μὴν τιμωρήσει ἐκείνους ποὺ λατρεύουν τὰ ἀνθρώπινα ἔργα, ποὺ εἶναι ἀσήμαντα σὲ σύγκριση μὲ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ;
Τί εἶναι πολιτισμός; Εἶναι χρωματιστὸ χαρτὶ ἢ πελεκημένο δέντρο, ἢ σμιλευμένη πέτρα, ἢ σωρὸς ἀπὸ πέτρες, ἢ ἕνα ποίημα ἢ ἕνα σχέδιο ρούχου, ἢ μία ἀτμομηχανή, ἢ μία ἠλεκτρικὴ μηχανή, ἢ μία μαγνητικὴ μηχανὴ ἢ ἕνας δρόμος. Αὐτὰ εἶναι πολιτισμὸς καὶ τίποτε ἄλλο. Σ' αὐτὰ προσκύνησαν οἱ Εὐρωπαῖοι θεωρώντας τα θεότητες μὲ τὴν παρακίνηση τῶν Ἑβραίων.
Στὸ μυαλὸ αὐτῶν τῶν νέων εἰδωλολατρῶν ὑπάρχει ὁ λογισμὸς πὼς δὲν εἶναι τίποτε νὰ σκοτώσει κανεὶς ἕναν ἄνθρωπο, εἴτε ἕνα ἑκατομμύριο ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἶναι κακὸ νὰ σπάσει κανεὶς ἕνα ἄγαλμα ἀπὸ μάρμαρο, ἕνα ἔργο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Στὸ μυαλὸ αὐτῶν τῶν νέων εἰδωλολατρῶν θεωρεῖται πὼς δὲν εἶναι τίποτε, ἂν κάποιος ξεκινήσει ἕνα πόλεμο, κάψει χωριά, πόλεις καὶ μὲ τὴν πείνα, τὴ φωτιά, τὸ σπαθί, καταστρέψει ὁλόκληρους λαούς. Ἂν ὅμως κάποιος κάψει ἕνα πίνακα ζωγραφικῆς, εἴτε κάποιος καταστρέψει μία βιβλιοθήκη μὲ ἕνα ἑκατομμύριο ἀθεϊστικὰ βιβλία, εἶναι ἄγριος, εἶναι ἀληθινὰ ἄθεος, ἐπειδὴ δὲν σεβάστηκε τὴ μοναδικὴ θεότητά τους, τὸν πολιτισμό...
Ἅγιος Νικόλαος Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος