Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014


Πῶς ἐκκλησιάζεσαι;
Στὴν ἐκκλησία συντηρεῖται ἡ χαρὰ ὅσων χαίρονται· στὴν ἐκκλησία βρίσκεται ἡ εὐθυμία τῶν πικραμένων, ἡ εὐφροσύνη τῶν λυπημένων, ἡ ἀναψυχὴ τῶν βασανισμένων, ἡ ἀνάπαυση τῶν κουρασμένων. Γιατί ὁ Χριστὸς λέει: «Ἐλᾶτε σ᾿ ἐμένα ὅλοι ὅσοι εἶστε κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι μὲ προβλήματα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω». Τί πιὸ ποθητὸ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ φωνή; Τί πιὸ γλυκὸ ἀπὸ τούτη τὴν πρόσκληση; Σὲ συμπόσιο σὲ καλεῖ ὁ Κύριος, ὅταν σὲ προσκαλεῖ στὴν ἐκκλησία· σὲ ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς κόπους σὲ παρακινεῖ· σὲ ἀνακούφιση ἀπὸ τὶς ὀδύνες σὲ μεταφέρει. Γιατὶ σὲ ξαλαφρώνει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Μὲ τὴν πνευματικὴ ἀπόλαυση θεραπεύει τὴ στενοχώρια καὶ μὲ τὴ χαρὰ τὴ λύπη.
Λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔρχονται στὴν ἐκκλησία. Τί θλιβερό! Στοὺς χοροὺς καὶ στὶς διασκεδάσεις τρέχουμε πρόθυμα. Τὶς ἀνοησίες τῶν τραγουδιστῶν τὶς ἀκοῦμε μὲ εὐχαρίστηση. Τὶς αἰσχρολογίες τῶν ἠθοποιῶν τὶς ἀπολαμβάνουμε γιὰ ὦρες, δίχως νὰ βαριόμαστε. Καὶ μόνο ὅταν μιλάει ὁ Θεός, χασμουριόμαστε, ξυνόμαστε καὶ ζαλιζόμαστε. Μὰ καὶ στὰ ἱπποδρόμια, μολονότι δὲν ὑπάρχει στέγη γιὰ νὰ προστατεύει τοὺς θεατὲς ἀπὸ τὴ βροχή, τρέχουν οἱ περισσότεροι σὰν μανιακοί, ἀκόμα κι ὅταν βρέχει ραγδαῖα, ἀκόμα κι ὅταν ὁ ἄνεμος σηκώνει τὰ πάντα. Δὲν λογαριάζουν οὔτε τὴν κακοκαιρία οὔτε τὸ κρύο οὔτε τὴν ἀπόσταση. Τίποτα δὲν τοὺς κρατάει στὰ σπίτια τους. Ὅταν, ὅμως, πρόκειται νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, τότε καὶ τὸ ψιλόβροχο τοὺς γίνεται ἐμπόδιο. Κι ἂν τοὺς ρωτήσεις, ποιὸς εἶναι ὁ Ἀμὼς ἢ ὁ Ὀβδιού, πόσοι εἶναι οἱ προφῆτες ἢ οἱ ἀπόστολοι, δὲν μποροῦν ν᾿ ἀνοίξουν τὸ στόμα τους. Γιὰ τ᾿ ἄλογα, ὅμως, τοὺς τραγουδιστὲς καὶ τοὺς ἠθοποιοὺς μποροῦν σὲ πληροφορήσουν μὲ κάθε λεπτομέρεια. Εἶναι κατάσταση αὐτή;
Μὰ καὶ ἡ ἐνδυμασία μας στὸν ναὸ νὰ εἶναι καλὴ ἀπὸ κάθε πλευρά. Νὰ εἶναι κόσμια καὶ ὄχι ἐξεζητημένη. Γιατί τὸ κόσμιο εἶναι σεμνό, ἐνῷ τὸ ἐξεζητημένο εἶναι ἄσεμνο.
Τί λές, γυναῖκα; Ἔρχεσαι στὸν ναὸ νὰ προσευχηθεῖς, καὶ στολίζεσαι μὲ χρυσαφικὰ καὶ χτενίζεσαι ἐπιτηδευμένα; Μήπως ἦρθες γιὰ νὰ χορέψεις; Μήπως γιὰ νὰ λάβεις μέρος σὲ γαμήλια γιορτή; Ἐκεῖ ἔχουν θέση τὰ χρυσαφικὰ καὶ οἱ πολυτέλειες· ἐδῶ δὲν χρειάζεται τίποτα ἀπ᾿ αὐτά. Ἦρθες νὰ παρακαλέσεις τὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου. Τί στολίζεις, λοιπόν, τὸν ἑαυτό σου; Αὐτὴ ἡ ἐμφάνιση δὲν εἶναι γυναίκας ποὺ ἱκετεύει. Πῶς μπορεῖς νὰ στενάξεις, πῶς μπορεῖς νὰ δακρύσεις, πῶς μπορεῖς νὰ προσευχηθεῖς μὲ θέρμη, ἔχοντας τέτοια ἀμφίεση; Θέλεις νὰ φαίνεσαι εὐπρεπής; Φόρεσε τὸ Χριστὸ καὶ ὄχι τὸν χρυσό.
Ντύσου τὴν ἐλεημοσύνη, τὴν φιλανθρωπία, τὴν σωφροσύνη, τὴν ταπεινοφροσύνη. Αὐτὰ ἀξίζουν περισσότερο ἀπ᾿ ὅλο τὸ χρυσάφι. Αὐτὰ καὶ τὴν ὡραία τὴν κάνουν ὡραιότερη καὶ τὴν ἄσχημη τὴν ὀμορφαίνουν. Νὰ ξέρεις, γυναῖκα, πώς, ὅταν στολιστεῖς πολύ, γίνεσαι πιὸ αἰσχρὴ κι ἀπὸ τὴ γυμνή, γιατὶ ἔχεις ἀποβάλει πιὰ τὴν κοσμιότητα.
Ἀλλὰ καὶ ἡ διαγωγή μας, ὅσο βρισκόμαστε μέσα στὸν ναό, ἂς εἶναι ἡ πρέπουσα, ὅπως ἁρμόζει σὲ ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται μπροστὰ στὸν Θεό. Νὰ μὴν ἀσχολούμαστε μὲ ἄσκοπες συζητήσεις, μὰ νὰ στεκόμαστε μὲ φόβο καὶ τρόμο, μὲ προσοχὴ καὶ προθυμία, μὲ τὸ βλέμμα στραμμένο στὴ γῆ καὶ τὴν ψυχὴ ὑψωμένη στὸν οὐρανό.
Γιατὶ ἔρχονται πολλοὶ στὴν ἐκκλησία, ἐπαναλαμβάνουν μηχανικὰ ψαλμοὺς καὶ εὐχές, καὶ φεύγουν, δίχως νὰ ξέρουν τί εἶπαν. Τὰ χείλη κινοῦνται, ἀλλὰ τ᾿ αὐτιὰ δὲν ἀκοῦνε. Ἐσὺ δὲν ἀκοῦς τὴν προσευχή σου, καὶ θέλεις νὰ σὲ εἰσακούσει ὁ Θεός; Γονάτισα, λές· ἀλλὰ ὁ νοῦς σου πετοῦσε μακριά. Τὸ σῶμα σου ἦταν μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ ἡ ψυχή σου ἔξω. Τὸ στόμα ἔλεγε τὴν προσευχὴ καὶ ὁ νοῦς μετροῦσε τόκους, συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστροφὲς μὲ φίλους. Κι ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν, γιατὶ ὁ διάβολος εἶναι πονηρός· ξέρει πὼς τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς κερδίζουμε πολλά, γι᾿ αὐτὸ τότε ἐπιτίθεται μὲ μεγαλύτερη σφοδρότητα. Ἄλλες φορὲς εἴμαστε ξαπλωμένοι στὸ κρεβάτι, καὶ τίποτα δὲν σκεφτόμαστε· ᾔρθαμε ὅμως στὴν ἐκκλησία νὰ προσευχηθοῦμε, καὶ ὁ διάβολος μᾶς ἔβαλε ἕνα σωρὸ λογισμούς, ὥστε καθόλου νὰ μὴν ὠφεληθοῦμε.
Ἀλίμονο! Βρίσκεσαι στὴ θεία Λειτουργία, κι ἐνῷ τὸ βασιλικὸ τραπέζι εἶναι ἑτοιμασμένο, ἐνῷ ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ θυσιάζεται γιὰ χάρη σου, ἐνῷ ὁ ἱερέας ἀγωνίζεται γιὰ τὴ σωτηρία σου, ἐσὺ ἀδιαφορεῖς. Τὴν ὥρα ποὺ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφεὶμ σκεπάζουν τὰ πρόσωπά τους ἀπὸ δέος καὶ ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα παρακαλοῦν τὸν Θεὸ γιὰ σένα, τὴ στιγμὴ ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἡ φωτιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ χύνεται ἀπὸ τὴν ἄχραντη πλευρά Του μέσα στὸ ἅγιο Ποτήριο, τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἡ συνείδησή σου, ἄραγε, δὲν σὲ ἐλέγχει γιὰ τὴν ἀπροσεξία σου; Σκέψου, ἄνθρωπέ μου, μπροστὰ σὲ Ποιὸν στέκεσαι τὴν ὥρα τῆς φρικτῆς μυσταγωγίας καὶ μαζὶ μὲ ποιοὺς – μὲ τὰ Χερουβείμ, μὲ τὰ Σεραφείμ, μὲ ὅλες τὶς οὐράνιες δυνάμεις. Ἀναλογίσου μαζὶ μὲ ποιοὺς ψάλλεις καὶ προσεύχεσαι. Εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ συνέλθεις, ὅταν θυμηθεῖς ὅτι, ἐνῷ ἔχεις ὑλικὸ σῶμα, ἀξιώνεσαι νὰ ὑμνεῖς τὸν Κύριο τῆς κτίσεως μαζὶ μὲ τοὺς ἀσώματους ἀγγέλους.
Καὶ σὰν ἔρθει ἡ στιγμὴ τῆς θείας Κοινωνίας καὶ πρόκειται νὰ πλησιάσεις τὴν ἁγία Τράπεζα, πίστευε ἀκλόνητα πὼς ἐκεῖ εἶναι παρὼν ὁ Χριστός, ὁ Βασιλιὰς τῶν ὅλων. Ὅταν δεῖς τὸν ἱερέα νὰ σοῦ προσφέρει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, μὴ νομίσεις ὅτι ὁ ἱερέας τὸ κάνει αὐτό, ἀλλὰ πίστευε ὅτι τὸ χέρι ποὺ ἁπλώνεται εἶναι τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὸς ποὺ λάμπρυνε μὲ τὴν παρουσία Του τὴν τράπεζα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, Αὐτὸς καὶ τώρα διακοσμεῖ τὴν Τράπεζα τῆς θείας Λειτουργίας. Παραβρίσκεται πραγματικὰ καὶ ἐξετάζει τοῦ καθενὸς τὴν προαίρεση καὶ παρατηρεῖ ποιὸς πλησιάζει μὲ εὐλάβεια ταιριαστὴ στὸ ἅγιο Μυστήριο, ποιὸς μὲ πονηρὴ συνείδηση, μὲ σκέψεις βρωμερὲς καὶ ἀκάθαρτες, μὲ πράξεις μολυσμένες. Ἀναλογίσου, λοιπόν, κι ἐσὺ ποιὸ ἐλάττωμά σου διόρθωσες, ποιὰν ἀρετὴ κατόρθωσες, ποιὰν ἁμαρτία ἔσβησες μὲ τὴν ἐξομολόγηση, σὲ τί ἔγινες καλύτερος. Ἂν ἡ συνείδησή σου σὲ πληροφορεῖ ὅτι φρόντισες ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἐπούλωση τῶν ψυχικῶν σου τραυμάτων, ἂν ἔκανες κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴ νηστεία, κοινώνησε μὲ φόβο Θεοῦ. Ἀλλιῶς, μεῖνε μακριὰ ἀπὸ τὰ ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ ὅταν καθαριστεῖς ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἁμαρτίες σου, τότε νὰ πλησιάσεις.
Ὑπάρχει κι ἕνα ἄλλο θέμα: Πολλοὶ κοινωνοῦν μία φορὰ τὸ χρόνο, ἄλλοι δυὸ φορές, ἄλλοι περισσότερες. Ποιοὺς ἀπ᾿ αὐτοὺς θὰ ἐπιδοκιμάσουμε; Ὅσους μιὰ φορά, ὅσους πολλὲς ἢ ὅσους λίγες φορὲς μεταλαβαίνουν; Οὔτε τοὺς μία οὔτε τὶς πολλὲς οὔτε τοὺς λίγες, μὰ ἐκείνους ποὺ πλησιάζουν στὸ ἅγιο Ποτήριο μὲ καρδιὰ ἁγνή, μὲ βίο ἀνεπίληπτο. Αὐτοὶ ἂς κοινωνοῦν πάντα. Οἱ ἄλλοι, οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, ἂς μένουν μακριὰ ἀπὸ τὰ ἄχραντα Μυστήρια, γιατί ἀλλιῶς κρῖμα καὶ καταδίκη, ἑτοιμάζουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους.
Ὁ ἅγιος ἀπόστολος λέει: «Ὅποιος τρώει τὸν ἄρτο καὶ πίνει τὸ ποτήριο τοῦ Κυρίου μὲ τρόπο ἀνάξιο, γίνεται ἔνοχος ἁμαρτήματος ἀπέναντι στὸ σῶμα καὶ στὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, προκαλώντας τὴν καταδίκη του». Θὰ τιμωρηθεῖ, δηλαδή, τόσο αὐστηρά, ὅσο καὶ οἱ σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ κι ἐκεῖνοι ἔγιναν ἔνοχοι ἁμαρτήματος ἀπέναντι στὸ σῶμα Του.
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἔχουν φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο περιφρονήσεως τῶν ἁγίων Μυστηρίων, ὥστε, ἐνῷ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ἀμέτρητες κακίες καὶ δὲν διορθώνουν καθόλου τὸν ἑαυτό τους, κοινωνοῦν στὶς γιορτὲς ἀπροετοίμαστοι. Μὴ γνωρίζοντας ὅτι προϋπόθεση τῆς θείας Κοινωνίας δὲν εἶναι ἡ γιορτή, ἀλλά, καθὼς εἴπαμε, ἡ καθαρὴ συνείδηση. Καὶ ὅπως αὐτὸς ποὺ δὲν αἰσθάνεται κανένα κακὸ στὴ συνείδησή του, πρέπει καθημερινὰ νὰ προσέρχεται στὴ θεία Κοινωνία, ἔτσι κι αὐτὸς ποὺ εἶναι φορτωμένος ἁμαρτήματα καὶ δὲν μετανοεῖ, πρέπει νὰ μὴν κοινωνεῖ οὔτε στὴ γιορτή.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ πάλι σᾶς παρακαλῶ ὅλους νὰ μὴν πλησιάζετε στὰ θεῖα Μυστήρια ἔτσι ἀπροετοίμαστοι κι ἐπειδὴ τὸ ἀπαιτεῖ ἡ γιορτή, ἀλλά, ἂν κάποτε ἀποφασίσετε νὰ λάβετε μέρος στὴ θεία Λειτουργία καὶ νὰ κοινωνήσετε, νὰ καθαρίζετε καλὰ τὸν ἑαυτό σας, ἀπὸ πολλὲς μέρες πρίν, μὲ τὴ μετάνοια, τὴν προσευχή, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ φροντίδα γιὰ τὰ πνευματικὰ πράγματα.

Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Τετράδιο 130 * Δεκέμβριος 2010

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014


Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν
Στήν σκληρότητα πού δεσπόζει στόν κόσμο, ὁ Λυτρωτής ἔρχεται ὡς «παιδίον»· προβάλλοντας ἀπό τήν πρώτη στιγμή τήν ἁγνότητα, ἡ ὁποία συμπυκνώνει μιά δυναμική μυστική καί ἀναρίθμητες δυνατότητες. Μέ αὐτή τήν ἤρεμη καί ἄφοβη ἀθωότητα, ὁ σαρκωθείς Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀντικρίζει τή γεμάτη πονηρία καί ραδιουργία  διεφθαρμένη ἀνθρώπινη πραγματικότητα. «Ἀκακίας γάρ σύμβολον τό ἀρτιγενές ἐστι  παιδίον· νέα γάρ ὥσπερ κτίσις τό βρέφος», ἐπισημαίνει ὁ  Ἅγιος Κύριλλος  Ἀλεξανδρείας . Τό παιδί ἔχει μιά ὀμορφιά μέ πρωτόγονη ἰσχύ, ὅμως τόσο εὔθραυστη.
Τήν ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς – ἐκεῖ ὅπου γεννιοῦνται οἱ ἐπιθυμίες καί οἱ διαθέσεις – ζήτησε ἀπό τούς δικούς Του ὁ Λυτρωτής τοῦ κόσμου. Ὄχι τόσο τήν ἐξωτερική ἐπιφάνεια κάποιας εὐσεβείας, ἀλλά κυρίως τήν καθαρότητα τοῦ βάθους τῆς ὑπάρξεως. Σέ ὥριμη, ἀργότερα, ἡλικία, ὁ Χριστός, καθώς ἀντιμετώπιζε τήν πολεμική τῶν δῆθεν θεοφοβούμενων Φαρισαίων καί τῶν σκεπτικιστῶν Σαδδουκαίων, προειδοποίησε: «Ἐάν μή στραφῆτε καί γένησθε ὡς τά παιδία οὐ μή εἰσέλθετε εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν». Εὐλόγησε καί ἀγκάλιασε τά παιδιά καί δήλωσε: «Τῶν γάρ τοιούτων ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Σέ ὅσους εἶναι σάν κι αὐτά στήν ἁπλότητα, στήν ἀγαθοσύνη, «τοιούτων τουτέστιν τῶν ἐχόντων ἐκ φύσεως τήν ἀκακίαν καί μετριοφροσύνην προαιρετικῶς κτησαμένην, ἥν τά παιδία ἔχουσιν ἀπό φύσεως», ἐξηγεῖ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θεοφύλακτος. Καί ὁ Χριστός ἐπιμένει: «Ἀμήν, λέγω ὑμῖν, ὅς ἐάν μή δέξηται τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ὡς παιδίον, οὐ μή εἰσέλθη εἰς αὐτήν».
Σέ ἄλλη εὐκαιρία, ζωγραφίζοντας τό ἦθος, τή στάση ζωῆς αὐτῶν τούς ὁποίους ἀναγνωρίζει δικούς Του, βεβαιώνει : «μακάριοι οἱ καθαροί τῆ καρδία ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Ὅσοι ἔχουν καρδιά καθαρή θά δοῦν πρόσωπο πρός πρόσωπο τόν Θεό καί θά ἔχουν ἀληθινή σχέση κοινωνίας μαζί Του. Αὐτοί εἶναι ὄντως μακάριοι.
Ἡ καθαρότητα, ἡ ἁγνότητα ψυχῆς τοῦ Ἰησοῦ δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν ἁπλοϊκότητα ἤ τήν ἀδυναμία. Ἀντίθετα, ἀναδεικνύεται θαρρετή καί ἀλύγιστη. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός στηλιτεύει τήν ὑποκρισία, τίς ἀδικίες, τή διαφθορά. Καί ἡ κριτική του ἀντηχεῖ καθοριστικά στή διάρκεια τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου, ἀνατρέποντας ἰσχυρά καί διεφθαρμένα κατεστημένα.
Ἡ Γέννηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἀνοίγει τά μάτια μας γιά νά ἀναζητήσουμε μέσα μας, στά βάθη τῆς ψυχῆς μας τό «παιδίον», τήν ἁγνότητα·  πού, κυνηγημένη ἀπό τήν ἐγωιστική πλευρά τοῦ ἑαυτοῦ μας – ἡ ὁποία θυμίζει διεφθαρμένο Ἡρώδη - ἔχει  ξενιτευθεῖ σέ κάποια γωνιά τοῦ ὑποσυνειδήτου μας. Παρά τίς ἀλλοιώσεις πού ἐπιφέρει ἡ ζωή, κάθε ἄνθρωπος κρύβει σέ κάθε πτυχή τῆς ψυχῆς του κάτι ἀπό τήν πρωτογενή παιδική ἀθωότητα. Νά δώσουμε στήν καθαρότητα καί ἁγνότητα - σκέψεων, διαθέσεων, κινήτρων – τήν πρέπουσα θέση στή ζωή μας.
Ἀσφαλῶς, εἶναι καλές οἱ ἀνακοινώσεις καί χρήσιμες οἱ ἀποφάσεις γιά τήν καταπολέμηση τῆς διαφθορᾶς. Ἀναγκαία ἡ ἀναζήτηση νέων μεθόδων καί συστημάτων γιά τήν πάταξή της. Ἀλλά, ὅπως ἔχει περίτρανα ἀποδειχθεῖ ἀπό ὅσα καθημερινά ἔρχονται στό φῶς, οἱ τρόποι καί οἱ μέθοδοι διαφυγῆς τῶν κυρώσεων εἶναι περισσότεροι. Ἡ διαφθορά πηγάζει ἀπό τόν νοῦ καί τήν καρδιά. Καί ἐκεῖ πρέπει μακροπρόθεσμα, μαζί μέ τά ἄμεσα τεχνικά μέτρα, νά κατευθυνθεῖ ἡ θεραπευτική ἀγωγή τῆς κοινωνίας μας. Ἀρχίζοντας ἀπό τήν ὀρθή ἀγωγή τῶν παιδιῶν, τῶν μικρῶν καί τῶν μεγάλων, κάνοντάς τους νά ἀγαπήσουν τήν ὀμορφιά τῆς ἁγνότητος καί τῆς τιμιότητος. Νά μάθουν νά ἀποστρέφονται τήν ἀπάτη· καί νά μήν καμαρώνουν γι’ αὐτήν. Νά συνειδητοποιήσουν ὅτι ἡ εἰλικρίνεια, ἡ εὐθύτητα καί ἡ δικαιοσύνη, ὅλες αὐτές οἱ μορφές τῆς ἁγνότητος στόν ὥριμο βίο, δέν εἶναι ἀδυναμία ἀλλά ἰδιότητες εὐγενικοῦ καί ἀδαμάντινου χαρακτήρα - πού τελικά παραμένει  ὅ,τι πιό πολύτιμο γιά τήν οἰκογένεια, τήν κοινωνία καί τόν πολιτισμό.  
«Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν». Σ’ αὐτή τή μεγάλη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, ἄς δεηθοῦμε, ὁ σαρκωθείς Λόγος τοῦ Θεοῦ νά μᾶς χαρίσει κάτι ἀπό τήν ἤρεμη ἀθωότητα καί τήν ἄφοβη ἁγνότητά Του. Νά μᾶς δωρίσει καθαρότητα διαθέσεων, αἰσθημάτων, κινήτρων, ἐνεργειῶν. Καί νά μᾶς φωτίσει, μέ τή δύναμη τῆς ἀλήθειας καί τῆς ἀγάπης Του, νά ἀντιστεκόμαστε σταθερά σέ κάθε μορφή διαφθορᾶς – ἐξωτερικῆς ἤ ἐσωτερικῆς.
Ἀναστάσιος
Ἀρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυραχίου καί πάσης Ἀλβανίας
Χριστούγεννα 2010


Τετράδιο 131 * Ἰανουάριος 2011

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Γιά ψώνια



Ὁ ξεπεσμένος δερβίσης
Ὁ Δερβίσης μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὸν τσουμπέν του, μὲ τὸν δουλαμάν του, ἐπῆρε τὸ τσιμπούκι του, τὸ νάϊ του, κ' ἔφυγε. Ποῦ νὰ ὑπάγῃ; Ἔκαμεν ὀλίγα βήματα ἀσκόπως, πέριξ τοῦ καφενείου. Παρέκει ἦτο ἡ σῆραγξ. Ἐσκάπτετο, ἦτο σκαμμένη. Ἔκαμνε ψύχραν, νυκτερινὸν ἀπόγειον. Μία μετὰ τὰ μεσάνυκτα. Ὁ κλήτωρ ὁ σκοπὸς περιεφέρετο ὑποκάτω εἰς τὸ κιόσκι, τὸ τσιγκοσκεπές, τῶν ἐκεῖ μαγαζείων.
Ὁ Δερβίσης ὁ πλάνης κατῆλθεν εἰς τὸ βάθος τῆς σήραγγος. Ἴσως ἤλπιζε νὰ εὕρῃ περισσότερον ἀπάγκειο ἐκεῖ. Ἐκάθισεν, ἀκούμβησεν. Ἐσκέπτετο τὸ ἄστατον τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Ἄσκ ὀλσοὺν τσιβιρινέκ. Χαρὰ σ' ἐκεῖνον ποὺ ξέρει νὰ τὸν γυρίζῃ, τὸν κόσμον αὐτόν.
Παρῆλθεν ὥρα. Ὁ κλήτωρ, ὅστις ἐπεριπάτει ἐκεῖ τριγύρω, ἐσκέπτετο τί νὰ εἶχε γίνει ὁ Δερβίσης, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἰδεῖ νὰ καταβαίνῃ εἰς τὴν σήραγγα. Ποῦ νὰ εἶναι;
Εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν τὴν ἄφωνον ἀπήντησε φωνή, ἦχος, μέλος γλυκύ.
Ὁ ξένος μουσουλμάνος εἶχε παγώσει ἐκεῖ ὅπου ἐκάθητο κ' ἐνύσταζε. Διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἔβγαλε τὸ νάϊ του καὶ ἤρχισε νὰ παίζῃ τὸν τυχόντα ἦχον, ὅστις τοῦ ἦλθε κατ' ἐπιφορὰν εἰς τὴν μνήμην.
Νάϊ, νάϊ, γλυκύ. Νάζι − κατὰ ἓν ζῆτα ἐλαττοῦται. Αὔρα, οὐρανός, ᾆσμα γλυκερόν, μελιχρόν, ἁβρόν, μεθυστικόν.
Νάϊ, νάϊ. Κατὰ δύο κοκκίδας, διαφέρει διὰ νὰ εἶναι τὸ Ναί, ὁποὺ εἶπεν ὁ Χριστός. Τὸ Ναὶ τὸ ἥμερον, τὸ ταπεινόν, τὸ πρᾷον, τὸ Ναὶ τὸ φιλάνθρωπον.
Κάτω εἰς τὸ βάθος, εἰς τὸν λάκκον, εἰς τὸ βάραθρον, ὡς κελάρυσμα ρύακος εἰς τὸ ρεῦμα, φωνὴ ἐκ βαθέως ἀναβαίνουσα, ὡς μύρον, ὡς ἄχνη, ὡς ἀτμός, θρῆνος, πάθος, μελῳδία, ἀνερχομένη ἐπὶ πτίλων αὔρας νυκτερινῆς, αἰρομένη μετάρσιος, πραεῖα, μειλιχία, ἄδολος, ψίθυρος, λιγεῖα, ἀναρριχωμένη εἰς τὰς ριπάς, χορδίζουσα τοὺς ἀέρας, χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον, παιδική, ἄκακος, ἑλισσομένη, φωνὴ παρθένου μοιρολογούσης, μινύρισμα πτηνοῦ χειμαζομένου, λαχταροῦντος τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἔαρος.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετράδιο 131 * Ἰανουάριος 2011

Ἡ νύχτα κατεβαίνει


Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014


Ἐπανάσταση καί μετάνοια
Πιστεύω ὅτι ὅταν κανείς ἀγωνίζεται γιά τά πολιτικά (χωρίς νά τό ἀπορρίπτω, δεδομένου ὅτι κι ἐγώ ἔκανα πορεῖες στούς δρόμους), ὁ ἀγώνας εἶναι γιά ν' ἀλλάξουμε τύραννο, ἄνθρωπο δυνάστη στό κεφάλι μας. Ἡ ἀληθινή ἐπανάσταση γίνεται μέσα μας, ἡ ἀλλαγή τοῦ ἑαυτοῦ μας. Τό 1975 εἶχα ἐπισκεφθεῖ τό Ἅγιον Ὅρος καί εἶχα γνωρίσει τόν γέροντα Παΐσιο. Τοῦ εἶπα λοιπόν:
- Βλέπω νέους πού γιά τίς ἰδέες τους θυσιάζονται, στέκουν ἄφοβα μπροστά στά τάνκς καί δέν φοβοῦνται γιά τήν ζωή τους. Ἐγώ ὑποτίθεται πώς εἶμαι ἕνας χριστιανός πού ἴσως εἶμαι δειλός. Θά ἔβαζα ἄραγε τά στήθη μου μπροστά στά τάνκς γι' αὐτό πού πιστεύω ἤ μήπως δέν κάνω τίποτα;
Τότε ὁ γέροντας Παΐσιος μοῦ εἶπε:
-Τό νά βάλεις τά στήθη σου μπροστά στά τάνκς εἶναι εὔκολο!
Τέτοια ἀπάντηση μέ ἄφησε ἄναυδο. Κεραυνόπληκτος τόν ρώτησα:
- Εἶναι τόσο εὔκολο νά θυσιάζει κανείς τή ζωή του ἔτσι;
- Ναί, εἶπε, εἶναι εὔκολο, γιατί αὐτό δέν ἔχει μετάνοια!
Ἀργότερα κατάλαβα τό νόημα τῆς φράσεως «δέν ἔχει μετάνοια». Σημαίνει ὅτι ἀσχολεῖσαι διαρκῶς μέ ἐξωτερικά προβλήματα, χωρίς νά κάνεις ἐπανάσταση ἐναντίον τῶν παθῶν σου, γιά ν' ἀλλάξεις τόν ἑαυτό σου. Εἶναι εὔκολο νά φωνάζεις: «Ἀλλάξτε ἐκεῖνο, ἀλλάξτε τό ἄλλο», χωρίς ὅμως νά ἀλλάζεις ἐσύ ὁ ἴδιος στό παραμικρό. Ὁ Σαββόπουλος εἶπε κάποτε μία ὡραία κουβέντα: «Ὑπάρχουν κάποιοι ἄνθρωποι πού ἀγωνίζονται νά διώξουν τό νέφος ἀπό τήν Ἀθήνα καί δέν διώχνουν τό νέφος πού ἔχουν μέσα στήν οἰκογένειά τους!». Κατανόησα λοιπόν ὅτι ἡ ἐπανάσταση οὐσιαστικά ξεκινᾶ ἀπό τόν ἑαυτό σου καί τόν μικρό χῶρο πού ἀνήκεις, καί ὕστερα ἐπεκτείνεται σέ κάποιες κοινωνικές ἐπαναστάσεις, ἄν χρειαστοῦν.
Μοναχός  Ἀρτέμιος Γρηγοριάτης


Τετράδιο 131 * Ἰανουάριος 2011

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014


Ἁγιοβασιλειάτικα
Ἀλλ᾿ ὑπάρχουσιν, ἰδίως εἰς τὰς νήσους, ἄλλα κάλλιστα ᾄσματα τοῦ λαοῦ καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον. Τινὰ τούτων ἔχουσιν ὑπόθεσιν ἀποκλειστικῶς τὴν ἑορτὴν τῆς ἡμέρας, ἄλλα, χωρὶς νὰ παρακολουθῶσι τὰ ἱερὰ κείμενα, διεξέρχονται τὸ θέμα μὲ ποιητικὰ χρώματα, καὶ βοηθείᾳ τῆς δημώδους legende (μυθοποιίας). Ἐννοεῖται ὅτι τὰ κατωτέρω παρατιθέμενα εἶναι ἁπλὰ ἀποσπάσματα, διότι τὰ τοιαῦτα ἄλλως ἀλλαχοῦ ἄδονται καὶ πολλαχῶς ἀλλοιοῦται ἀπὸ στόματος εἰς στόμα ἡ ἔννοια καὶ ἡ λέξις. Τὸ τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ἔχει ὡς ἑξῆς:
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ χρόνου,
ἐβγᾶτ᾿ ἀκοῦστε, μάθετε, τώρα Χριστὸς γεννιέται,
γεννιέται κι ἀνατρέφεται στὸ μέλι καὶ στὸ γάλα,
τὸ μέλι τρῶν οἱ ἄρχοντες, τὸ γάλα οἱ ἀντρειωμένοι.
Τὸ τῆς ἑορτῆς τῶν Φώτων:
Σήμερον τὰ φῶτα κι ὁ φωτισμός
καὶ τοῦ Ἰησοῦ μας ὁ βαφτισμός.
Σήμερα ἡ κυρά μας ἡ Παναγιά,
σπάργανα στὰ τίμια χέρια κρατεῖ
καὶ τὸν Ἅη Γιάννη παρακαλεῖ.
«Δύνεσ᾿, Ἅη Γιάννη Πρόδρομε,
γιὰ νὰ μοῦ βαφτίσεις Θεὸν παιδὶ;»
Δύνουμαι καὶ σῴνω καὶ προσκυνῶ,
γιὰ κοντοκαρτέρει ὡς τὸ πουρνό,
γιὰ ν᾿ ἀνέβω ἀπάνου στοὺς οὐρανούς,
γιὰ νὰ ρίξω δρόσο καὶ λίβανο,
ν᾿ ἁγιαστοῦν οἱ βρύσες καὶ τὰ νερά,
ν᾿ ἁγιαστῇ κι ἀφέντης μὲ τὴν κυρά».
Ἄλλα τῶν ᾀσμάτων ἐκφράζουσιν ἐπὶ τῇ ἑορτῇ ἐπαίνους καὶ προσρήσεις. Τὸ ἑπόμενον τεμάχιον ἐκρίθη ὑπὸ πολλῶν ἀπαράμιλλον τὸ ὕψος:
Σήκω, κυρὰ μ᾿, νὰ στολιστῆς, νὰ πᾶς ταχιὰ στὰ Φῶτα,
στὰ Φῶτα καὶ στὸν ἁγιασμὸ καὶ στὸν καλὸ τὸ χρόνο.
Βάλε τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι ἀστήθι,
καὶ τοῦ κοράκου τὸ φτερὸ βάλ᾿ το καμαροφρύδι.
Ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν ἑορτὴν τὸν Ἁγίου Βασιλείου (τὴν Περιτομὴν ἀγνοεῖ ὁ λαός, καὶ εὐλόγως), παραθέτομεν τὸ κύριον τῆς ἡμέρας ᾄσμα:
Ἅης Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρίτσα,
βαστάει κόλλα καὶ χαρτί, χαρτὶ καὶ καλαμάρι.
«Βασίλη μ᾿ ποῦθε ἔρχεσαι; καὶ ποῦθε κατεβαίνεις;»
Ἀπὸ τὴ μάννα μ᾿ ἔρχουμαι καὶ στὸ σκολειὸ πηγαίνω,
πάω νὰ μάθω γράμματα, νὰ πῶ τὴν ἀλφαβήτα».
Καὶ στὸ ραβδί, ποὺ ἦταν ξερό, χλωρὰ βλαστάρια πέτα
κι ἀπάνου στὰ ξεβλάσταρα περδίκια κελαϊδοῦσαν,
ὄχι περδίκια μοναχά, μόνε καὶ περιστέρια.
Τὸ ᾄσμα τοῦτο μᾶς φαίνεται θαυμάσιον ἐν τῇ ἀφελείᾳ αὐτοῦ. Ἡ ἔμφυτος φιλομάθεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐν μέσῳ τοσούτων διωγμῶν καὶ θλίψεων ἐπιζήσασα, μετεχειρίσθη τὴν ἐπὶ παιδεία φήμην τοῦ ἑλληνικωτάτου Ἁγίου ὡς προτροπὴν πρὸς τοὺς νέους πρὸς τὴν σπουδὴν καὶ μάθησιν, οὕτω δὲ καὶ μετὰ πολλοὺς αἰῶνας ὁ μέγας της Καισαρείας φωστὴρ παρίσταται οἰονεὶ συγγράφων δευτέραν «Πρὸς τοὺς νέους Παραίνεσιν».
Τὰ ἄλλα ᾄσματα τῆς ἡμέρας, ἀποτελοῦντα ὁρμαθὸν εὐχῶν καὶ ἐγκωμίων διὰ τὰ μέλη ἑκάστης οἰκογενείας, εἶναι οἰονεί συνέχεια τοῦ πρώτου, ἐξαρτωμένη ἐκ τοῦ ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ, ὅτι τὰ «περδίκια κελαϊδοῦσαν» καὶ ἰδοὺ τί κελαϊδοῦσαν:
Γιὰ βάλε τὸ χεράκι σου (τοῦτο ἀποτείνεται πρὸς τὸν οἰκογενειάρχην:)
στὴν ἀργυρή σου τσέπη
κι ἂν εὕρεις γρόσα δός μας τα, φλουριὰ μὴν τὰ λυπᾶσαι,
κι ἂν εὕρεις καὶ μισὸ φλουρί, κέρνα τὰ παλληκάρια,
κέρνα τ᾿ ἀφέντη μ᾿ κέρνα τα, νὰ πιοῦνε στὴν ὑγειά σου,
καὶ στὴν ὑγειά σου, ἀφέντη μου, καὶ στὴν καλὴ χρονιά σου.
Νὰ ζήσεις χρόνια ἑκατό, διακόσα, παραπάνου,
κι ἀπ᾿ τὰ διακόσα κι ὕστερα ν᾿ ἀσπρίσεις νὰ γεράσεις,
ν᾿ἀσπρίσεις σὰν τὸν Ὄλυμπο, σὰν τ᾿ ἄσπρο περιστέρι,
σὰν τ᾿ ἀηδονάκι ποὺ λαλεῖ, τὸ Μάη, τὸ καλοκαίρι.
Καὶ τί λαλεῖ τὸ ἀηδονάκι τοῦτο; Ἰδοὺ ἀκούσατε: Λαλεῖ εὐχὰς διὰ τὰ ἄλλα μέλη τῆς οἰκογενείας:
Κυρά μου, τὸν γιόκα σου, κυρά μ᾿, τὸν ἀκριβό σου,
τὸν ἔλουζες, τὸν χτένιζες, στὸ δάσκαλο τὸν πάϊνες,
κι ὁ δάσκαλος τὸν ἔδερνε μὲ δυὸ κλωνάρια μόσκο,
μὲ τέσσαρα βασιλικό, μὲ πέντε μαντζουράνα, κτλ.
Τοσαῦτα περὶ τοῦ υἱοῦ. Ἰδοὺ τώρα καὶ περὶ τῆς θυγατρός:
Κυρά μ᾿, τὴ θυγατέρα σου, κυρά μ᾿, τὴν ἀκριβή σου,
γραμματικὸς τὴν ἀγαπᾶ, πραμματευτὴς τὴ θέλει,
κι ὁ δάσκαλος ἀπ᾿ τὸ σκολειὸ γυρεύοντας τὴν στέλνει.
Δὲν ἐνθυμοῦμαι δυστυχῶς τὴν συνέχειαν τοῦ ᾄσματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἤρχισε νὰ γίνεται περίεργον, χάρις εἰς τὰ τολμηρὰ διαβήματα τοῦ δασκάλου, ἀλλ᾿ εἰς τὸ μέλλον ἴσως δυνηθῶ νὰ συλλέξω πλείονα. Ἐπὶ τοῦ παρόντος εὔχομαι εἰς τὸν ἀναγνώστην ἐν ὑγείᾳ καὶ εὐτυχίᾳ τὸ Νέον Ἔτος.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης
«Ἐφημερίς», 1 Ἰανουαρίου 1888


Τετράδιο 164 * Δεκέμβριος 2013

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014


Νὰ εἴμαστε ὅλοι ἕνα ἐν Θεῷ
Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Θεό, ἂν δὲν περάσει ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους. Ν’ ἀγαπᾶμε, νὰ θυσιαζόμαστε γιὰ ὅλους ἀνιδιοτελῶς, χωρὶς νὰ ζητᾶμε ἀνταπόδοση. Τότε ἰσορροπεῖ ὁ ἄνθρωπος. Μιὰ ἀγάπη ποὺ ζητάει ἀνταπόδοση εἶναι ἰδιοτελής. Δὲν εἶναι γνήσια, καθαρή, ἀκραιφνής.
Νὰ τοὺς ἀγαπᾶτε καὶ νὰ τοὺς συμπονᾶτε ὅλους. «Καὶ εἴτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη. ὑμεῖς δέ ἐστε μέλη Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους». Αὐτὸ εἶναι Ἐκκλησία: ἐγώ, ἐσύ, αὐτός, ὁ ἄλλος, νὰ αἰσθανόμαστε ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, ὅτι εἴμαστε ἕνα. Ἡ φιλαυτία εἶναι ἐγωισμός. Νὰ μὴ ζητᾶμε, «ἐγὼ νὰ σταθῶ, ἐγὼ νὰ πάω στὸν Παράδεισο», ἀλλὰ νὰ νιώθουμε γιὰ ὅλους αὐτὴ τὴν ἀγάπη. Καταλάβατε; Αὐτὸ εἶναι ταπείνωση.
Ἔτσι, ἂν ζοῦμε ἑνωμένοι, θὰ εἴμαστε μακάριοι, θὰ ζοῦμε στὸν Παράδεισο. Ὁ κάθε διπλανός μας, ὁ κάθε πλησίον μας εἶναι «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μας». Μπορῶ ν‘ ἀδιαφορήσω γι’ αὐτόν, μπορῶ νὰ τὸν πικράνω, μπορῶ νὰ τὸν μισήσω; Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας. Νὰ γίνουμε ὅλοι ἕνα ἐν Θεῷ. Ἂν αὐτὸ κάνουμε, γινόμαστε δικοί Του. Τίποτε καλύτερο δὲν ὑπάρχει ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἑνότητα. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Αὐτὸ εἶναι ὁ Παράδεισος. Ἂς διαβάσουμε ἀπ’ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη τὴν Ἀρχιερατικὴ Προσευχή. Προσέξτε τοὺς στίχους: «ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς … ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί… ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς ἓν ἐσμέν … ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν … ἵνα ὅπου εἰμί ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ».
Βλέπετε; Τὸ λέει καὶ τὸ ξαναλέει. Τονίζει τὴν ἑνότητα. Νὰ εἴμαστε ὅλοι ἕνα, ἕνα μὲ κεφαλὴ τὸν Χριστό! Ὅπως ἕνας εἶναι ὁ Χριστὸς μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό. Ἐδῶ κρύβεται τὸ μεγαλύτερο βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Καμία θρησκεία δὲν λέει κάτι τέτοιο. Κανεὶς δὲν ζητάει αὐτὴ τὴ λεπτότητα ποὺ ζητάει ὁ Χριστός, νὰ γίνουμε ὅλοι ἕνα σὺν Χριστῶ. Ἐκεῖ βρίσκεται τὸ πλήρωμα. Σ’ αὐτὴ τὴν ἑνότητα, σ’ αὐτὴ τὴν ἀγάπη, τὴν ἐν Χριστῷ. Καμία διάσπαση ἐκεῖ δὲν χωράει, κανεὶς φόβος. Οὔτε θάνατος, οὔτε διάβολος, οὔτε κόλαση. Μόνο ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, λατρεία Θεοῦ. Μπορεῖς νὰ φτάσεις νὰ λὲς τότε μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός».
Μποροῦμε πολὺ εὔκολα νὰ φτάσουμε σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ἀγαθὴ προαίρεση χρειάζεται κι ὁ Θεὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ ἔλθει μέσα μας. «Κρούει τὴν θύραν» καὶ «καινὰ ποιεῖ πάντα». Μεταβάλλεται ἡ σκέψη μας, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν κακία, γίνεται πιὸ καλή, πιὸ ἁγία, πιὸ εὔστροφος. Ἄν, ὅμως, δὲν ἀνοίξουμε τοῦ κρούοντος τὴν θύραν, ἂν δὲν ἔχουμε ἐκεῖνα ποὺ θέλει Αὐτός, ἂν δὲν εἴμαστε ἄξιοί Του, τότε δὲν μπαίνει στὴν καρδιά μας. Γιὰ νὰ γίνουμε ὅμως ἄξιοί Του, πρέπει ν’ ἀποθάνουμε κατὰ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μὴν ἀποθάνουμε ποτὲ πλέον. Τότε θὰ ζοῦμε ἐν Χριστῷ ἐνσωματωμένοι μὲ ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι θὰ ἔλθει ἡ θεία χάρις. Καὶ ἅμα θὰ ἔλθει, θὰ μᾶς τὰ δώσει ὅλα.
Στὸ Ἅγιον Ὄρος, εἶδα κάποτε κάτι ποὺ μοῦ ἄρεσε πολύ. Μέσα σὲ μιὰ βάρκα, στὴ θάλασσα, μοναχοί, ποὺ καταγόταν ὁ καθένας ἀπὸ διαφορετικὸ τόπο, κρατοῦσαν διάφορα ἱερὰ ἀντικείμενα. Ἐν τούτοις ἔλεγαν «αὐτὸ εἶναι δικό μας» καὶ ὄχι «δικό μου».

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Τετράδιο 164 * Δεκέμβριος 2013

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014


Στήν ἔρημο, παιδί μου!
Ἕνα ἄλλο θαυμαστό πρότυπο ὑπομονῆς εἶναι ἡ κυρά- Βασιλικούλα, πού ἦρθε στό Μοναστήρι, προσκυνήτρια τῆς Παναγιᾶς. Μικροσκοπική, ἀποστεωμένη, σκεβρωμένη, θαρρεῖς σάν τά παλιά σκαριά, τά θαλασσοδαρμένα ἀλλά ἀνίκητα ἀπ’ τόν χρόνο καί τήν ταλαιπωρία, ἔμοιαζε ἡ γριούλα πού ἦρθε νά λειτουργηθεῖ τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων στό Μοναστήρι. Τά μάτια της μισοσβησμένα ἀπό τόν καταρράκτη, φαίνονταν νά διαθέτουν μία ἄλλη ὅραση, πιό ὀξεία καί μακρινή.
Μετά τήν Θεία Λειτουργία ἄνοιξε τήν ψυχή της καί βγῆκαν οἱ θησαυροί τῆς καρδιᾶς της.
«Ἔζησα», εἶπε, «ἕνα μαρτύριο στή ζωή μου, ἀλλά εὐχαριστῶ τόν Κύριο! Ἤμουν ὀρφανή καί μέ πάντρεψε ἕνας θεῖος μου καί μοῦ ‘δωσε ἕναν Γολγοθά! Μιά ζωή ξύλο καί καταφρόνια. Ἔκανα αὐτό τό παιδί, ἀνάπηρο στό μυαλό (εἶπε κι ἔδειξε καθισμένον σέ μιά καρέκλα πιό πέρα ἕναν ἀνάπηρο πνευματικά μέ ἄσπρα μαλλιά). Αὐτός εἶναι ὁ γιός μου. Προσευχηθεῖτε γι’ αὐτόν. Αὐτός θά μέ τραβήξει πάνω, στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»!
Κάποια μοναχή τήν ρώτησε:
- Τί νά κάνουμε γιά νά σωθοῦμε, νά κερδίσουμε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιαγιά;
- Στήν ἔρημο, παιδί μου!
- Ποιά εἶναι ἡ ἔρημος, γιαγιά;
- Νά βλέπεις καί νά μή βλέπεις, νά ἀκοῦς καί νά μήν ἀκοῦς, καί νά σιωπᾶς!
Ὅσοι τήν ἄκουγαν, θαύμασαν. Μόνον φιλοκαλικός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας θά μποροῦσε νά πεῖ αὐτά τά λόγια, ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος.
Καί τελείωσε ἐπαναλαμβάνοντας:

-Τήν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ μήν χάσουμε, τήν Βασιλεία Του. Νά μᾶς τραβήξει ἐπάνω νά σωθοῦμε!...
«Ἔκφράσεις τοῦ πνευματικοῦ κόσμου»
Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Βαρνάκοβας

Τετράδιο 164 * Δεκέμβριος 2013

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014


Μικρά Ἁγιορείτικα - 2
Μᾶς δίνει πολλές φορές ὁ Θεός ἀσθένειες γιά νά ξεχρεώνουμε. Μᾶς δίνει ὀδύνες γιά νά ξεχρεώνουμε τίς ἁμαρτωλές ἠδονές.
*
Μᾶς εἶπε ἡλικιωμένος  Μοναχός:
-Πάντα νά ρωτᾶμε, γιατί αὐτό περιέχει ταπείνωση, καί ποτέ δέν θά πλανηθοῦμε. Κάποτε ἤθελα νά πάω ἀπό τίς Καρυές σέ μία δουλειά καί ρώτησα ἕνα παιδί τῆς Ἀθωνιάδος:
-Παιδί μου, νά ‘βγῶ ἔξω;
-Γέροντα, δέν κάθεσαι καλύτερα στό κελί σου;
Καί ἔτσι γλύτωσα ἀπό μεγάλο πειρασμό.
*
Σκοπός μας δέν εἶναι νά μάθουμε τά παιδιά νά ἔχουν ἠθική, τυπική ζωή, ἀλλά νά ἀγαπήσουν τόν Χριστό!
*
-Νά μπαίνουμε στό ἴντερνετ, Γέροντα, νά ἐνημερωνόμαστε;
-Ποτέ δέν ὑπῆρξε ἐποχή μέ τόση πληθώρα πληροφοριῶν καί παράλληλα μέ τόση φτώχεια προσευχῆς καί πνευματικῆς ζωῆς. Ἀντί νά χάνεστε μέ τίς ὧρες στό ἴντερνετ καί τήν τηλεόραση, δέν κάνετε καλύτερα προσευχή καί κομποσχοίνι; Πιό πολύ θά βοηθήσετε καί θά βοηθηθεῖτε ἔτσι!
*
-Τόσες δεκαετίες Μοναχός στό Ἅγιον Ὄρος Γέροντα, ποιό εἶναι τό ἀπόσταγμα καί μήνυμα τῆς ζωῆς σας;
-Νά δοθοῦμε ὁλοκληρωτικά στόν Θεό. Καί ἄς τά χάσουμε ὅλα!
*
Τό μυαλό δέν μᾶς τό ἔχει δώσει ὁ Θεός γιά βάρος, ἀλλά γιά νά σκεφτόμαστε.
*
Μήν φοβηθεῖς ποτέ νά ὁμολογεῖς τήν ἀλήθεια δημόσια καί ἄς πεισμώνει ὁ καθένας.
*

Μᾶς ἀνήκει πραγματικά μόνον ὅ,τι συνεχίζει νά ὑπάρχει καί πέραν τοῦ τάφου.

Τετράδιο 163 * Νοέμβριος 2013

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Μικρό καλοκαιράκι



Μικρά Ἁγιορείτικα
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός μᾶς καλεῖ σέ Σταυρό καί θυσία καί ὄχι σέ καλοπέραση. Μήν παρασυρόμαστε ἀπό νοσηρά παραδείγματα «καλῶν Χριστιανῶν» πού, στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, βολεύτηκαν καί «εὗρον τήν ἑαυτῶν ζωήν». «Ὁ εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν».
Ὁ Χριστός μᾶς λέει «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν» καί ὄχι «βολεψάτω ἑαυτὸν»!
*
Ἀντί ὡς ἱερέας νά διώχνεις τό ἄγχος ἀπό τούς ἀνθρώπους τό ἔχεις καί μέσα σου;
Τό κύριο ἔργο τοῦ ἱερέως εἶναι ἡ προσευχή καί μετά οἱ ὑπόλοιπες δραστηριότητες.
*
Οἱ πολλές δραστηριότητες, ἀσχολίες  καί γνώσεις διώχνουν τόν Χριστό ἀπό τήν ζωή μας. Μέ τίς πολλές ἀσχολίες ξεχνᾶμε τόν Θεό. Αὐτό ἔκανε ὁ Φαραώ, ἐπέβαλε ἐξοντωτικές ἐργασίες στούς Ἑβραίους γιά νά ξεχάσουν τόν Θεό.
Ἡ σημερινή ἐποχή μᾶς στρέφει πρός τά ἔξω, σέ ἐξωτερικές δραστηριότητες καί ὄχι σέ πνευματικές. Ἔτσι, ἀντί νά βαθαίνουμε, ἐμεῖς πλαταίνουμε.
Ὅσο μπορεῖς περιορίσου! Ὅσο μπορεῖς  νά ἔχεις λιγότερες μέριμνες. Ὁ σκοπός τοῦ διαβόλου εἶναι νά ξεχνᾶμε τόν Θεό (μέ μέριμνες, δραστηριότητες, ζάλη, ἀγωνίες, ἐπιθυμίες, τηλεόραση, πληροφορίες, ἴντερνετ…).
*
Ἔχουμε βιασύνη ἐπειδή δέν ἔχουμε ὑπομονή.
*
Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί δέν εἴμαστε συντηρητικοί ἀλλά παραδοσιακοί. Ὁ κόσμος εἶναι συντηρητικός.
Ἡ  Ἐκκλησία  μεταφέρει ἀνά τούς αἰῶνες ἀπό γενεά σέ γενεά τόν ζωντανό λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ ὁ κόσμος εἶναι τό ψυγεῖο πού διατηρεῖ τά χαλασμένα προϊόντα τῆς ἁμαρτίας.
*
Νά εἴμαστε σέ ὅλη τήν ζωή μας γαλήνιοι. Στήν ψυχή, στίς  σκέψεις, στά λόγια, στήν συμπεριφορά.
*
-Ὅταν νηστεύουμε Γέροντα νά τό κρύβουμε;
Ὁ καθένας ἔχει σήμερα δικαίωμα νά ζήσει ὅπως θέλει, πλήν τῶν Χριστιανῶν. Ἐμεῖς συνέχεια κάνουμε συμβιβασμούς καί ντρεπόμαστε νά δηλώσουμε πώς εἴμαστε Χριστιανοί. Ἔτσι, γιά νά μήν μᾶς λένε κολλημένους, ξεκολλᾶμε ἀπό τόν Χριστό.
Ὅταν φυσᾶ ἄνοιξε πανιά. Ὅταν ἔχει ἄπνοια ἅρπαξε τά κουπιά.
Δηλαδή: Ὅταν πνέει ἡ Χάρις  ἄνοιξε τήν ψυχή σου. Ὅταν λιγοστεύει,  προσπάθησε καί ἐσύ!

Τετράδιο 163 * Νοέμβριος 2013

Στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί

Ἄφες μοι ἵνα ἀναψύξω πρὸ τοῦ μὲ ἀπελθεῖν καὶ οὐκέτι οὐ μὴ ὑπάρξω
Ψαλμός τοῦ Δαυίδ

Χαίρετ᾿ ὁ Ἰωακεὶμ κι ἡ Ἄννα,
ποῦ γέννησαν χαριτωμένη κόρη
στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί!
Χαίρεται ὅλ᾿ ἡ ἔρημη ἀκρογιαλιὰ
κι ὁ βράχος κι ὁ γκρεμὸς ἀντίκρυ τοῦ πελάγους,
ποὺ τὸν χτυποῦν ἄγρια τὰ κύματα,
χαίρεται ἀπ᾿ τὴν ἐκκλησίτσα,
ποὺ μοσχοβολᾷ πάνω στὴ ράχη.
Χαίρεται τ᾿ ἄγριο δέντρο, ποὺ γέρνει
τὸ μισὸ ἀπάνω στὸν βράχο, τὸ μισὸ στὸν γκρεμό·
χαίρετ᾿ ὁ βοσκός, ποὺ φυσᾷ τὸν αὐλό του,
χαίρετ᾿ ἡ γίδα του, ποὺ τρέχει στὰ βράχια,
χαίρεται τὸ ἐρίφιο, ποὺ πηδᾷ χαρμόσυνα.
Κι ἡ πλάση ὅλη ἀναγαλλιάζει
καὶ τὸ φθινόπωρο ξανανοιώνει ἡ γῆς,
σὰ σεμνὴ κόρη, ποὺ περίμενε χρόνια
τὸν ἀρραβωνιαστικό της ἀπ᾿ τὰ ξένα
καὶ τέλος τὸν ἀπόλαψε πρὶν εἶναι πολὺ ἀργά·
καὶ σὰν τὴ στεῖρα γραῖα, ποὺ γέννησε θεόπαιδο
κι εὐφράνθη στὰ γεράματά της!
Δός μου κι ἐμένα ἄνεση, Παναγιά μου,
πρὶν ν᾿ ἀπέλθω καὶ πλέον δὲν θὰ ὑπάρχω.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετράδιο 163 * Νοέμβριος 2013

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Μή μιλᾶς ἄλλο γιά ἀγάπη


Μή μιλᾶς ἄλλο γιά ἀγάπη ἡ ἀγάπη εἶναι παντοῦ
στήν καρδιά μας στή ματιά μας τρώει τά χείλη τρώει τό νοῦ
ὅταν θά 'χουμε ὑποφέρει καλημέρα θά μᾶς πεῖ
θά μᾶς φύγει θά ξανάρθει κι ὅλο πάλι ἀπ' τήν ἀρχή.

Διονύσης Σαββόπουλος

Ὑποθῆκες ζωῆς γιά τά παιδιά μου
Πιστεύω βαθειὰ στὸν Θεὸ καὶ ὅλη τὴν ζωή μου τὴν ἔκτισα πάνω στὶς ἐντολές Του· καὶ σὲ σᾶς κληροδοτῶ ὅλη τὴ ζωή σας νὰ τὴν ἀφιερώσετε στὸν Θεὸ καὶ πάντοτε ὅλα νὰ τά οἰκοδομεῖτε πάνω στὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ πολὺ καιρὸ καὶ μὲ μεγάλη ἐπιμονὴ ἔπλεα κόντρα στὸ ρεῦμα καὶ σὲ σᾶς τὰ παιδιά μου κληροδοτῶ νὰ πλέετε κόντρα στὸ ρεῦμα, ὅσο δύσκολο κι ἂν εἶναι αὐτό. Νὰ ἀποστρέφετε τὸ βλέμμα σας καὶ τὴν καρδιά σας ἀπὸ ἐκείνη τὴ μεγάλη πλειοψηφία τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ ἐπιδιώκει ὄχι τοὺς ὑψηλοὺς στόχους, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ ἐπιτευχθοῦν. Νὰ μὴν προσχωρήσετε σ᾿ αὐτὴ τὴ μεγάλη πλειοψηφία ποὺ ζεῖ ὄχι μὲ τὸν δικό της νοῦ, ἀλλὰ μὲ τὸν νοῦ τῶν ἡγετῶν καὶ χτίζει τὴ ζωή της, ὄχι μὲ τὶς ἱερὲς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ μὲ τὶς ὑποδείξεις ἐκείνων ποὺ ἔχουν τὴν ἐξουσία νὰ καθοδηγοῦν τοὺς ἀνθρώπους μόνον ἐκεῖ ὅπου, κατὰ τὴ γνώμη τους, πρέπει νὰ πηγαίνουν, ὄχι χάρη τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἀλλὰ γιὰ χάρη τῆς ἐπίτευξης τῶν ἀγαθῶν της ἐπίγειας βασιλείας.
Σκοπὸ τῆς ζωῆς νὰ θέσετε τὴν ἐπιδίωξη τῆς ὕψιστης ἀλήθειας καὶ νὰ μὴν παρεκκλίνετε ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν δρόμο, ἂν σᾶς ἀναγκάσουν νὰ ὑπηρετήσετε τοὺς σκοποὺς τῆς κατώτερης ἀλήθειας, καταπατώντας τὴν ὕψιστη ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Νὰ εἶστε ἕτοιμοι ἀκόμη καὶ γιὰ τὸ μαρτύριο, ἐφ᾿ ὅσον πλέετε κόντρα στὸ ρεῦμα, νὰ τηρεῖτε πλήρη πίστη, ἀκόμη καὶ στὶς σκέψεις, στοὺς ἄντρες καὶ τὶς γυναῖκες σας, ὅπως τήρησα κι ἐγώ.
Στὶς ἐπιστημονικὲς ἐνασχολήσεις καὶ στὸ ἔργο σας πάνω στὴ μελέτη τῶν μυστηρίων τῆς φύσης, μὴν ἐπιδιώκετε τὴ δόξα γιὰ τὸν ἑαυτό σας, ἀλλὰ μόνο τὸ νὰ ἐλαφρύνετε τὸν πόνο τῶν ἀσθενῶν καὶ ἀβοήθητων συνανθρώπων σας. Νὰ θυμᾶστε ὅτι σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο ἐγώ, ὁ πατέρας σας, ἀφιέρωσα ὅλη μου τὴ ζωή. Μιμηταί μου γίνεσθε, ὅπως κι ἐγὼ τοῦ Ἀπ. Παύλου, καὶ νὰ μὴν ἐργάζεστε γιὰ τὴν κοιλιά σας, ἀλλὰ πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα νὰ φροντίζετε ἐκείνους ποὺ δίχως τὴν βοήθειά σας δὲν μποροῦν νὰ ἀπελευθερωθοῦν ἀπὸ τὴ μέγγενη τῆς ἀνέχειας καὶ τοῦ ψέματος.
Ἐὰν ἐκπληρώσετε ὅλα ὅσα σᾶς κληροδοτῶ, θὰ κατέλθει σὲ σᾶς ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὰ ἀδιάψευστα λόγια τοῦ προφητάνακτα Δαβίδ. «Τὸ δὲ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ ἐπὶ υἱοῖς υἱῶν τοῖς φυλάσσουσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ καὶ μεμνημένοις τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι αὐτάς».
Γιὰ αὐτὴ τὴν εὐλογία καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ πάντα προσευχόμουν στὴ ζωή μου γιὰ σᾶς τὰ παιδιά μου, τὰ ἐγγόνια καὶ δισέγγονά μου καί βέβαια πάντα θὰ προσεύχομαι στὴν αἰώνια ζωή, ὅταν θὰ σταθῶ ἐμπρὸς στὸ βῆμα τοῦ Θεοῦ μου καὶ Θεοῦ σας, Δημιουργοῦ μου καὶ Δημιουργοῦ σας.
Καὶ ὁ καιρὸς αὐτὸς προφανῶς εἶναι κοντά, γιατὶ ἐξασθένησαν ἡ καρδιά μου καὶ οἱ δυνάμεις μου.
Ἄλουστα, 22 Ἰουλίου 1956
Ὁ πατέρας σας

Ἀπό τήν πνευματικὴ διαθήκη τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως

Τετράδιο 163 * Νοέμβριος 2013

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014


Εἶμαι ἡ ἐλῃὰ ἡ τιμημένη

Εἶμαι τοῦ ἥλιου ἡ θυγατέρα
Ἡ πιὸ ἀπ᾿ ὅλες χαϊδευτή.
 
Χρόνια ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα
Σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο μὲ κρατεῖ.
 
Ὅσῳ νὰ πέσω νεκρωμένη
Αὐτὸν τὸ μάτι μου ζητεῖ.
 
    Εἶμαι ἡ ἐλῃὰ ἡ τιμημένη.

Δὲν εἶμ’ ὁλόξανθη, μοσχάτη
Τριανταφυλλιὰ ἤ κιτριά·
Θαμπώνω τῆς ψυχῆς τὸ μάτι,
Γιὰ τἄλλα μάτια εἶμαι γρῃά.
Δὲ’ μ’ ἔχει ἀηδόνι ἐρωμένη,
Μ’ ἀγάπησε μιὰ θεά·

    Εἶμαι ἡ ἐλῃὰ ἡ τιμημένη.

Ὅπου κι ἂν λάχω κατοικία
Δὲ’ μ’ ἀπολείπουν οἱ καρποὶ
Ὡς τὰ βαθειά μου γηρατεῖα
Δὲ’ βρίσκω ’ς τὴ δουλειὰ ’ντροπή·
 
Μ᾿ ἔχει ὁ Θεὸς εὐλογημένη
Κ’ εἶμαι γεμάτη προκοπή·
 
    Εἶμαι ἡ ἐλῃά ἡ τιμημένη.

Φρίκη, ἐρημιά, νερὰ καὶ σκότη
Τὴ γῆ ἐθάψαν μιὰ φορά·
 
Πράσινη αὐγὴ μὲ φέρνει πρώτη
’Σ τὸ Νῶε ἡ περιστερά·
 
Ὅλης τῆς γῆς εἶχα γραμμένη
Τὴν ἐμμορφιὰ καὶ τὴ χαρά·
 

    Εἶμαι ἡ ἐλῃὰ ἡ τιμημένη.
 

Ἐδῶ ’ς τὸν ἴσκιο μ᾿ ἀποκάτου
Ἦρθ᾿ ὁ Χριστὸς ν᾿ ἀναπαυθῇ,
 
Κι’ ἀκούστηκ’ ἡ γλυκειὰ λαλιά του
’Λίγο προτοῦ νὰ σταυρωθῇ.
 
Τὸ δάκρυ του, δροσιὰ ἁγιασμένη,
 
Ἔχει ’ς τὴ ρίζα μου χυθῆ.

    Εἶμαι ἡ ἐλῃά ἡ τιμημένη.

Καὶ φῶς πραότατο χαρίζω
Ἐγὼ στὴν ἄγρια νυχτιά,
 
Τὸν πλοῦτο πιὰ δὲν τὸν φωτίζω,
 
Σὺ μ᾿ εὐλογεῖς φτωχολογιά.
 
Κι ἂν ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο διωγμένη,
 
Μὰ φέγγω ἐμπρὸς στὴν Παναγιά.
 

    Εἶμαι ἡ ἐλῃὰ ἡ τιμημένη.

Κωστῆς Παλαμᾶς

Τετράδιο 162 * Ὀκτώβριος 2013





Ἀγάπην δέ μή ἔχω...


Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. 
Α´ ἐπιστολὴ Παύλου πρὸς Κορινθίους

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014


Μικροί ὁδοδεῖκτες
Χωρίς σταυρό, κανείς δέν πάει στόν παράδεισο. Ὅμως, τόν σταυρό μας πρέπει νά τόν σηκώνουμε καί ὄχι νά τόν σέρνουμε! Γιά νά σηκώσεις τόν σταυρό σου, πρέπει νά δεῖς τό θέμα πού σέ ἀπασχολεῖ, πνευματικά σωστά.
Ἄς πάρουμε γιά παράδειγμα ἕνα τραπέζι. Ἄν τό πιάσεις ἀπό τή μία ἄκρη, πολύ δύσκολα θά μπορέσεις νά τό σηκώσεις, μέ πολύ κόπο καί γιά λίγο, ἔστω καί ἄν διαθέτεις καταπληκτική μυϊκή δύναμη. Ἄν ὅμως τό πιάσεις μέ τά δυό σου χέρια, καί μάλιστα ἀπό τή μέση, καί εὔκολα θά τό σηκώσεις καί εὔκολα θά τό μεταφέρεις ἐκεῖ πού θέλεις.
Ἄς φροντίζουμε λοιπόν νά σηκώνουμε τόν σταυρό μας πνευματικά σωστά. Τότε ὁ σταυρός εἶναι «ἐλαφρός καί χρηστός».
*
Νά ἔχετε διαφάνεια. Νά εἶστε εἰλικρινεῖς. Πέρα γιά πέρα. Τό ναί νά εἶναι ναί. Καί τό ὄχι, ὄχι.
Μή ξεχνᾶτε ποτέ τοῦτο:
Ὅ,τι ἔχετε στήν καρδιά, δέν ὑποχρεοῦστε νά τό ἔχετε καί στά χείλη. Μά, ὅ,τι ἔχετε στά χείλη, εἶναι ἀπαραίτητο νά τό ἔχετε καί στήν καρδιά.
*
Εὐτυχής εἶναι ἐκεῖνος πού βάζει τόν ἑαυτό του κάτω ἀπό ἄλλον, ἐκεῖνος πού κάνει ὑπακοή.
*
Δέν ὑπάρχει μεγάλη καί μικρή ἁμαρτία. Μικρή ἤ μεγάλη, ἡ ἁμαρτία εἶναι πάντοτε ἁμαρτία. Οἱ πολλές μικρές ἁμαρτίες μᾶς κάνουν μεγαλύτερο κακό ἀπό ὅ,τι μιά μεγάλη, γιατί οἱ μικρές περνοῦν ἀπαρατήρητες καί ἔτσι δέν φροντίζουμε νά τίς διορθώσουμε.
Ἡ μεγάλη ἁμαρτία «ἐνώπιόν μου ἐστί διά παντός». Ὅπως π.χ. ὁ κισσός σέ ἕνα δέντρο! Εὔκολα φαίνεται. Καί φωνάζει, ὅτι πρέπει νά τόν κόψουμε, ἄν δέν θέλουμε νά ξεραθεῖ τό δέντρο. Ἐνῶ τά μικρά παρασιτικά χορταράκια στόν κορμό του, τά καταφρονοῦμε.
*
Μή βάζετε τή μύτη σας παντοῦ. Ὠφέλεια θά ἔχετε, ἄν τή μύτη σας τή βάλετε στίς μυρωδιές τῶν ἄλλων, καί στίς δικές σας βρωμιές.
Ὁ Χριστιανός δέν εἶναι καρπαζοεισπράκτορας. Ὅταν σᾶς ἀδικοῦν, ἔχετε δικαίωμα νά ζητᾶτε δικαιοσύνη. Μά, εἴτε τήν βρίσκετε εἴτε ὄχι, ὀφείλετε νά ἔχετε ἀγάπη καί νά συγχωρεῖτε. Γιατί τό τέλειο εἶναι ἡ ἀγάπη.
Ὁ Κύριος μιά φορά ζήτησε ἀδικούμενος δικαιοσύνη γιά νά τήν ἁγιάσει. «Εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περί τοῦ κακοῦ, εἰ δέ καλῶς, τί μέ δέρεις»;
*
Τόν ἀδελφό σου, θά τόν βοηθήσει καί θά τόν φωτίσει μόνο τό παράδειγμά σου, δηλαδή ἡ συνέπειά σου μεταξύ λόγων καί ἔργων σου.
*
Νά μήν ὑπερηφανεύεστε, ὅταν σᾶς ἐπαινοῦν. Καί νά μήν πικραίνεστε, ὅταν σᾶς κατηγοροῦν. Νά σᾶς ἐνδιαφέρει μόνο, τί γνώμη ἔχει ὁ Θεός, ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς. Οἱ ἄνθρωποι δέν γνωρίζουν τήν ἀλήθεια.
*
Μιά ἡμέρα, περπατώντας στόν δρόμο, ἄκουσε ἕναν νεαρό, νά μιλάει μέ πολύ ἄσχημα λόγια σέ ἕναν ἄλλο. Στάθηκε καί τόν ρώτησε:
-Γιατί, παιδί μου, τόν πληγώνεις μέ τέτοια λόγια;
Ἀπάντησε ὁ νεαρός:
-Στά ἀστεῖα τοῦ τά λέω, παπούλη!
Τόν κύτταξε αὐστηρά καί εἶπε:
-Δέν ἔχεις δίκιο, καλό μου παιδί! Καί νά τό ξέρεις, δέν ὑπάρχει ἀστεῖο πού νά μήν ἐκφράζει κάτι γιά ἐκεῖνον πού τό λέει.
*
Μία κυρία ἀπό τόν στενό κύκλο του, ἐπῆγε μιά ἡμέρα νά τόν βρεῖ φορτωμένη παράπονα γιά μιά «φίλη» της. Ὁ π. Ἰωήλ τήν ἄφησε νά τοῦ τά πεῖ ὅλα. Τήν ἄκουσε μέ ὑπομονή καί κατανόηση.
Καί ὅταν πιά ἐκείνη τελείωσε, τῆς εἶπε:
-Βρέ παιδάκι μου, ὁ Θεός δέν θά σέ ρωτήσει, οὔτε τί σοῦ ἔκανε ἡ ψυχή αὐτή, οὔτε πόσο σέ πίκρανε. Θά σέ ρωτήσει μόνο τί ἔκαμες ἐσύ!
Καί ἡ καλή κυρία, πού μέχρι τότε μόνο ἔβραζε εἰς βάρος τῆς φίλης της, κατάλαβε τό λάθος της.

Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος (1901-1966)

Τετράδιο 162 * Ὀκτώβριος 2013