Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012


Ὁ ἄγγελός μου

Εἶχε ἔρθει στό Γενικό Κρατικό Νοσοκομεῖο Ἀθηνῶν γιά τά προβλήματα πού εἶχε μέ τήν καρδιά του. Μόλις ἔμαθα ὅτι ἦταν ἐκεῖ, πῆγα νά τόν δῶ. Ἦταν ἡ μέρα πού τόν εἶχαν μετακινήσει ἀπό τή Μονάδα Ἐντατικῆς Παρακολούθησης σ' ἕνα δωμάτιο μέ τρία κρεβάτια κι ἕνα ράντζο, πάνω στό ὁποῖο εἶχαν βάλει τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Ἡ πρώτη ἐντύπωσή μου, μόλις τόν εἶδα, εἶναι κάτι πού δέν περιγράφεται. Ἄν σᾶς πῶ ὅτι ὅ ἄνθρωπος αὐτός ἀκτινοβολοῦσε, θά εἶναι λίγο. Ἡ μορφή του ἦταν τό κάτι ἄλλο, πράγματι ἀκτινοβολοῦσε.
Τήν ὥρα πού μπῆκα στό δωμάτιό του, ἦταν ἐκεῖ οἱ γιατροί, πού ἔκαναν τήν καθημερινή ἐπίσκεψή τους στούς θαλάμους τῶν ἀσθενῶν. Κατά σύμπτωση οἱ γιατροί ἐκεῖνοι ἦταν πρώην φοιτητές μου στό Πανεπιστήμιο. Ἔτσι, μόλις μέ εἶδαν, ἦρθαν κοντά μου καί μέ ἐνημέρωσαν γιά τήν κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ Γέροντα. Ὅταν τελείωσαν κι ἔφυγαν οἱ γιατροί, πῆγα καί κάθησα δίπλα στόν Γέροντα Ἰάκωβο, ὁ ὁποῖος, μόλις μέ εἶδε, μοῦ εἶπε τό ἑξῆς, τό ὁποῖο μ' ἔκανε πραγματικά ν' ἀνατριχιάσω, γιατί ἦταν κάτι πού δέν εἶχα σκεφτεῖ ποτέ.
-Δέν σέ ξέρω, πρώτη φορά σέ βλέπω. Ἀλλά βλέπω ὅτι πίσω σου στέκεται ὁ ἄγγελός σου.
Μέ συγκλόνισε κυριολεκτικά αὐτό πού μοῦ εἶπε. Δέν τό λέω γιά ὑπερηφάνεια. Καί πρόσθεσε:
-Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἄγγελο. Ἀλλά τόν δικό σου τόν εἶδα. Πρόσεξε νά μή τόν διώξεις ἀπό κοντά σου.
Ἀνατριχιάζω ὁλόκληρος κάθε φορά πού τό σκέφτομαι, τό ἴδιο ὅπως τήν ὥρα ἐκείνη. Καί ὁλοκλήρωσε ὁ Γέρων Ἰάκωβος:
-Αὐτός ὁ ἄγγελος ἔχει κατονομασθεῖ τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς σου. Ἀπό τότε σέ συνοδεύει καί δέν πρέπει νά φεύγει ἀπό κοντά σου. Εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος τελικά θά πάρει τήν ψυχή σου στά χέρια του καί θά τήν ὁδηγήσει τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Καί ὅταν θά ἔρχονται οἱ δαίμονες καί θά λένε «αὐτός ἔκανε ἐκεῖνο, ἔκανε τό ἄλλο, διέπραξε αὐτή τήν ἁμαρτία καί τήν ἄλλη», τότε ὁ ἄγγελός σου θά λέει «ναί, τά ἔκανε αὐτά, ἀλλά ταυτόχρονα ἔκανε κι αὐτό τό καλό, ἔκανε καί τό ἄλλο καλό». Αὐτός εἶναι ὁ δικηγόρος, πού θά σέ ὑποστηρίξει. Πρόσεξε, λοιπόν, νά μή τόν ἀπομακρύνεις. Τόν εἶδα νά εἶναι κοντά σου.
Ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα, οὐδέποτε σταμάτησα νά ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι δίπλα μου ὑπάρχει ἕνας ἄγγελος, ὁ δικός μου, προσωπικός ἄγγελος. Αὐτό εἶναι ἕνα μέγα μήνυμα χαρᾶς πρός ὅλους ὅσους βαπτιστήκαμε Ὀρθόδοξοι χριστιανοί.
Ὅταν ἔβλεπες τόν Γέροντα Ἰάκωβο εἶχες τήν αἴσθηση ὅτι ἦταν ἄλλου κόσμου, ὅτι μιλοῦσε μέν γιά τά προβλήματά σου, ἀλλά μέ μία ἄλλη προοπτική. Καταλάβαινες ὅτι, ὄντας δίπλα σου, ζοῦσε κάπου ἀλλοῦ. Κι αὐτό σέ γέμιζε μ' ἕνα αἴσθημα πανηγύρεως. Καί σοῦ μετέδιδε ὅτι κι ἐσύ εἶσαι γιά ἀλλοῦ πλασμένος, ὅτι δέν εἶσαι γιά ἐδῶ.  
   
Γεώργιος Παπαζάχος

Τετράδιο 132 * Φεβρουάριος 2011

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012


Παιδικὴ Πασχαλιά

Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνησε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾿ ἐνῷ ἐσήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τήν ὕπαιθρον, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειράς λαμπάδων.
Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τοὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα, ὡς νὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἶμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!». Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τάς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! Τί θρίαμβος! Φαντασθῆτε ὡραίας μικράς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾿ ὁ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.
Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεία ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸν πρόναον, καὶ τινες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας.
Εἷς δ᾿ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίαν, εἰς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾿ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετράδιο 134 * Ἀπρίλιος 2011

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Σκῦρος 2010






Εἰπέ μοι, τέκνον, πῶς ἐνεσπάρης μοι

Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ ἤνοιξε, δεῦτε ἴδωμεν·
τὴν τρυφὴν ἐν κρυφῇ ηὕραμεν, δεῦτε λάβωμεν
τὰ τοῦ παραδείσου ἐντὸς τοῦ σπηλαίου·
ἐκεῖ ἐφάνη ῥίζα ἀπότιστος βλαστάνουσα ἄφεσιν,
ἐκεῖ ηὑρέθη φρέαρ ἀνόρυκτον,
οὗ πιεῖν Δαυὶδ πρὶν ἐπεθύμησεν·
ἐκεῖ παρθένος τεκοῦσα βρέφος
τὴν δίψαν ἔπαυσεν εὐθὺς τὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαυίδ·
διὰ τοῦτο πρὸς τοῦτο ἐπειχθῶμεν ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.
Ὁ πατὴρ τῆς μητρὸς γνώμῃ υἱὸς ἐγένετο,
ὁ σωτὴρ τῶν βρεφῶν βρέφος ἐν φάτνῃ ἔκειτο·
ὃν κατανοοῦσα φησὶν ἡ τεκοῦσα·
«Εἰπέ μοι, τέκνον, πῶς ἐνεσπάρης μοι ἢ πῶς ἐνεφύης μοι·
ὁρῶ σε, σπλάγχνον, καὶ καταπλήττομαι,
ὅτι γαλουχῶ καὶ οὐ νενύμφευμαι·
καὶ σὲ μὲν βλέπω μετὰ σπαργάνων,
τὴν παρθενίαν δὲ ἀκμὴν ἐσφραγισμένην θεωρῶ·
σὺ γὰρ ταύτην φυλάξας ἐγεννήθης εὐδοκήσας
παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.
Ὑψηλὲ βασιλεῦ, τί σοι καὶ τοῖς πτωχεύσασι;
Ποιητὰ οὐρανοῦ, τί πρὸς γηΐνους ἤλυθας;
Σπηλαίου ἠράσθης ἢ φάτνῃ ἐτέρφθης;
Ἰδοὺ οὐκ ἔστι τόπος τῇ δούλῃ σου ἐν τῷ καταλύματι·
οὐ λέγω τόπον, ἀλλ᾿ οὐδὲ σπήλαιον,
ὅτι καὶ αὐτὸ τοῦτο ἀλλότριον·
καὶ τῇ μὲν Σάῤῥᾳ τεκούσῃ βρέφος
ἐδόθη κλῆρος γῆς πολλῆς, ἐμοὶ δὲ οὐδὲ φωλεός·
ἐχρησάμην τὸ ἄντρον ὃ κατῴκησας βουλήσει,
παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»


Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ

Μηνὶ δεκεμβρίῳ κεʹ, κοντάκιον τῆς Χριστοῦ γεννήσεως, ἦχος γʹ, οἶκοι,
φέρον ἀκροστιχίδα· τοῦ ταπεινοῦ Ῥωμανοῦ ὕμνος
 


Τετράδιο 141 * Δεκέμβριος 2011

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012


Μικρά και μεγάλα

Ἀπό τόν Θεό τραβιέται ὁ ἄνθρωπος ὅπως ὁ καρχαρίας ἀπό τό αἷμα.
T
Ἄν εἶναι νά πεθάνεις, πέθανε, ἀλλά κοίτα νά γίνεις ὁ πρῶτος πετεινός μέσα στόν Ἅδη.
T
Ἄν δέν στηρίξεις τό ἕνα σου πόδι ἔξω ἀπ' τή Γῆ, ποτέ σου δέν θά μπορέσεις νά σταθεῖς ἐπάνω της.
T
Θεέ μου τί μπλέ ξοδεύεις γιά νά μή σέ βλέπουμε!
T
Τό ἐλάχιστο θέλησα καί μέ τιμώρησαν μέ τό πολύ.
T
Ὅπου καί νά θολώνει ὁ νοῦς σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό καί μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
T
Κεῖνο πού σοῦ προσάπτουνε τά χελιδόνια εἶναι ἡ ἄνοιξη πού δέν ἔφερες.
T
Ὅ,τι ἀγαπῶ γεννιέται ἀδιάκοπα. Ὅ,τι ἀγαπῶ βρίσκεται στήν ἀρχή του πάντα.
T
Μέσα στή θλίψη τῆς ἀπέραντης μετριότητας πού μᾶς πνίγει ἀπό παντοῦ, παρηγοριέμαι ὅτι κάπου, σέ κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες ἀγωνίζονται νά ἐξουδετερώσουν τή φθορά.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Τετράδιο 143 * Φεβρουάριος 2012