Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014


Ὁ πατέρας τοῦ ἥρωα
Γρηγόρης Αξεντίου στς 3 Μαρτίου το1957 δολοφονεται μετ π πολύωρη μάχη μ τς γγλικς δυνάμεις κατοχς ξω πό τν Μον Μαχαιρ. Μιχάλης Τριανταφυλλίδης -Κύπριος Δικηγόρος, οκεος τς οκογένειας το Γρηγόρη Αξεντίου- συνόδευσε τν πατέρα το ρωα, Πιερ, στ νεκροτομεο ποβρισκόταν τ πανθρακωμένο σμα του. κολουθε διήγηση το κ. Τριανταφυλλίδη πως παρουσιάστηκε σ κπομπ τς Δημόσιας Κυπριακς Τηλεόρασης.
«Ἕνας γγλος γιατρς ξιωματικς συμβούλευσεν τν γέρο Πιερ ν μν πάει στνεκροτομεο μήπως κλονιστε π ,τι θὰ ἔβλεπε. Πιερς πέμενε. φείλω ν σς π τι γ νοιωθα τόσο ταραγμένος πο δν τν συνόδευσα. Τν συνόδευσε νας λληνοκύπριος νοσοκόμος γι ν το παράσχει τς πρτες βοήθειες στν περίπτωση πο τυχν θ κλονίζετο. Μετ’ λίγον ρθε Πιερς κα το χαμογελαστός. χι πλς μειδιν λλ χαμογελαστός. να χαμόγελο πο φτανε μέχρι τ’ ατιά του.
γ επα λλον κάψανε, φαίνεται, κατάλαβεν πς δν εναι γιός του. μπκε στατοκίνητό μου κα ταν πήραμε τν κατήφορον π τ κοιμητήριον πρς τ Λευκωσία ρχισε ν κλαίει.
Το λέω:
Κύριε Πιερ, γι νομα το Θεο, γνόμιζα τι εναι λλον πο εδες, ταν Γρηγόρης,
χι, γιέ μου, ν μν μς βλέπουν ο σκύλοι ν κλαμε.
Κα τώρα κόμα συγκινομαι πο θυμομαι ατ τ σκηνή. Εχα τν εκαιρία ν τ διηγηθ μετ π χρόνια, τ ’74 γι τν κρίβεια στν μακαρίτη Κωνσταντίνο Τσάτσο, πρν ν γίνει πρόεδρος τς λληνικς Δημοκρατίας. Κα θυμμαι τ σχόλιόν του:
«Βγαλμένο π τ βάθη τς λληνικς στορίας».


Τετράδιο 158 * Μάϊος 2013

Ἡ ἀρχή τῆς ἡμέρας


Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014



Αὐτὰ τὰ κόκκαλα εἶναι τώρα ἅγια πράματα
Σ' ατ τ κοιμητήρι τς Μυτιλήνης εχαμε θάψει στν καιρ το πρώτου παγκοσμίου πολέμου, τ γιαγιά μου, τ πι γλυκ πρόσωπο το κόσμου. Εχε ρχίσει π τότε πικρ στορία μας, τ πρτο πείραμα ξεριζώματος λαν, διωγμς τν χριστιανν τς νατολς στ 1914 κα καταφυγή τους στ νησι το Αγαίου. Πέθανε γιαγιά μας τότε, μς στν πόλεμο, στν ξένο τόπο. παππούς μου τν ξέθαψε, σν ρθε καιρός. βαλε τ κόκαλά της σ κασελάκι, φερε τ κασελάκι στν κάμαρή του, τ' πόθεσε πλάι στ σπιτικ εκόνισμα, καθόταν ρες μονάχος κα τς κουβέντιαζε. Προπάντων τ βράδια, σν σουρούπωνε κι νέβαινε π' τν προκυμαία, που εναι τ καράβια πο ταξιδεύουν κα μαθαίνεις τί γίνεται στν κόσμο, Γιαννακο-Μπιμπέλας νοιγε τ βμα, δν θελε ν' κούση τίποτα γι φαγί, πήγαινε κατ' εθείαν κε, στ κασελάκι, τ πρόσωπό του εχε πόκοσμη γαλήνη, χαμογελαστή.
«χει καλ νέα ν τς π», λεγε, μάνα μας ατ βλέποντας.
Καθόταν στό μιντέρι του, κοίταζε τν τρίφυλλη Παναγία μ τ Βρέφος, τ Εκόνισμα πο εχαμε φέρει π' τν πατρίδα μας σν φεύγαμε κυνηγημένοι, κοίταζε τ κασελάκι πο τ φώτιζε τ καντήλι, ρχιζε ν λέη στν πεθαμένη καταλεπτς τ νέα πο εχε μάθει. Τ τί γίνεται στ Δαρδανέλλια που πολεμοσαν ο συμμαχικο στόλοι ν μπον στο μπουγάζι κα ν φτάσουνε στν Πόλη, τ τί γίνεται στ Θεσσαλονίκη που Βενιζέλος καμε κίνημα κα πολεμοσε τν Βούλγαρο μ τ παλικάρια τ νησιώτικα κα τς νατολς, μ τ Μεραρχία το ρχιπελάγους, τ τί γινε στ μακριν μέρη το πολέμου.
«Πατέρα, τί εναι ατ πο κάνεις, ν χης τν πεθαμένη μάνα μας, τ κόκαλά της, μς στν κάμαρά σου κα ν τς μιλς; τολμοσε πότε-πότε ν το π κόρη του, καθς ζοσε κα τν τρόμο τν δικό μας. μπρς σ' ατ τ γρια, τ φύσικα πο βλέπαμε, θάνατος ν μν εναι πως τν φανταζόμαστε, ζω ν συνεχίζεται κα μ τ κόκαλα, στν διο τόνο, μ τ νέα το πολέμου, μ τν λπίδα.
«που ν ’ναι τελειώνει πόλεμος κα θ σ πάρω κα θ σ πάω στ Κιμιντένια ν ξεκουραστς», λεγε στ Δέσποινά του γέρο Γιαννακο-Μπιμπέλας.
«Πατέρα, πάρε τ κόκαλα π' τ σπίτι! Τί εναι ατ πο κάθεσαι κα μιλς τς μάνας μας; λεγε κόρη του. Πατέρα, γ φοβμαι...»
«Δ ντρέπεσαι ν φοβσαι τ μάνα σου! τν βαζε μπροστ κενος. Ατ τ κόκαλα εναι τώρα για πράματα. Τί φοβσαι; θ τν χω δ, κι στερα θ τν πάρω κα θ τν πάγω στ Κιμιντένια. Τότε θ συχάσω, κα θ μ βάλετε κα μένα στό πλευρό της».
γινε κριβς τσι. Σν τελείωσε πόλεμος, στ 1919, Γιαννακο-Μπιμπέλας πρε τ κασελάκι μ τ κόκαλα τς γυναίκας του, τ πγε στ Κιμιντένια, τ 'θαψε κάτω π' τ μεγάλο βασιλικ δέντρο, τ δρ, ξω π' τν πορτάρα, στ κτμα πο εχανε ναστήσει ο δυό τους μαζί. Κι ν ταν γεμάτος γεία, ξαφνα, ταν γινε ατ τ χρέος, μαράθηκε πότομα. Σ λίγον καιρ πέθανε κα τν θάψαμε κάτω π' τ δρ, πλάι της.

Ἠλίας Βενέζης

Τετράδιο 158 * Μάϊος 2013

Χιονίζει


Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014



Μονή Γρηγορίου, Πάσχα 1977

Μονή Γρηγορίου, Σάββατο τοῦ Λαζάρου 1977, ἀπόγευμα. Πάστρα στό Μοναστήρι. Σκοῦπες, φασίνες, νερά, χέρια γρήγορα, προσεχτικά, ὀρεξάτα. Καθολικό, αὐλές, τράπεζα, ἀρχονταρίκι, συνοδικό, ὅλα λάμπουν. Καί μυρτιές ἄφθονες.
-Εὐλογεῖτε!...
-Ὁ Κύριος!... Καλή ἀγρυπνία!...
Ἀπό ἀπόψε καί ὅλες τίς μέρες, μέχρι τήν «κλητή και ἁγία ἡμέρα, τή μία τῶν Σαββάτων», κάθε βράδυ ἀγρυπνία! Ἡ Ἑβδομάδα εἶναι μεγάλη ἀπό κάθε ἔποψη... Ὑπάρχει καί Δεσπότης στό Μοναστήρι. Ὁ Πισιδίας Ἰεζεκιήλ, ὁ ἀπό Αὐστραλίας, ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καί τῆς ἀγάπης, καλογηρικός, ταπεινός, ἀξιόθεος.
Συναγωνισμός ἀνάμεσα στά παλαιότερα γεροντάκια, ποιός νά κρατήσει τήν ᾢαν τοῦ μανδύα του. Ὑποχωροῦν ὅλοι στόν ἁγιασμένο γερο-Ἡσύχιο. Σ' ὅλη τήν ἀγρυπνία ὁ ἡλικιωμένος Ἐπίσκοπος στέκεται ὄρθιος στό Δεσποτικό, ἥσυχος, πράος καί βλογημένος.
Πανηγυρική κωδωνοκρουσία σέ τρεῖς στάσεις. «Δόξα  τῇ Ἁγίᾳ καί  Ὁμοουσίῳ καί Ζωοποιῷ καί Ἀδιαιρέτῳ Τριάδι...». Ἀρχίζει ἡ Ἀγρυπνία. Ἀρχίζει ἡ μεγάλη πορεία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Εὐφρόσυνα, χαρούμενα, πανηγυρικά.
Στόν δεξιό χορό ὁ καλλικέλαδος πάπα-Παντελεήμων ὁ Κάρτσωνας, τό ἀηδονάκι τῆς Ἁγίας Ἄννας. Στήν ἐνάτη ἔδωσε τόν καλλίτερο ἑαυτό του. Ἀκούγοντας τό «Θεός, Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν. Συστήσασθε  ἑορτήν καί ἀγαλλόμενοι  δεῦτε  μεγαλύνωμεν  Χριστόν μετά βαΐων καί κλάδων...» δέν ξέρεις ἄν εἶσαι στή γῆ ἤ ἔχεις ἁρπαγεῖ μέ τόν Παῦλο στόν τρίτο οὐρανό.
Εὐλογοῦνται τά βάγια καί μοιράζονται στούς πατέρες. Ὅλοι θά τά κρατοῦν στό χέρι μέχρι τέλους τῆς λειτουργίας. Τά «νικητικά κατά τῶν παθῶν σύμβολα», κατά τόν μεγάλο Ἁγιορείτη Νικόδημο... Οἱ Ἐκκλησιαστικοί, μεγαλοπρεπεῖς μέσα στούς μαύρους μανδύες τους, σκορπίζουν βάγια σ̉ ὅλον τόν ναό, στή λιτή, στόν ἐξωνάρθηκα. «Ἐξέλθετε ἔθνη, ἐξέλθετε καί λαοί…». Εὐωδία δάφνης ἑλληνοπρεποῦς στά πόδια τοῦ Εἰσερχομένου στήν Ἁγία Πόλι ἐπί πώλου ὄνου Βασιλέως τῶν ὅλων...
Γίνεται καί χειροτονία Διακόνου. Τό καλογέρι τῶν Καρτσωναίων, ὁ Χρυσόστομος.
Στήν τράπεζα συνεχίζεται ἡ μυσταγωγία. Καμπάνες, διβάμβουλα, κατζία, μέ τόν ποτάμιο μανδύα του ὁ Ἀρχιερεύς, τόν πορφυροῦν καί περίχρυσον, μέ ἀνάγνωση πατερική (ἡ ἀνάγνωση εἶναι ἡ μεγαλύτερη αὐθεντία ἐν Ἁγίῳ Ὄρει: «Τό εἶπε ἡ ἀνάγνωσις!...» ἔλεγαν οἱ παλαιοί, (πού θά πεῖ: Roma locuta, causa finita), μέ Ὕψωση τῆς Παναγίας, μέ προσφώνηση τοῦ Ἡγουμένου καί ὁμιλία τοῦ Δεσπότη. 
Στό τέλος ὁ Γέροντας τοῦ νεοχειροτόνητου μοιράζει σ̉ ὅλους ἀπό ἕνα ρινόμακτρο ἀντί μπομπονιέρας. Παλαιό ἁγιορείτικο ἔθιμο, γιά νά ‘χουν νά σκουπίζουν οἱ πατέρες τά καρδιοστάλακτα δάκρυα τῆς κατανύξεως καί τά γλυκερά καί παραμυθητικά τοῦ χαροποιοῦ πένθους... Ἐν ὄψει τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάθους ξεχωριστά χρήσιμο...
Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου σεμνή, ἀργόσυρτη, προσεγμένη, χωρίς μελοδραματικές ἐξάρσεις, χωρίς δυτικόφερτα μαῦρα καί μενεξελιά χρώματα σέ ἄμφια καί καλύμματα. Τό κατά Θεόν πένθος, τό χαροποιό, εἶναι διαφορετικό ἀπό τό κοσμικό. Οὔτε ἀπό κρέπια ἐξαρτᾶται, οὔτε ἀπό πλερέζες, οὔτε ἀπό χρώματα. Εἶναι ὑπόθεση καρδιᾶς, ἐσωτερική, μυστική. Ἄλλωστε οἱ Μοναχοί μία φορά τά φόρεσαν τά μαῦρα καί διά βίου.
Πρωινή ἀκολουθία τῆς Μεγάλης Δευτέρας. Ὧρες καί ἀτέλειωτα εὐαγγελικά ἀναγνώσματα. Τό βράδυ πανηγυρικός ἑσπερινός, ἀνοιξαντάρια, λιτή, ἀρτοκλασία, ὁλονύκτια ἀγρυπνία! Καθημερινά οἱ περισσότερες ὧρες περνοῦν μέσα στόν ναό. Οἱ ἀκολουθίες εἶναι σχοινοτενεῖς, τά ἀλλεπάλληλα εὐαγγελικά ἀναγνώσματα ἀτέλειωτα. Τό σῶμα, κουρασμένο καί ἀπό τήν ἀλαδιά καί μονοφαγία, καταπονεῖται, ἀλλά ἔρχεται ἡ παράκληση τοῦ Παρακλήτου καί ἡ γλυκύτατη κατάνυξη. Βιώνεται ἔντονα τό «Πᾶσαν τήν βιοτικήν  ἀποθώμεθα  μέριμναν, ὡς τόν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι».
Τή Μεγάλη Πέμπτη ἡ Ἀκολουθία τῶν Ἀχράντων Παθῶν ἔχει κάτι τό μοναδικό. Τά λυρικότατα ἀντίφωνα ψάλλονται ἀργά, σεμνά, ἀπό νηστεμένα στόματα καί ἡ ψυχή τά ρουφᾶ σάν σφουγγάρι. Γλυκά δάκρυα ἔρχονται σ̉ ὅλους. Παλαιότερα στό Ὄρος δέν λιτανευόταν μετά τό πέμπτο εὐαγγέλιο τῆς Ἀκολουθίας τῶν Ἀχράντων Παθῶν ὁ Ἐσταυρωμένος. Ἁπλούστατα ὁ Ἐκκλησιαστικός ἔφερνε κι ἔβαζε στό προσκυνητάρι τήν ἱερά εἰκόνα τῆς Σταυρώσεως. Ὅπως καί δέν γινόταν, βέβαια, ἡ λεγομένη Ἀποκαθήλωσις (οὔτε στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γίνεται μέχρι σήμερα). Τώρα, ἄλλοι παπάδες ἤρθανε κι ἄλλα χαρτιά βαστούσανε...
Ἡ Μεγάλη Παρασκευή δέν ἔχει τίποτε ἀπό τό δραματικό στοιχεῖο καί τίς φιοριτοῦρες πού παρεισέφρυσαν τά τελευταῖα χρόνια στήν πράξη τῶν ἐνοριῶν. Ὅλα λιτά, δωρικά, μοναχοπρεπή. Ἕνα ἁπλό τραπέζι στό κέντρο τοῦ ναοῦ, χωρίς κουβούκλιο, μέ τόν ὑφασμάτινο ἐπιτάφιο (ἀέρα) καί τό ἱερό Εὐαγγέλιο, τήν «διά χάρτου καί μέλανος» εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί λίγα ἄνθη, πού τά μαζέψαμε τό πρωί ἀπό τή γειτονική ρεματιά, μοναχοί μαζί καί προσκυνητές, εἶναι ὅλος κι ὅλος ὁ Ἐπιτάφιος. Στό νοῦ ἔρχεται ὁ ἀνεπανάληπτος, ἀριστουργηματικός στήν ἁπλότητά του, βυζαντινός Ἐπιτάφιος τοῦ Καντακουζηνοῦ (1354) τῆς Μονῆς Βατοπεδίου...
Ἡ ἀκολουθία εἶναι μακρύτερη. Κανένας δέ βιάζεται. Ὑπνεῖ ἡ ζωή. Ὁ Βασιλεύς κεκοίμηται. Κάθε σκίρτημα γήινο, λοιπόν, καταστέλλεται. Μόνο ἡ καρδιά, γεμάτη χαρμολύπη, ἀγρυπνεῖ μέ ἀδιάλειπτη προσευχή, καθώς ὁ θεῖος Ἔρωτάς της καθεύδει. Ὅταν οἱ δύο χοροί μαζί, μέ κορυφαίους τόν Δαμασκηνό, τόν Ὑπάτιο καί τόν παπα-Μελέτιο, ψάλλουν τό «Σέ τόν  ἀναβαλλόμενον  τό  φῶς ὥσπερ ἱμάτιον», κι οἱ πέτρες ραγίζουν. Οἱ πατέρες δυσκολεύονται νά κρύψουν τά συναισθήματά τους.
Ἡ περιφορά τοῦ Ἐπιταφίου γίνεται γύρω ἀπό τό Καθολικό, μέ κηροδοσία, ψαλλομένου τοῦ «Τόν ἥλιον κρύψαντα τάς ἰδίας ἀκτίνας...». Φέρεται πάνω στά ἀσκεπῆ κεφάλια τεσσάρων σεπτῶν ἱερομονάχων, μέ ἐπικεφαλῆς τόν ἡγούμενο ὁ ὁποῖος καί κρατᾶ πάνω στό στῆθος του μέ τό δεξί του χέρι τό ἱερό Εὐαγγέλιο.
Κατά τήν ἐπάνοδο στόν ναό, ὁ γερο-Δαμιανός ὁ οἰκονόμος, κατανενυγμένος σάν παιδί, αὐτός ὁ ζόρικος, ὁ φωνακλάς Ἀρβανίτης, μέ δάκρυα στά μάτια, ραντίζει μέ ροδόσταμο τούς πάντες, εὐχόμενος  «Καλή Ἀνάσταση».


Μητροπολίτης πρώην Νέας Ζηλανδίας Ἰωσήφ

Τετράδιο 157 * Ἀπρίλιος 2013


Τά ΄δατε τά μάθατε

Ἦταν μιά θεία θέληση
κι ἑνός ἁγίου τάμα
Ἐμεῖς οἱ δυό νά σμίξουμε
καί νά γενεῖ τό θάμα:
Οἱ βάρκες ν' ἀνεβαίνουνε
ὡς τά ψηλά μπαλκόνια
Κι οἱ ὀρτανσίες νά πετοῦν
καθώς τά χελιδόνια
Ν' ἀνάβουν οἱ ἅγιοι κερί
στή χάρη τῶν δυονῶ μας
Καί τά ψαράκια νά φιλοῦν
τήν ἄκρη τῶν ποδιῶν μας
Ὅλος ὁ κόσμος ν' ἀπορεῖ
μωρέ τί νά 'ν' καί τοῦτο
Μέ τό μπουζούκι νά λαλεῖ
καί τό μικρό λαγοῦτο:
-Τά 'δατε τά μάθατε
μία ἀγάπη πού ἐγεννήθη
Ἄνθρωπος δέν τήν κατελεῖ
κι ὁ Ἅδης ἐνικήθη.


Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Τετράδιο 157 * 'Απρίλιος 2013

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Διὰ τῆς πατροπαραδότου ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς ὄχι μόνον τὰ ἱερὰ ᾄσματα ἔγιναν προσφιλῆ καὶ οἰκεῖα εἰς τὴν ἀκοήν, καὶ ἡ γλῶσσα εἰς ἣν ταῦτα εἶναι γεγραμμένα καταληπτή, ὡς ἔγγιστα, καὶ εἰς τοὺς ἀγραμμάτους, ἀλλά καὶ αὐτὰ τῶν Θείων Εὐαγγελίων τὰ ρήματα διὰ τῆς αὐτῆς μουσικῆς καὶ τοῦ λογαοιδικοῦ αὐτῆς τρόπου κατέστησαν οἰκειότερα εἰς τὴν ἀκοὴν καὶ βαθύτερον πάντοτε εἰσδύουσιν εἰς τῶν ἀκροατῶν τὰς καρδίας.
Ὅθεν ἡ γλῶσσα αὕτη, εἰς ἣν εἶναι γεγραμμένα τό τε Εὐαγγέλιον καὶ τὰ ἱερὰ ᾄσματα, ἔχει τὸ μοναδικὸν εἰς τὸν κόσμον προνόμιον νὰ ἐξακολουθῇ καὶ μετὰ εἴκοσιν αἰῶνας νὰ εἶναι ζωντανὴ εἰς τὴν ἀκοὴν τουλάχιστον.
Ἂς δοκιμάσῃ τις νὰ μεταφράσῃ ἓν τροπάριον εἰς τὴν δημώδη, καὶ τότε θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ γλῶσσα, ἥτις εἶναι ζωντανὴ εἰς τὰ ἡρωϊκὰ καὶ ἐρωτικὰ ᾄσματα τοῦ λαοῦ, εἶναι ψυχρὰ μέχρι νεκροφανείας διὰ τὰ τροπάρια.
Π.χ. «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος...». Θὰ ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ θὰ γεμίσῃ πνέμμα (ἢ πλέμμα ἢ πλέγμα) καὶ λόγο θὰ βγάλω (διότι πῶς ἄλλως θ᾿ ἀποδοθῇ ἡ μεταφορὰ ἢ ἡ μετωνυμία τοῦ ἐρεύξομαι;).
«Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον...». Ἀξίζει ἀλήθεια νὰ σὲ καλοτυχίζουμε σένα τὴ Θεοτόκο, ποὺ εἶσαι πάντα καλότυχη, καὶ καθαρώτατη, καὶ μάνα τοῦ Θεοῦ μας...
Πλὴν θὰ εἴπῃ τις, ἀντὶ νὰ μεταφρασθῶσι τὰ ὑπάρχοντα, ἂς ποιηθῶσι νέα ἐκκλησιαστικὰ ᾄσματα ὑπὸ τῶν δοκίμων ποιητῶν μας.
Ναί, βέβαια, λέγομεν ἡμεῖς, καὶ εἶναι τόσον εὔκολον τὸ πρᾶγμα!... νὰ ἐμφυσηθῇ ζωὴ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ, νὰ δοθῇ ἔμπνευσις ἐκεῖ ὅπου λείπει ἡ ψυχή !...
Καὶ ποῦ εἶναι οἱ δόκιμοι ποιηταί μας;... Καὶ ἂν τοιοῦτοι ὑπάρχουν, αὐτοὶ ἐνδιαφέρονται περισσότερον διὰ τὸν Νίτσε καὶ τὸν Ἴψεν παρὰ διὰ τὰ κατ᾿ αὐτοὺς σκουριασμένα ντόπια πράγματα!...
Ἄλλως, διὰ νὰ γίνουν νέα θρησκευτικὰ ᾄσματα πρέπει νὰ γίνῃ πρῶτα καὶ νέα θρησκεία...
Ἂς δοκιμάσουν λοιπὸν ἐκεῖνοι ποὺ τὰ ὀνειροπολοῦν αὐτὰ νὰ κάμουν θρησκείαν χειροποίητον, θρησκείαν γιὰ τὰ κέφια τους καὶ τότε θὰ καταλάβουν καὶ οἱ ἴδιοι πόσον εἶναι μωροὶ καὶ τυφλοί.
Εἴπομεν ὅτι διὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς καὶ τοῦ λογαοιδικοῦ αὐτῆς τρόπου κατέστησαν γνωριμώτερα εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ τὰ λόγια τῶν θείων Εὐαγγελίων, ὡς καὶ τοῦ Ἀποστόλου.
Ὁ λογαοιδικὸς οὗτος τρόπος τῆς ἀπαγγελίας εἶναι ἀρχαιότατος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ εἶναι γνησίως ἑλληνικός, ὅπως φαίνεται καὶ εἰς τὰ παλαιὰ δράματα. Ἐκ τούτου παρέλαβον καὶ οἱ Δυτικοὶ τὰ παρ᾿ αὐτοῖς plain-chant.
Ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἀπαγγελίας διὰ τῆς παρατάσεως ὅλων μὲν τῶν συλλαβῶν, ἀλλὰ μάλιστα τῆς καταλήξεως ἑκάστης περιόδου ἢ ἑκάστου κώλου, σημαίνει καὶ μιμεῖται τὸ κήρυγμα, ἤτοι τὴν φωνὴν τοῦ κήρυκος, καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, «κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει».
Εἶναι ἄρα τὸ λογαοιδικὸν τοῦτο μέλος κανονικώτατον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἀνήκει εἰς τὸν πλάγιον δ´ ἢ τὸν βαρὺν ἦχον.
Ἐθίζεται δὲ ν᾿ ἀπαγγέλληται ὁ μὲν Ἀπόστολος μετά τινος ποικιλίας τόνων καὶ φθόγγων, τὸ δὲ Εὐαγγέλιον ἁπλούστερον καὶ ὅλως ἀπερίττως.
Οἱ περὶ πάντα ἐπιπόλαιοι καὶ ἀταλαίπωροι νεωτερισταὶ κατέκριναν καὶ τὸ λογαοιδικὸν τοῦτο μέλος καὶ εἶπαν ὅτι τοῦτο εἶναι «ἐπίῤῥινον» δῆθεν καὶ κακόζηλον.
Εὗρον δὲ καὶ τινὰς καινοτόμους ἱερεῖς, οἵτινες πεισθέντες εἰς τὰς εἰσηγήσεις τῶν ξενοφρόνων ἐκείνων, κατήργησαν αὐθαιρέτως τὸν λογαοιδικὸν τρόπον καὶ ἀπαγγέλλουσι τὰς περικοπὰς τῶν θείων ρημάτων δι᾿ ἁπλῆς ἀναγνώσεως.
Εἰς τοὺς τοιούτους ἱερεῖς πρέπει ν᾿ ἀπαγορευθῇ ἁρμοδίως ἡ καινοτομία αὕτη.
Ὀφείλομεν νὰ ψάλλωμεν ἐν Ἐκκλησίᾳ μὲ πραείας φωνάς, μὲ φωνὴν αὔρας λεπτῆς, καὶ ὄχι μὲ πολυφωνίας καὶ παραφωνίας, αἵτινες ὁμοιάζουν μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνέμου τὸ βίαιον καὶ μὲ τὸν συσσεισμόν, μέσῳ τῶν ὁποίων δὲν ἐφανερώθη ὁ Θεός...


λέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετράδιο 155 * Φεβρουάριος 2013