Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014


 Χριστούγεννα
Στὴ γωνιά μας κόκκινο
τ᾿ ἀναμμένο τζάκι.
Τοῦφες χιόνι πέφτουνε
στὸ παραθυράκι.
Ὅλο ἀπόψε ξάγρυπνο
μένει τὸ χωριό,
καὶ κτυπᾶ Χριστούγεννα
τὸ καμπαναριό.
Ἔλα, Ἐσὺ ποὺ Ἀρχάγγελοι
σ᾿ ἀνυμνοῦνε ἀπόψε,
πάρε ἀπὸ τὴν πίττα μας,
ποὺ εὐωδιᾶ καὶ κόψε.
Ἔλα, κι ἡ γωνίτσα μας
καρτερεῖ νὰ ῾ρθεῖς.
Σοὔστρωσα, Χριστούλη μου,
γιὰ νὰ ζεσταθεῖς.
Στέλιος Σπεράντσας

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014


Πρέπει νά ὑπάρχει «κάτι»
Μοῦ γράφεις ὅτι ἐν τέλει πρέπει νά ὑπάρχει «κάτι». Διάβασες, λές, ἕνα βιβλίο ἑνός μεγάλου ἀστρονόμου περί ἀστέρων καί ὑπέπεσε στήν ἀντίληψή σου ὁ ἰσχυρισμός αὐτοῦ τοῦ λαμπροῦ ἐπιστήμονα: «Χωρίς τόν Θεό τίποτα στόν κόσμο δέν μπορεῖ νά κατανοηθεῖ οὔτε νά ἐξηγηθεῖ». Ἐξ αὐτοῦ ὁδηγήθηκες στό συμπέρασμα ὅτι «κάτι» ὑπάρχει.
Ἁπλά πές ὑπάρχει Θεός καί εἶναι χαρούμενος! Ἔτσι μιλοῦν πολλοί μορφωμένοι ἄνθρωποι: Ὑπάρχει «κάτι»! Ἀλλά ἐάν μείνεις ὥς τό τέλος τῆς ζωῆς σου σ᾿ αὐτήν τήν ἔκφραση, ὅλη σου ἡ ζωή θά εἶναι ἕνα τίποτα.
Μιά στιγμιαία διαπίστωση ὅτι ὑπάρχει κάποια μυστηριώδης μεγάλη δύναμη πίσω ἀπ᾿ τόν ὁρατό κόσμο, δέν ἀποτελεῖ οὔτε κατά τό ἐλάχιστο πίστη, ζωοποιό καί καρποφόρα, ἡ ὁποία μᾶς φωτίζει τόν δρόμο καί μᾶς δείχνει τόν στόχο μας.
Τό νά λέμε μόνο ὅτι «κάτι» ὑπάρχει δέν σημαίνει ὅτι βγήκαμε στό φῶς τῆς ἡμέρας. Αὐτό μόλις καί μετά βίας σημαίνει ὅτι ὁ ταξιδιώτης διέσχισε τό σκοτάδι τοῦ μεσονυκτίου μέ τίς ἴριδες διεσταλμένες διαισθανόμενος τό λυκαυγές τῆς ἀνατολῆς. Ἀλλά ἀπό ἐκεῖ ἕως τό νά φθάσει ὁ ἥλιος στήν κορυφή εἶναι μακρύς ὁ δρόμος. Βιάσου νά μήν σέ προφθάσει ὁ θάνατος σ᾿ αὐτό τό σκοτάδι. Νά μπορεῖς τουλάχιστον νά λές ὑπάρχει «Κάποιος» γιά νά φέρει τήν αὐγή στή ζωή σου.
Γνώρισε τόν Δημιουργό σου ἀγαπητέ ἀδελφέ. Αὐτό εἶναι πιό σημαντικό ἀπό τή γνώση τῶν δημιουργημάτων Του. Μήν παραμένεις στήν κοινωνία ἐκείνων γιά τούς ὁποίους ὁ Ἀπόστολος λυπᾶται λέγοντας: «Ἐσεβάσθησαν καί ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρά τόν κτίσαντα». Ὁ Ὕψιστος καλλιτέχνης στέκει δίπλα στά ἔργα Του. Ἐσύ κοιτάζεις πιό πολύ τίς καλλιτεχνικές δημιουργίες Του, οἱ ὁποῖες μέχρι ἑνός σημείου ἀνοίγουν τά μάτια καί κατόπιν τυφλώνουν. Γιατί δέν πλησιάζεις τόν Καλλιτέχνη καί δέν Τόν γνωρίζεις καί δέν Τοῦ συστήνεσαι; Ὁ Χριστός γι᾿ αὐτό ἦρθε στόν κόσμο, γιά νά σοῦ ἁπλώσει τό χέρι καί νά σέ ὁδηγήσει. Ὅποιος δέν πλησιάζει κοντά Του, δέν Τοῦ συστήνεται καί δέν ὑποκλίνεται σ᾿ Αὐτόν, δέν θά γίνει δεκτός οὔτε κἄν στήν αὐλή Του στούς οὐρανούς.
Αὐτά στά γράφω ἐπειδή μόλις γύρισα ἀπό μία κηδεία. Πέθανε ἕνας ἄξιος νέος στήν Ἀχρίδα. Στό νεκρικό φέρετρο τό πρόσωπό του ἦταν φωτεινό, φωτεινότερο ἀπό ὅταν ἦταν ζωντανός. Ἔζησε μέ πίστη καί συγχωρέθηκε πλήρης πίστεως. Πολύ νέος, ἀλλά σώφρων. Ἐνῶ ἐσύ εἶσαι ἤδη πολύ μεγαλύτερός του.
Εἰρήνη καί ἔλεος ἀπό τόν Θεό

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014


Φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ
Τὰ Χριστούγεννα, ποὺ µὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ ἑορτάζουµε καὶ φέτος, µᾶς δίνουν τὴν εὐκαιρία νὰ ἐµβαθύνουµε στὸ Μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Πολλὰ καὶ ἀνεκτίµητα εἶναι τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ σέ µᾶς. Τὸ µεγαλύτερο ὅµως δῶρο Του εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Μονογενοῦς Του Υἱοῦ, χωρὶς τὴν ὁποία θὰ εἴµεθα ἀκόµη ἀπελπισµένοι αἰχµάλωτοι τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου.
Λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς: «Τί βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ θείας φιλανθρωπίας! Ἔτσι γνωρίζει ὁ Θεὸς µὲ τὴν σοφία, τὴ δύναµη καὶ τὴν φιλανθρωπία Του τὰ ὀλισθήµατα ἀπὸ τὴν ἑκούσια παρεκτροπή µας νὰ τὰ κατασκευάζει ἀσυγκρίτως πρὸς τὸ καλύτερο. Διότι ἂν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν κατέβαινε ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ἐµεῖς δὲν θὰ εἴχαµε καµία ἐλπίδα νὰ ἀνέβουµε στὸν οὐρανό. Ἂν Αὐτὸς δὲν ἐσαρκώνετο, δὲν ἔπασχε κατὰ σάρκα, δὲν ἀνίστατο καὶ ἀνελαµβάνετο γιὰ χάρι µας, δὲν θὰ ἐγνωρίζαµε τὴν ὑπερβολικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐµᾶς».
Τονίζει δὲ πάλιν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ὁ Χριστὸς ἐσαρκώθη «ἵνα δείξῃ τὴν τοῦ Θεοῦ πρὸς ἡµᾶς ἀγάπην».
Ἐµβαθύνοντας ὁ ἅγιος Νικόδηµος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ σοφὸς καὶ ἀπλανὴς αὐτὸς διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας µας, στὶς εὐεργεσίες ποὺ προέκυψαν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν Σάρκωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἀπολυτρωτικό Του ἔργο, τονίζει ὅτι µὲ αὐτὴν ὁ σαρκωθεὶς Κύριος πρῶτον µᾶς ἀνεβάζει ἀπὸ τὸ βαθύτατο χάος, στὸ ὁποῖο εἴχαµε πέσει, καὶ δεύτερον µᾶς ἀνυψώνει σὲ θεϊκὴ δόξα. Μᾶς ἐλευθερώνει δηλαδὴ ἀπὸ µία ἀδυσώπητη φυλακὴ καὶ µᾶς χαρίζει τὴν θέωση.
Πρέπει νὰ µολογήσουµε ὅτι ἀκόµη καὶ αὐτὲς τὶς ἅγιες µέρες δὲν ἐρχόµεθα σὲ συναίσθηση τῆς ἀπείρου πρὸς µᾶς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὴν ζοῦµε σὰν τὸ πιὸ συγκλονιστικὸ γεγονὸς στὴ ζωὴ τοῦ κόσµου καὶ στὴν δική µας ζωή. Δὲν ἀνταποδίδουµε στὸν ἀγαπήσαντα ἡµᾶς Κύριο τὴν δική µας ἀγάπη.
Εἶναι ἴσως µεγαλύτερη ἀποτυχία τῆς ζωῆς µας ὅτι δὲν νοιώθουµε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σέ µᾶς καὶ δὲν Τοῦ ἀνταποδίδουµε τὴν δική µας ἀγάπη. Ἔτσι καὶ ἡ χριστιανική µας ζωὴ φυτοζωεῖ, δὲν εἶναι µέθεξις Θεοῦ οὔτε ἀνάκραση τοῦ κτιστοῦ µας εἶναι µὲ τὸν ἄκτιστο Θεό. Ὅταν ζοῦµε τὸ µυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, µποροῦµε κατὰ βάθος νὰ χαιρώµεθα καὶ στὶς πιὸ ἀντίξοες περιστάσεις τῆς ζωῆς µας καὶ νὰ ἀντιµετωπίσουµε τὸν ἴδιο τὸν θάνατο µὲ ἐλπίδα.
Οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι ὅλων τῶν αἰώνων ἔνοιωσαν στὸ βάθος τῆς ὑπάρξεώς τους πόσο τοὺς ἀγαπᾶ Θεὸς καὶ ἀγάπησαν τὸν Θεὸ ὁλοκληρωτικά. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπέµειναν καρτερικὰ κάθε εἴδους πόνο, στέρηση, βάσανο, ἄσκηση καὶ δοκιµασία γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
προσευχὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ τοὺς Ἐφεσίους εἶναι προσευχὴ ὅλων τῶν Ἁγίων, ὥστε ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ νὰ γνωρίσουν ἐν Χάριτι τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπερβάλλει κάθε ἀνθρώπινη γνώση: «Γιαὐτὸν τὸν λόγο γονατίζω προσευχόµενος πρὸς τὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου µας Ἰησοῦ Χριστοῦνὰ σᾶς δώσει κατὰ τὸν πλοῦτο τῆς δόξης Του, νὰ ἐνισχυθεῖτε µ δύναµη διὰ τοῦ Πνεύµατός Του στὸν ἐσωτερικό σας ἄνθρωπο, νὰ κατοικήσει Χριστὸς διὰ τῆς πίστεως στὶς καρδιές σας, νὰ εἶσθε ριζωµένοι καὶ θεµελιωµένοι στὴν ἀγάπη, γιὰ νὰ µπορέσετε νὰ καταλάβετε µαζὶ µ ὅλους τοὺς Ἁγίους ποιὸ εἶναι τὸ πλάτος καὶ µῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, καὶ νὰ γνωρίσετε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁποία ξεπερνᾶ τὴν γνώση, γιὰ νὰ καταστεῖτε πλήρεις µ ὅλη τὴν πληρότητα τοῦ Θεοῦ».
Μακάρι νὰ ἀξιωθοῦµε καὶ µεῖς µ τὴν Χάρι τοῦ Σαρκωθέντος Κυρίου µας καὶ µ τὴν εὐκαιρία τῶν ἁγίων ἑορτῶν τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του νὰ γνωρίσουµε, νοιώσουµε καὶ βιώσουµε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ὅλος Θεὸς νὰ κατοικήσει µέσα µας.

π. Γεώργιος Καψάνης

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014


Χριστὸς γεννᾶται
 «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε, Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθηκε. ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ…» Μ᾿ ἕνα λόγο: Ἂς εὐφραίνωνται οἱ οὐρανοὶ καὶ ἂς ἀγάλλεται ἡ γῆ γιὰ τὸν ἐπουράνιο, ποὺ κατόπιν ἔγινε ἐπίγειος. Ὁ Χριστὸς παρουσιάζεται μὲ ἀνθρώπινο σῶμα, ἀγαλλιᾶσθε μὲ τρόμο καὶ χαρά. Μὲ τρόμο γιὰ τὴν ἐνοχὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ μὲ χαρὰ γιὰ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας…
Πάλι διαλύεται τὸ σκοτάδι, πάλι ὑπάρχει τὸ φῶς. Πάλι τιμωρεῖται μὲ σκοτάδι ἡ Αἴγυπτος καὶ πάλι ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς φωτίζεται μὲ τὸν πύρινο στύλο. Ὁ λαὸς ποὺ καθόταν στὸ σκοτάδι τῆς ἀγνοίας, ἂς δὴ τὸ μεγάλο φῶς τῆς θεογνωσίας. «Τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε τὰ πάντα καινά». Τὸ νεκρὸ γράμμα ὑποχωρεῖ. Τὸ πνεῦμα ἐπικρατεῖ. Οἱ σκιὲς τοῦ νόμου περνοῦν. Ἡ ἀλήθεια θριαμβεύει. Ὁ Μελχισεδέκ, ποὺ ἦταν ἕνας τύπος, τώρα δείχνει ποιὸν προεσήμαινε, δηλαδὴ τὸν Χριστό. Αὐτός, ποὺ ὡς Θεὸς δὲν ἔχει μητέρα, γεννιέται χωρὶς πατέρα. Γιατί στὸν Δημιουργό της φύσεως δὲν ἰσχύουν οἱ φυσικοὶ νόμοι. Ὅλα τὰ ἔθνη χειροκροτῆστε, γιατί «παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὠμοῦ αὐτοῦ καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος». Ἂς φωνάζῃ δυνατὰ ὁ Ἰωάννης Βαπτιστής: «Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου». Καὶ ἐγὼ θὰ φωνάζω τὴν δύναμη καὶ τὴ σημασία τῆς μεγάλης αὐτῆς ἡμέρας.
Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἄναρχος καὶ αἰώνιος, τώρα λαμβάνει ἀρχή. Αὐτὸς ποὺ εἶναι αὐθύπαρκτος, δημιουργεῖται. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἄπειρος, χωρεῖται στὴν περιορισμένη ἀνθρώπινη φύση. Αὐτὸς ποὺ πλουτίζει μὲ τὰ ἀγαθά Του τὸν κόσμο, γίνεται φτωχὸς, παίρνοντας ἀνθρώπινο σῶμα, γιὰ νὰ πλουτίσω ἐγὼ μὲ τὴν θεότητά Του. Ποιὸς μπορεῖ νὰ παραστήσει πόσος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητός Του; Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὺ μαζὶ μὲ τὸν Ἀστέρα τρέξε καὶ μαζὶ μὲ τοὺς Μάγους φέρε Του γιὰ δῶρα, χρυσὸ καὶ λιβάνι καὶ σμύρνα. Τίμησέ Τον ὡς Βασιλέα καὶ Θεὸ καὶ ὡς Λυτρωτή, ποὺ νεκρώθηκε γιὰ σένα. Μαζὶ μὲ τοὺς ποιμένες δόξασέ Τον, μὲ τοὺς ἀγγέλους ὕμνησέ Τον, μὲ τοὺς ἀρχαγγέλους σκίρτησε ἀπὸ χαρά. Ἂς εἶναι κοινὴ ἡ πανήγυρις τῶν οὐρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων δυνάμεων…»

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος 

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014


Ἦτο Νοέμβριος μήν
Κάτω, εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, περὶ τὴν ὥραν τοῦ δείπνου, τὰ καφενεῖα, τὰ καπηλεῖα καὶ μπακάλικα ἔλαμπον πάμφωτα, καὶ ἀνθρωπίνη κυψέλη, τοῦ ναυτικοῦ καὶ ἐργατικοῦ κόσμου, τὰ περιεβόμβει μὲ τὴν ἀργολογίαν της. Ἕκαστος ὠψώνιζε διὰ τὸ σπίτι, ἢ ἔπαιρνε «τ᾽ ὀρεκτικόν του» καὶ ἀργοποροῦσε μὲ τοὺς φίλους, οὔτε τοῦ ἔκαμνε καρδιὰ νὰ ξεκολλήσῃ. Πολλοὶ «ἐδευτέρωναν» ἢ καὶ «ἐτρίτωναν» τὸ ἐντόπιον ρακὶ ἢ τὴν μαστίχαν. Ἡ ὥρα ἐκείνη ἦτον ἡ ἀμφιλύκη ἐντὸς τῆς ψυχῆς, ἡ ἀναψυχὴ πρὸ τῆς ρᾳστώνης, ἡ ἀνατολὴ τοῦ ἄστρου τῆς ἑσπέρας πρὸ τῆς ἀστροφεγγιᾶς. Ἦτο Νοέμβριος μήν, νότοι ἔπνεον, ζεστὴ καὶ ὑγρὰ ἅλμη ἰωδίου ἐπεκράτει. Μακρὰ γραμμὴ ἀπὸ μικροκάικα, βρατσέρες καὶ κότερα, ἔδιδον ζωὴν εἰς τὴν προκυμαίαν. Ὀλίγον παραμέσα, πέντε ἢ ἓξ σκοῦνες καὶ δύο ἢ τρία βρίκια ἐστόλιζον τὸν λιμένα. Ἄλλα εἶχον δέσει ἤδη τὰ πρυμνήσια μὲ σκοπὸν νὰ παραχειμάσουν, ἄλλα ἡτοιμάζοντο ἀκόμη διὰ χειμερινὰ ταξίδια.
Ὀλίγα φαναράκια, ὡς λαμπυρίδες, ἔκαιον μετέωρα ἐπάνω τῆς κουβέρτας, καὶ τ᾽ ἄστρα ἀπὸ ψηλὰ ἐπάνω κατωπτρίζοντο φωσφορίζοντα ὀφιοειδῶς εἰς τὰ κύματα. Ποῦ καὶ ποῦ ἠκούετο βραχνὸν τὸ γαύγισμα καραβοσκύλου, ἐρεθιζομένου ἀπὸ πλατάγισμα κωπῶν ἐκ λέμβου παραπλεούσης εἰς τὸ σκότος, καὶ ἡ ἀποθαλασσιά, μὲ ὅλην τὴν γαλήνην, ἐφλοίσβιζε νυσταλέα εἰς τὰς πρύμνας καὶ τὰ πλευρὰ τῶν πλοίων, ἢ ἔπληττε τὰ κράσπεδα τῆς προκυμαίας.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014


Μετάνοια
Ἕνας ἀδελφὸς ἐξομολογήθηκε στὸν Ἀββᾶ Σισώη:
- Ἔπεσα, Πάτερ. Τί νὰ κάνω τώρα;
- Σήκω, τοῦ εἶπε μὲ τὴ χαρακτηριστική του ἁπλότητα ὁ Ἅγιος Γέροντας.
- Σηκώθηκα, Ἀββᾶ, μὰ πάλι ἔπεσα στὴν καταραμένη ἁμαρτία, ὁμολόγησε μὲ θλίψη ὁ ἀδελφός.
- Καὶ τί σὲ ἐμποδίζει νὰ ξανασηκωθῇς;
- Ὡς πότε; ρώτησε ὁ ἀδελφός.

-Ἕως ὅτου σὲ βρῇ ὁ θάνατος ἢ στὴν πτώση ἢ στὴν ἔγερση. Δὲν εἶναι γραμμένο «ὅπου εὑρῶ σε ἐκεῖ καὶ κρινῶ σε»; ἐξήγησε ὁ Γέροντας. Μόνο εὐχήσου στὸν Θεὸ νὰ βρεθεῖς τὴν τελευταία σου στιγμὴ σηκωμένος μὲ τὴν ἁγία μετάνοια.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014


Περὶ ἀγάπης
Ὁ ὑποτακτικὸς κάποιου Γέροντα ἔμενε σὲ μία καλύβα δέκα μίλια μακριὰ ἀπὸ τὴ σκήτη. Μία μέρα θέλησε νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ ὁ Γέροντας νὰ ἔλθῃ νὰ πάρῃ τὸ ψωμί του. Ὕστερα ὅμως σκέφθηκε: Γιὰ λίγα ψωμιὰ νὰ κάνω τὸν Ἀδελφὸ νὰ περπατήσει δέκα μίλια; Ἂς τοῦ τὰ πάω μόνος. Ἔβαλε τὸ ταγάρι στὸν ὦμο καὶ ξεκίνησε. Πηγαίνοντας, σκόνταψε σὲ μία πέτρα κι ἔκανε τέτοια πληγὴ στὸ πόδι, ποὺ ἦταν ἀδύνατον νὰ σταματήσει τὸ αἷμα. Ἀπὸ τὸν ὑπερβολικὸ πόνο ποὺ ἔνιωσε, ἄρχισε νὰ κλαίει.
- Γιατί κλαῖς, Ἀββᾶ; ἄκουσε πίσω του μία γλυκειὰ φωνὴ νὰ τὸν ρωτᾷ.
Ἔστρεψε τὸ κεφάλι καὶ εἶδε ἕναν ὡραῖο Ἄγγελο. Δὲν φοβήθηκε ὅμως, ἀλλὰ τοῦ ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλο τὴν πληγή.
- Πάψε νὰ κλαῖς γι᾿ αὐτὸ τὸ τιποτένιο πρᾶγμα, τὸν πρόσταξε ὁ Ἄγγελος. Τὰ βήματα ποὺ κάνεις γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἀδελφοῦ τὰ ἔχω μετρημένα καὶ θὰ πάρεις τὴν ἀμοιβή σου ἀπὸ τὸν Θεό.
Ὁ Γέροντας πῆρε θάῤῥος καὶ χαρούμενος συνέχισε τὸ δρόμο του. Ἀπὸ τότε προθυμοποιήθηκε νὰ ἐξυπηρετεῖ τοὺς Ἀδελφούς.
Μία μέρα πῆρε πάλι ψωμιὰ νὰ τὰ πάει σ᾿ ἄλλον Ἐρημίτη ποὺ ἔμενε πολὺ πιὸ μακριά. Συνέβηκε ὅμως νὰ ἔρχεται κι ἐκεῖνος μὲ τὸν ἴδιο σκοπὸ καὶ συναντήθηκαν στὸ δρόμο.
- Ἀδελφέ μου, εἶπε πρῶτος ὁ Γέροντας, μὲ κόπο ἀπέκτησα ἕνα μικρὸ θησαυρὸ καὶ πρόλαβες ἐσὺ νὰ μοῦ τὸν πάρεις.
- Μήπως ἡ στενὴ πύλη χωράει μόνο ἐσένα, Ἀββᾶ; Κάνε λίγο τόπο νὰ περάσουμε κι ἐμεῖς, τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἀδελφός.
Ἐνῷ ἔλεγαν αὐτά, ἦλθε πάλι ὁ Ἄγγελος καὶ τοὺς εἶπε:

- Αὐτὴ ἡ φιλονικία σὰν εὐωδία στὸ λιβάνι ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό.

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014


Ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις
Ἐν Πειραιεῖ τῇ αʹ Ἰανουαρίου 1870.
Σεβαστέ μοι πάτερ!
Ἔλαβον τὴν ἀπὸ τῆς 20 τοῦ ἄρτι λήξαντος μηνὸς τοῦ ἔτους ἐπιστολὴν ὑμῶν, ὡς καὶ τὸ δεκάδραχμον καὶ τὰ ζητηθέντα βιβλία. Ἡ ἐπιστολή σας μ᾿ ἐβύθισεν εἰς λύπην, διότι ἴδον ἐναργέστερον τὰ καθ᾿ ἡμᾶς.
Βεβαίως γνωρίζω ὅτι εἶμαι ἄχθος σπουδαῖον διὰ τὰ ἡμέτερα, ἅτινα εἶναι μικρὰ καὶ ἀπαιτοῦσι ταχεῖαν ἐπικουρίαν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ πράξω ἄλλο ἢ νὰ περιμένω (ἐπὶ τοῦ παρόντος) παρ᾿ ὑμῶν τὰ πάντα. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις εἶναι ὑπέρποτε δυσάρεστος, δὲν δύναμαι καὶ πάλιν νὰ πράξω ἄλλο, ἢ νὰ... διακόψω τὰς σπουδάς μου καὶ εἰσέλθω εἰς τὸν πρακτικὸν βίον. Δὲν εἶναι οὔτε ἐπιεικὲς οὔτε συμβιβάζεται μὲ τὰς ἕξεις καὶ τὰ ἤθη καὶ τὴν δειλίαν μου τὸ νὰ ζητῶ χρήματα ἀπὸ τὸν τυχόντα πατριώτην. Ἀρκεταὶς ἐντροπαὶς ἔφαγα ἕως τώρα...
Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν χρημάτων, ἅτινα μοὶ ἀπεστείλατε ἐσχάτως δεικνύει ὅτι δὲν εἶναι ἔλλειψις τῆς καταλλήλου εὐκαιρίας πρὸς ἀποστολὴν χρημάτων, ἀλλ᾿ ἔλλειψις αὐτῶν δὴ τῶν χρημάτων, ἥτις μᾶς ἐνδιαφέρει. Μὴ μοὶ τὸ κρύπτετε. Ὤ, ἐὰν εἶχον σήμερον, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἕως πεντήκοντα δραχμὰς ἤθελον κάμει τὸν σταυρόν μου, ἀλλὰ δὲν τὰς ἔχω. - Σᾶς ἀσπάζομαι, παρακαλῶ τὸν Ὕψιστον νὰ χαρίσῃ ὑμῖν τὸ νέον ἔτος εὐτυχές.
Ὁ υἱός Σας.
Ἀλέξανδρος

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014


Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν
Ὁ διάβολος πάντα τάζει πολλὰ σὲ κείνους ποὺ θέλει νὰ μπλέξη στὰ δίχτυά του. Στοὺς πρωτόπλαστους εἶπε πὼς θὰ γίνουνε θεοί, ἂν τὸν ἀκούσουνε καὶ φᾶνε ἀπὸ τὸ Δένδρο τῆς Γνώσεως. Ἔτσι καὶ τώρα, σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἐπικροτοῦνε τὴν ἱερὴ συμμαχία τοῦ Πάπα μὲ τὸν Πατριάρχη, στοὺς ἀδιάφορους γιὰ τὰ θρησκευτικά, στοὺς ἄθεους καὶ στοὺς ψευτοχριστιανούς, λέγει γιὰ νὰ τοὺς σαγηνέψη, πὼς θὰ φανοῦνε στὰ μάτια τοῦ κόσμου φιλάδελφοι, ἀμνησίκακοι, ταπεινοί, μὰ καὶ προοδευτικοί, φιλελεύθεροι, χωρὶς φανατισμοὺς καὶ δεισιδαιμονίες. Καὶ πώς, μὲ τὸ νὰ ἐγκρίνουνε ὅ,τι γίνεται γιὰ τὸ ἀδέρφωμα τῶν Χριστιανῶν, συνεργοῦνε στὸ καλὸ τῆς ἀνθρωπότητος, γιὰ νὰ ζήση ἥσυχη καὶ ν᾽ ἀπολάψη τὰ καλὰ τούτου τοῦ κόσμου, χωρὶς νὰ μποδίζεται ἀπὸ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν καταραμένη διδασκαλία του, ποὺ χωρίζει τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς κάνει νὰ ἐχθρεύωνται μεταξύ τους. 
Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε πὼς ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν κάνη ἄνω-κάτω, νὰ χωρίση γονιοὺς ἀπὸ τὰ τέκνα, ἀδελφὸ ἀπὸ ἀδελφό: «Μὴ νομίσητε, λέγει, ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν. Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν. Ἦλθον γὰρ διχᾶσαι ἄνθρωπον παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς». Καὶ σὲ ἄλλο μέρος λέγει πάλι: «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν.
Πῶς γίνεται, αὐτὸς ὁ Χριστὸς ποὺ μιλοῦσε ὁλοένα γιὰ εἰρήνη, καὶ χαιρετοῦσε λέγοντας «Εἰρήνη ὑμῖν», πῶς λέγει πάλι πὼς ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ βάλη φωτιὰ νὰ τὴν κάψη;
«Λοιπόν, ἐσεῖς οἱ ἄνθρωποι, λέγει ὁ διάβολος στ᾽ αὐτί τους, πρέπει νὰ βάλετε ἕνα τέλος στὴ φαγομάρα ποὺ ἔρριξε ἀνάμεσά σας αὐτὸς ὁ ταραχοποιὸς ποὺ λέγεται Χριστός, γιὰ νὰ μπορέσετε νὰ ζήσετε ἥσυχοι καὶ μονιασμένοι. Ἐκεῖνος εἶπε πὼς θὰ φέρη στὸν κόσμο τὴν ταραχὴ καὶ τὴ διχόνοια, καὶ τὴν ἔφερε. Ἐγὼ σᾶς φέρνω τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἀγάπη κι ἂς μὲ λένε διάβολο, σατανᾶ κι ἀνθρωποκτόνο. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ καταλάβετε ποιὸς εἶναι ὁ ἐχθρός σας καὶ ποιὸς ὁ εὐεργέτης σας. Εὐεργέτης σας εἶμαι ἐγὼ ὁ ἀδικοκατηγορημένος, ὅπως τὸ βλέπετε καθαρὰ σήμερα ποὺ καθαρίσανε τὰ μάτια σας μὲ τὴν ἐπιστήμη καὶ μὲ τὴν ἀληθινὴ γνώση. Τόσους αἰῶνες σᾶς τύφλωνε ἐκεῖνος ὁ πλάνος ὁ Χριστὸς μὲ τὰ παραμύθια του. Ἀνάθεμά τον!».
Φώτης Κόντογλου

Ἐφημερίδα Ἐλευθερία 16.2.1964

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014


Κρυ­φὲς ἐ­λε­η­μο­σύ­νες
Ὁ με­γά­λος Ρῶ­σος συγ­γρα­φέ­ας Μα­ξὶμ Γκόρ­κη, ποὺ ξε­κί­νη­σε τὴ ζω­ή του πάμ­φτω­χος καὶ ὀρ­φα­νός, ἀ­να­φέ­ρει συ­χνὰ στὰ γρα­πτά του τὴ για­γιά του. Μιὰ φτω­χειὰ θε­ο­φο­βού­με­νη γυ­ναί­κα, ποὺ τὸν μά­θαι­νε ἔμ­πρα­κτα τὴ μυ­στι­κὴ φι­λαν­θρω­πί­α. Γρά­φει ὁ Γκόρ­κη στὸ ἔρ­γο του «Στὰ ξέ­να χέ­ρια»:
«Κα­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα ἡ για­γιὰ μὲ ξύ­πνη­σε χα­ϊ­δευ­τι­κά.
- Πᾶ­με; Ἅ­μα μο­χθή­σεις γιὰ τὸν κο­σμά­κη, τὰ χέ­ρια σου θὰ γι­ά­νου­νε πιὸ γρή­γο­ρα (ὁ Γκόρ­κη εἶ­χε ζε­μα­τί­σει τὰ χέ­ρια του μὲ βρα­στὸ νε­ρό).
Μὲ πῆ­ρε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ μὲ ὁ­δή­γη­σε μὲς στὸ σκο­τά­δι σὰν τυ­φλό. Ἡ νύ­χτα ἦ­ταν μαύ­ρη, ὑ­γρή, φύ­σα­γε ἀ­στα­μά­τη­τα… Ἡ για­γιὰ κον­το­ζύ­γω­νε προ­σε­χτι­κὰ στὰ σκο­τει­νὰ πα­ρά­θυ­ρα, στὰ φτω­χό­σπι­τα, σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν τρεῖς φο­ρές, ἄ­φη­νε στὸ περ­βά­ζι πέν­τε κα­πί­κια (λε­πτὰ) καὶ τρί­α κου­λου­ρά­κια, ξα­να­σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν κοι­τά­ζον­τας τὸν δί­χως ἄ­στρα οὐ­ρα­νὸ καὶ ψι­θύ­ρι­ζε:
- Πα­να­γί­α, Δέ­σποι­να τῶν Οὐ­ρα­νῶν, βο­ή­θη­σε τὸν κο­σμά­κη! Ὅ­λοι μας, …ὂ­λοι μας εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοὶ μπρο­στά σου, μη­τε­ρού­λα!
Ὅ­σο ξε­μα­κραί­να­με ἀ­π’ τὸ σπί­τι, τό­σο πιὸ ἔ­ρη­μα καὶ νε­κρω­μέ­να γί­νον­ταν ἕ­να γύ­ρω… Δώ­δε­κα φο­ρὲς σί­μω­σε ἡ για­γιὰ στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ἀ­φή­νον­τας στὰ περ­βά­ζια τὴν «κρυ­φὴ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη». Ἄρ­χι­σε νὰ χα­ρά­ζει, μὲς ἀ­π’ τὸ σκο­τά­δι φυ­τρώ­να­νε γκρί­ζα σπί­τια…
- Κου­ρά­στη­κε ἡ γριά, ἔ­λε­γε ἡ για­γιά, και­ρὸς νὰ γυ­ρί­σου­με σπί­τι. Θὰ ξυ­πνή­σουν αὔ­ριο οἱ νοι­κο­κυ­ρά­δες καὶ θὰ δοῦν πὼς ἡ Με­γα­λό­χα­ρη κά­τι ἔ­χει φέ­ρει γιὰ τὰ παι­δά­κια τους. Ὅ­ταν σοῦ λεί­πουν ὅ­λα, καὶ τὸ λί­γο πιά­νει τό­πο! Ὤχ, μι­κρέ μου Ἀ­λι­ό­σα (αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα τοῦ Γκόρ­κη), με­γά­λη φτώ­χεια στὸν κο­σμά­κη καὶ δὲν τὸν γνοι­ά­ζε­ται κα­νέ­νας. 
πλού­σιος τὸν Κύ­ριο δὲν σκέ­φτε­ταιτὴν τρο­με­ρή του κρί­ση δὲν φαν­τά­ζε­ται,
τὸν φτω­χὸ δὲν τὸν ­χει δι­κὸ μη­δὲ ­δερ­φὸγι­ο­μί­ζει μο­νά­χα σα­κοῦ­λες χρυ­σὸ,
τὸ χρυ­σί­ον θὰ γί­νει στὴν κό­λα­ση κάρ­βου­νο!
- ­τσι εἶ­ναι! Πρέ­πει νὰ ζεῖ ὁ φί­λος γιὰ τὸν φί­λο κι ὁ Θε­ὸς γιὰ ὅ­λους!…
Νοι­ώ­θω ἀ­ό­ρι­στα πὼς πῆ­ρα μέ­ρος σὲ κά­τι ποὺ δὲν θὰ τὸ ξε­χά­σω πο­τέ… Κά­τσα­με δί­πλα στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, σ’ ἕ­να παγ­κά­κι… κι ἡ για­γιὰ μοῦ ’­λε­γε:
- Εἶ­ναι ’­δῶ μιὰ Ὁ­βριὰ κι ἔ­χει ἐν­νιὰ ψυ­χὲς παι­διά, τό ’­να μι­κρό­τε­ρο ἀ­π’ τ’ ἄλ­λο. Τὴ ρω­τά­ω: Πῶς τὰ φέρ­νεις βόλ­τα, Μο­σέβ­να; Κι αὐ­τὴ μοῦ λέ­ει: Μὲ τὸν Θε­ό μου ζῶ, μὲ ποι­ὸν ἄλ­λο νὰ ζή­σω; 
­γει­ρα στὸ ζε­στὸ πλευ­ρὸ τῆς για­γιᾶς καὶ μὲ πῆ­ρε ­πνος
Στὸ δά­σος ­λο τὸ κα­λο­καί­ρι ὣς ἀρ­γὰ τὸ φθι­νό­πω­ρο μά­ζευ­ε χόρ­τα, βα­τό­μου­ρα, μα­νι­τά­ρια καὶ φουν­τού­κια για­γιὰ τὰ πού­λα­γε καὶ βγά­ζα­με τὸ ψω­μί μας­πὸ κά­τι γρα­τζου­νι­ὲς στὴ φλού­δα τοῦ δέν­τρου ποὺ μό­λις τὶς ξε­χώ­ρι­ζες, μοῦ ’­δει­χνε τὶς κου­φά­λες τοῦ σκί­ου­ρου καὶ ’­γὼ σκαρ­φά­λω­να στὸ δέν­τρο κι ­δεια­ζα τὴ φω­λιά του, παίρ­νον­τάς του τὶς προ­μή­θει­ες γιὰ τὸν χει­μώ­να σὲ φουν­τού­κια… 
Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μά­ζευ­ε λί­γα χρή­μα­τα ἀ­π’ τὰ μα­νι­τά­ρια καὶ τὰ φουν­τού­κια ποὺ πού­λα­γε, τ’ ἄ­φη­νε στὰ περ­βά­ζια κά­νον­τας τὶς «κρυ­φὲς ἐ­λε­η­μο­σύ­νες» της. Κι αὐ­τή, ἀ­κό­μα καὶ τὶς γι­ορ­τά­δες, φό­ρα­γε κου­ρέ­λια καὶ μπα­λω­μέ­να.
- Χει­ρό­τε­ρη κι ­πὸ ζη­τιά­να γυ­ρί­ζεις, μὲ ντρο­πιά­ζεις! γκρί­νια­ζε παπ­πούς.

- Δὲν πει­ρά­ζει, δὲν εἶ­μαι κό­ρη σου κι οὔ­τε πά­ω γιὰ νύ­φη».