Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014


Ἦθος καὶ φρόνημα τοῦ Ἱεροψάλτου
Τὸ τυπικό της ΜΧΕ στὸ περὶ ψαλτῶν προλογικὸ σημείωμά του, ἀναφέρει ὅτι πρέπει νὰ ψάλλουν «οἱ μουσικῆς ἔμπειροι καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως γνώσται» (ΙΕ´ Κανὼν τῆς ἐν Λαοδικείᾳ τοπικῆς Συνόδου), τότε ἐπικρατεῖ «εὐταξία καὶ συγκίνησις» ἐνῷ ὅταν τὴν ψαλμῳδία ἀναλαμβάνει ὁ «τυχὼν ἀμαθὴς καὶ ἄμουσος», τότε ἡ «ἀταξία καὶ ἡ χασμωδία» προκαλοῦν τὴν εὔλογο δυσφορία καὶ τὶς δικαιολογημένες διαμαρτυρίες τοῦ ἐκκλησιάσματος. (Γ. Ἀγγελινάρας).
Οἱ πρόχειροι καὶ ἄτεχνοι αὐτοσχεδιασμοί, οἱ παραποιήσεις μουσικῶν κειμένων, δυσφημίζουν τὴ μουσικὴ τῆς ἐκκλησίας μας καὶ ἐπιφέρουν ἀνυπολόγιστες βλάβες σ᾿ αὐτὴ τὴ μεγάλη μουσικὴ κληρονομιὰ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ ἐγωισμός, ἡ ὑπερηφάνεια, ἰδιόρρυθμα φωνητικὰ τεχνάσματα, αὐθαίρετες διασκευὲς καὶ ὑπερβολικοὶ μελῳδικοὶ γλυκασμοί, ὅπως ἔλεγε ὁ λόγιος Πατριάρχης Μελέτιος ὁ Πηγᾶς, δὲν εὐφραίνουν τὴν ψυχὴ καὶ δὲν κρατοῦν νηφάλιο τὸ πνεῦμα τοῦ προσευχομένου, διότι προκαλοῦν τὴν ἀποχαύνωση καὶ τὴ διάσπαση τῆς προσοχῆς. Ὁ πιστὸς δὲν μπορεῖ νὰ παρακολουθήσει τὸ θεολογικὸ μήνυμα τοῦ ψαλλομένου ὕμνου, τὸν ὁποῖο ἐκλαμβάνει ὡς ἕνα εὐχάριστο ἄκουσμα, ἀλλὰ χωρὶς κανένα πνευματικὸ περιεχόμενο.
Πολλοὶ ἱεροψάλτες καὶ μουσικοδιδάσκαλοι ποὺ διαθέτουν ζῆλο ἄνευ ἐπιγνώσεως, χάριν δῆθεν ποικιλίας παραχαράσσουν καὶ ἀλλοιώνουν βάναυσα τὶς ἀπὸ αἰώνων καθιερωμένες μελῳδίες τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνονται ὅτι διαπράττουν «μουσικὴν κακουργίαν», κατὰ τὴν ρῆσιν τῶν παλαιῶν μουσικοδιδάσκαλων. (Γ. Ἀγγελινάρας). Δὲν πρέπει νὰ μετατραπεῖ τὸ ἔργο του, τὸ διακόνημά του σὲ ἐπάγγελμα καὶ δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾷ ὅτι ἡ ψαλτικὴ τέχνη εἶναι λειτούργημα καὶ ὅτι σκοπός του εἶναι νὰ ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους στὸ Θεό. Ἄλλως ὑπηρετεῖ ἀρνητικὰ τὴ λατρεία καὶ κινδυνεύει νὰ ἀποβεῖ «χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον» καὶ ἀντὶ νὰ προσελκύει τοὺς πιστοὺς στὴν κοινὴ λατρεία καὶ προσευχή, τοὺς ἀπωθεῖ μέχρι τέτοιου σημείου ὥστε νὰ φύγουν ἀπ᾿ τὴν ἐκκλησία. Καὶ ἔτσι ἁμαρτάνει ὁ ἴδιος, ἡ προσευχὴ τοῦ δηλαδὴ μετατρέπεται σὲ ἁμαρτία: «καὶ ἡ προσευχὴ αὐτοῦ γενέσθω εἰς ἁμαρτίαν...» (Ψαλμ. ΡΗ, 7).
Περιττὸ νὰ τονίσουμε ὅτι ὁ ἱεροψάλτης πρέπει νὰ ἔχει χριστιανικὸ ἦθος καὶ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα ὥστε νὰ ἑρμηνεύει σωστὰ τὸ ἦθος καὶ τὸ φρόνημα τῶν ὕμνων τοὺς ὁποίους ψάλλει καὶ νὰ εἶναι ὑπόδειγμα καλοῦ χριστιανοῦ μέσα στὸ πλήρωμα τῆς ἐκκλησίας. Ἔτσι ἡ ἐπίδρασή του εἶναι ἄμεση καὶ δυναμική, διότι δὲν φτάνει νὰ ψάλλει ὡραῖα καὶ κατανυκτικὰ τὰ τροπάρια τῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ νὰ βιώνει καὶ νὰ ἐφαρμόζει στὴ ζωή του τὰ ἠθικά τους παραγγέλματα καὶ νοήματα.
Γιὰ νὰ ἀποφευχθοῦν οἱ ἀκρότητες, οἱ αὐτοσχεδιασμοὶ καὶ οἱ αὐθαιρεσίες, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον - ὅπου ὑπάρχουν δυνατότητες - νὰ καλλιεργηθεῖ ἡ ἀπὸ χοροῦ ψαλμῳδία, ἡ συγκρότηση δηλαδὴ πολυμελῶν βυζαντινῶν χορῶν. Ἡ χορικὴ ψαλμῳδία ἐκ μέρους τῶν ψαλτῶν θὰ ἀποβεῖ μία ὑψηλὴ διακονία στὸν Ἱερὸ Ναὸ καὶ στὰ τελούμενα ἐντὸς αὐτοῦ.

Πρωτοπρεσβύτερος Χρῖστος Δ. Κυριακόπουλος

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014


Ὁ Θεὸς μᾶς ἐφύλαγε 
Θαῦμα ἀκόμα μοῦ φαίνεται, τὸν σταυρό μου κάμω, πῶς πάντα τόσον ὀλίγοι ἀπὸ μᾶς ἐσκοτώνοντο! Ὁ Θεός, βέβαια, μᾶς προστάτευε. Εἴμαστε τόσον ὀλίγοι, ὅπου ἂν ὁ Θεὸς δὲν ἔκαμνε ἔλεος, εἰς ὀλίγον καιρὸ οὔτε ἕνας ἀπὸ μᾶς θὰ ἔμενε ζωντανός... Πόσα τουφέκια εἶχε τὸ Σούλι; Τὸ εἴπαμε, χίλια ἀπάνω-κάτω. Ἀλλὰ ἐμεῖς ἐπολεμήσαμε γιὰ τὴν πατρίδα καὶ ὁ Παντοδύναμος Θεὸς μᾶς ἐφύλαγε, μᾶς προστάτευε.
Ὅταν ἥσυχος τώρα κάθομαι στὸν ἴσκιο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ μίαν ἐλιὰ καὶ ἐνθυμοῦμαι ἐκείνους τοὺς καιρούς, ἀπορῶ πῶς μπορέσαμε ν᾿ ἀνθέξουμε, νὰ πολεμήσουμε τέτοιον ἐχθρό! Βέβαια, δὲν ἐστάθηκε μονάχα ἡ παλληκαριά, δὲν ἐστάθηκε ἡ ἀνδρεία τῶν Σουλιωτῶν, ἐστάθηκε ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ ὁποῦ μᾶς ἔκανε ἐκείνους ὁποῦ εἴμαστε. Ἐστάθηκε ἡ δύναμις τοῦ μεγάλου Θεοῦ, ἐστάθηκε τὸ θέλημά του, γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ τὸ ἔθνος ἔπειτα ἀπὸ τόσα χρόνια σκλαβιᾶς. Ἔπρεπε ὅμως νὰ ὑποφέρουμε ἡμεῖς, ἔπρεπε νὰ πέσουν πολλοὶ μάρτυρες, ἔπρεπε νὰ ποτισθεῖ ἡ γῆ μὲ τὸ αἷμα τους διὰ τὸ καλὸ τοῦ κόσμου; Ἂς μὴν παραπονούμεθα λοιπόν. Τὸ Σούλι μας ἔμεινε εἰς τὴν σκλαβιάν... ναί, ἀλλὰ τὴν ὥραν τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ κακοῦ ὁ Θεὸς μονάχα τὴ γνωρίζει...
Ὁ Σουλιώτης ἀγωνιστὴς Σ. Τζίπης
Ἤτανε βέβαια ἀπ᾿ τὸ Θεὸ γραμμένο νὰ δράξομε τὰ ἄρματα μία μέρα καὶ νὰ χυθοῦμε κατεπάνω στοὺς τυράννους μας, ποὺ τόσα χρόνια ἀνελεήμονα μᾶς τυραγνεύουν. Τί τὴ θέλουμε, βρὲ ἀδέλφια, τούτη τὴν πολυπικραμένη τὴ ζωή, νὰ ζοῦμε ἀποκάτω στὴ σκλαβιὰ καὶ τὸ σπαθὶ τῶν Τούρκων ν᾿ ἀκονιέται εἰς τὰ κεφάλια μας; Δὲν τηρᾶτε ποὺ τίποτα δὲν μᾶς ἀπόμεινε; Οἱ ἐκκλησιές μας γινήκανε τζαμιὰ καὶ ἀχούρια τῶν Τούρκων. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ πὼς τάχα ἔχει τίποτα ἐδικό του, γιατὶ τὸ ταχὺ βρίσκεται φτωχὸς σὰ διακονιάρης στὴ στράτα. Οἱ φαμελιές μας καὶ τὰ παιδιά μας εἶναι στὰ χέρια καὶ στὴ διάκριση τῶν Τούρκων. Τίποτα, ἀδέρφια, δὲ μᾶς ἔμεινε. Δὲν εἶναι πρέπον νὰ σταυρώσουμε τὰ χέρια καὶ νὰ τηρᾶμε τὸν οὐρανό. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε χέρια, γνώση καὶ νοῦ. Ἂς ρωτήσουμε τὴν καρδιά μας καὶ ὅ,τι μᾶς ἀπανταχαίνει, ἂς τὸ βάλομεν γρήγορα σὲ πράξη καὶ ἂς εἴμεθα, ἀδέλφια, βέβαιοι, πὼς ὁ Χριστός μας, ὁ πολυαγαπημένος, θὰ βάλει τὸ χέρι ἀπάνω μας».

Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014


Στὸν ἀδελφὸ ποὺ δοκιμάζεται απὸ πειρασμὸ 
Πρῶτα-πρῶτα, παιδί μου, δέν γνωρίζουμε τόν τρόπο πού οἰκονομεῖ ὁ Θεός τή ζωή μας καί ὀφείλουμε νά Τοῦ παραδίνουμε τόν ἑαυτό μας νά τόν κυβερνήσει —πράγμα πού ὀφείλουμε ἀκριβῶς νά κάνουμε καί σ᾽ αὐτήν τήν περίσταση. Γιατί θά δυσκολευτεῖς, ἄν θελήσεις νά κρίνεις μέ ἀνθρώπινα κριτήρια ὅσα σοῦ συμβαίνουν ἀντί ν᾽ ἀφήσεις στό Θεό κάθε μέριμνά σου.
Πρέπει λοιπόν, ὅταν σέ περικυκλώνουν θλιβεροί καί πιεστικοί λογισμοί, νά κραυγάζεις στό Θεό: «Κύριε, οἰκονόμησε αὐτήν τήν ὑπόθεση, ὅπως Σύ θέλεις καί ὅπως γνωρίζεις». Γιατί πολλά θέματα τά τακτοποιεῖ ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ διαφορετικά ἀπ᾽ ὅ,τι νομίζουμε ἤ ἐλπίζουμε. Καί οἱ ἐλπίδες πού τρέφαμε γιά μερικά πράγματα, ἀπό τήν πείρα ἀποδείχτηκαν λαθεμένες.
Μέ λίγα λόγια, πρέπει νά δείχνεις μακροθυμία τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ καί νά προσεύχεσαι καί νά μήν προσπαθεῖς ἤ νά νομίζεις ὅτι μέ ἀνθρωπίνους λογισμούς, ὅπως εἶπα, θά ξεπεράσεις λογισμούς δαιμονικούς. Ὁ ἀββάς Ποιμένας ἐπειδή τά γνώριζε αὐτά, ἔλεγε ὅτι ἡ ἐντολή «νά μή μεριμνήσεις γιά τήν αὐριανή ἡμέρα» ἀπευθυνόταν σ᾽ ὅσους βρίσκονται σέ πειρασμό. Ἄν λοιπόν, παιδί μου, πιστεύεις ὅτι αὐτά εἶναι ἀληθινά, ἐγκατάλειψε κάθε δικό σου λογισμό —καί ἄν ἀκόμα εἶναι συνετός— καί κράτησε τήν ἐλπίδα σου στό Θεό. Σ᾽ Αὐτόν πού δίνει περισσότερα ἀπό ὅσα Τοῦ ζητᾶμε ἤ μποροῦμε νά φανταστοῦμε.
Θά μποροῦσα νά σοῦ ἀπαντήσω σ᾽ ὅλα ὅσα εἶπες, ἀλλά δέν θέλω νά ἔλθω σέ ἀντίθεση οὔτε μέ σένα οὔτε μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μου. Τό μόνο πού λέω εἶναι νά στερεωθεῖς στήν ὁδό πού ὁδηγεῖ στήν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Γιατί αὐτή ἡ ὁδός εἶναι ἡ πιό ἀσφαλής καί ἡ πιό ἀμέριμνη. Ὁ Θεός μαζί σου.

Ἅγιος Δωρόθεος

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014


Στὸ σκαμνὶ
«Πνεῦμα περιεργείας καὶ ἀργολογίας μή μοι δῶς». Βάλαμε ποτὲ κανένα βράδυ τὸν ἑαυτό μας, ἀδελφοί μου, στὸ σκαμνὶ νὰ τὸν ἐξετάσουμε γι’ αὐτὰ τὰ δύο;
Περιέργεια: Προσπαθοῦμε νὰ δοῦμε, ν’ ἀκούσουμε τί κάνει ὁ α, πῶς κινεῖται ὁ β, κ.λπ. Καὶ ὕστερα ἀπ΄ αὐτὸ σχηματίζονται στὸ μυαλό μας τόσες ἄσχημες εἰκόνες, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ προσευχηθοῦμε.
Ἀργολογία: «Πᾶν ρῆμα ἀργὸν ὅ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. 12, 36). Ἡ ἀργολογία συνορεύει μὲ τὴν κατάκριση, μὲ τὴ συκοφαντία. Λέμε – λέμε, ἀραδιάζουμε, ψάχνουμε νὰ βροῦμε τὸ κουσούρι τοῦ καθενὸς καὶ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ἐξαπολύσουμε φαρμακερές, καυτές, δαγκωτές κουβέντες ἐναντίον του.
Ἀπὸ κάθε γωνιὰ τῆς γῆς τόσες ἄσχημες ἀναθυμιάσεις ἀνεβαίνουν στὸν θρόνο Του… Κι ὅμως ὁ Θεὸς ἀγαπάει, ἀνέχεται, μακροθυμεῖ. Μὲ τὸν πόνο, μὲ τὴ δοκιμασία ἐπισκέπτεται τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὅσοι ἔχουν καλὴ διάθεση ὁμολογοῦν τὰ σφάλματά τους ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ, χύνουν δάκρυα, γίνονται ἄλλοι ἄνθρωποι· αὐτοί, πού, ἄν τοὺς γνωρίζαμε λίγα χρόνια πρίν, θὰ τοὺς βομβαρδίζαμε μὲ τὰ λόγια μας.

Γέρων Εὐσέβιος Γιαννακάκης (1910 – 1995)

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014


Ἡ ἀπολογία μας στὰ παιδιά μας
Ὁ Θεὸς ποὺ ἐχάρισε σὲ ἀνθρώπους καὶ ζῷα τὸ χάρισμα νὰ γίνονται γονεῖς, ἔβαλε τὴ λειτουργία αὐτὴ κάτω ἀπὸ τὴ ρύθμιση τοῦ βιολογικοῦ ἐνστίκτου. Σὲ μᾶς τοὺς ἀνθρώττους ἔδωσε ἐπὶ πλέον καὶ τὸ χάρισμα τοῦ ἤθους γιὰ τὴν καλὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν πέρα ἀπὸ τὴν τροφὴ καὶ τὴν ἐπιβίωσή τους.
Κι ὅμως μὲ τὸ ἀσύλληπτο προσὸν τῆς ἐλευθερίας μας ὄχι μόνο παραμελοῦμε καὶ διαστρέφομε τὸ ἦθος τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν μας, ἀλλὰ καὶ στὸ ἔνστικτο ἐπεμβαίνομε καὶ διαστρέφομε τὴ λειτουργία του, κάτι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὸ κάνουν τὰ ζῷα.
Ἐμποδίζομε τὴν ἀναπαραγωγικὴ λειτουργία τοῦ ἔρωτα καὶ δημιουργοῦμε κάτι, ποὺ δὲν δημιούργησε ὁ Θεός, ἕναν ἔρωτα σκόπιμα ἄκαρπον. Κι ὅταν ὁ ἔρωτας φέρει καρπό, τὸν σκοτώνομε μέσα στὰ σπλάχνα τῆς μητέρας του.
Ὅλη αὐτὴ ἡ καταστρατήγηση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ προκαλεῖ μιὰ δαιμονικὴ ἀτμόσφαιρα μέσα στὴν οἰκογένεια καὶ στὴν κοινωνία καὶ ἔτσι προκύπτει ἡ κατάθλιψη, ποὺ εἶναι τὸ χαρακτηριστικότερο γνώρισμα τοῦ πολιτισμοῦ.
Κάτω ἀπὸ τὴν πίεση τῶν ἀσιγήτων τύψεων τῶν καρδιῶν μας οἱ σύγχρονοι γονεῖς γίνονται συμπλεγματικοὶ καὶ ἡ συμπεριφορά τους στὰ παιδιὰ τους εἶναι ἀρρωστημένη. Σὰν χαλασμένο μηχάνημα κινεῖται ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο στὸ ἄλλο, ἀπὸ τὴν παραμέληση καὶ τὴν ἐγκατάλειψη στὴν ὑπερπροστατευτικότητα.
Καὶ ἔρχονται οἱ ἀποτυχίες μας, τὰ οἰκογενεικὰ μας δράματα, τὰ διαζύγια, ἡ ἐπανάσταση τῶν παιδιῶν, ἡ διαστροφὴ τῶν παιδιῶν, ναρκωτικά, ὁμοφυλοφιλία, ἀναρχισμὸς καὶ πολλὰ ἄλλα τέτοια, γιὰ νὰ μᾶς εἰδοποιήσουν ὅτι χαλάσαμε μέσα μας καὶ γύρω μας τὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ καρδιά μας ποὺ δὲν εἶναι φτιαγμένη νὰ διανοεῖται ἀλλὰ βλέπει μόνο πρόσωπα, βλέπει λοιπὸν ἡ καρδιά μας τὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν μας, ποὺ τοὺς στερήσαμε τὴ ζωὴ καὶ τῶν παιδιῶν μας, ποὺ τὰ ἀδικήσαμε μὲ τὸ νὰ τὰ καταδικάσομε νὰ ζήσουν μέσα σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα καταθλιπτικὴ γεμάτη ἐνοχὲς καὶ ἄγχος.
Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις τὰ παιδιά μας, ποὺ τὰ ἀφήσαμε νὰ γεννηθοῦν, μεγαλώνουν μὲ μιὰ τρομακτικὴ εἰκόνα ἑνὸς τιμωροῦ Θεοῦ, μὲ μιὰ ἐχθρικὴ αἴσθηση τοῦ ἄλλου ἄνθρωπου, μὲ μιὰ ὑποψία πρὸς ὅλους καὶ πρὸς ὅλα.
Γιὰ ὅλ' αὐτὰ ἔχομε νὰ δώσομε λόγο στὰ παιδιά μας καὶ ἂν τὸ κάνομε μὲ τὴ μετάνοιά μας ὅταν ἔρχονται οἱ ὀδυνηρὲς εἰδοποιήσεις, αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ σωτηρία μας καὶ ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἀλλιῶς τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως θάρθομε μπροστὰ στὰ ἀδικημένα παιδιά μας καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ κόλασή μας.
Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἀξιώση νὰ ἀποτολμήσουμε μιὰ ἀπολογία μετανοίας μπροστὰ στὰ παιδιά μας, γιὰ νὰ σωθοῦμε κι ἐμεῖς κι αὐτά. Ἀμήν.

Κωνσταντῖνος Γανωτής

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014





Ἡ ρίζα θρέφει τὴν κορφὴ κι ἡ ρίζα τὴν ξεραίνει,
κι ἄς βρίχνεται στή γῆς χωστὴ καὶ καταφρονεμένη.



Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014



Εἶν' ἀνθρῶποι ἀποὺ πονοῦν, βαθειά καί δὲ μιλοῦνε

κι ἄλλοι γιὰ μιὰ μικρὴ πληγή, ἔνα χωριὸ χαλοῦνε.


Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014


Στὸ Ἅγιον Ὄρος
Κάτι ἄλλο ποὺ μοῦ ἔχει κάνει ἐντύπωσι στὸ Ἅγιο Ὄρος -καὶ ἴσως ἔχει κάνει καὶ σὲ σᾶς ποὺ μὲ ἀκοῦτε καὶ ἔχετε ἔλθει στὸ Ἅγιο Ὄρος- εἶναι ὅτι οἱ πατέρες δὲν εἶναι ὁμοιόμορφοι, δὲν εἶναι τυποποιημένοι· ὁ καθένας ἔχει τὸν δικό του προσωπικὸ χαρακτήρα, ἔχει τὴν δική του προσωπικότητα. Καὶ ἡ ἀρετή του καὶ ἡ στάσις του καὶ ἡ ὅλη προσπάθειά του ἔχουν τὴν σφραγίδα τῆς δικῆς του προσωπικότητος. Εἶναι αὐθόρμητοι· ποτὲ δὲν θέλουν νὰ παραστήσουν ὅτι ἔχουν ἀρετή· ἀντιθέτως ἔχουν μία ἁπλότητα, ὥστε νὰ δείχνουν καὶ τὰ τυχὸν ἐλαττώματά τους, μέχρι σημείου ποὺ οἱ λαϊκοί, καθὼς βλέπουν τὰ ἐλαττώματα τῶν μοναχῶν, νὰ σκανδαλίζονται. Ἀλλὰ αὐτοὺς δὲν τοὺς πειράζει αὐτό, διότι θέλουν νὰ δείχνουν αὐτὸ ποὺ εἶναι, δὲν θέλουν νὰ δείχνουν αὐτὸ ποὺ δὲν εἶναι. Ὑπάρχει δηλαδὴ μία γνησιότητα καὶ μία αὐθεντικότητα στοὺς πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Τελευταῖα πληροφορήθηκα γιὰ κάποιον μοναχό, ὁ ὁποίος κάνει μεγάλες νηστεῖες- εἶναι μεγάλος ἀσκητής· μπορεῖ νὰ κάνη ἀρκετὲς ἡμέρες νὰ βάλη κάτι στὸ στόμα του, καὶ ὅμως, ὅταν ἔρχεται στὶς Καρυές, πηγαίνει σὲ κάποιο ἑστιατόριο καὶ πίνει μπύρα. Τὸ κάνει γιὰ νὰ φαίνεται, γιὰ νὰ σχηματίζη ὁ κόσμος τὴν ἐντύπωσι ὅτι εἶναι ἕνας ἀμελὴς καὶ ἀκρατὴς μοναχὸς ποὺ δὲν ἀγωνίζεται. Ἔτσι ρίχνει στάχτη στὰ μάτια τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ κρύψη τὶς πολυήμερες νηστεῖες του καὶ τὸν μεγάλο ἀγώνα ποὺ κάνει.
Βέβαια θὰ ἔχετε ἀκούσει γιὰ τοὺς σαλοὺς διὰ Χριστόν. Ὑπάρχει καὶ στὸ Ἅγιο Ὄρος μία τέτοια σαλότης σὲ μερικοὺς μοναχούς. Γι᾿ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ βιαζόμαστε νὰ βγάζουμε συμπεράσματα γιὰ μοναχοὺς ποὺ τοὺς βλέπουμε νὰ κάνουν πράγματα λίγο παράξενα ἢ ποὺ φαινομενικὰ δίνουν τὴν ἐντύπωσι ὅτι δὲν εἶναι ἐνάρετοι, διότι αὐτὰ μπορεῖ νὰ γίνωνται γιὰ νὰ κρύψουν τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν μεγάλη ἄσκησι, τὴν ὁποία ἔχουν αὐτοὶ οἱ μοναχοί.

π. Γεώργιος Καψάνης

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014


Οἱ Χαλασοχώρηδες
― Πῶς εἶπες; ἠρώτησεν ἀπορήσας ὁ ξένος.

― Λέγω ὅτι λογίζομαι ὡς εὐτύχημα τὸ ὅτι δὲν ἀνεφάνη τις ἐκ τῶν λεγομένων ἐπιφανῶν πολιτευτῶν εἰς τὰς νήσους ταύτας. Ἐνθυμοῦμαι τί συνέβη πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅταν εἶχε γίνει τις ὑπουργὸς βουλευτὴς γείτονος ἐπαρχίας. Οἱ κουρεῖς ἔκλεισαν τὰ κουρεῖά των, οἱ καφεπῶλαι τὰ καφενεῖά των, οἱ ὑποδηματοποιοὶ ἐπώλησαν τὰ καλαπόδια των. Δὲν ὑπῆρξε βοσκὸς ὅστις νὰ μὴ διωρίσθη τελωνοφύλαξ, οὔτε ἀγρότης ὅστις νὰ μὴ προχειρισθῇ εἰς ὑγειονομοσταθμάρχην. Τότε εἴδομεν πρώτην φορὰν κ᾽ ἐδῶ εἰς τὴν νῆσον λιμενάρχην φουστανελάν. Ὁ ἐκ τῆς γείτονος ἐπαρχίας ὑπουργὸς μᾶς τὸν εἶχε στείλει ὡς δεῖγμα περίεργον ὑπαλλήλου. Ὁ Θεὸς μᾶς ἐλυπήθη καὶ δὲν παρεχώρησε νὰ γεννηθῇ ἐπιφανής τις ἐδῶ, ἐσκλήρυνε δὲ τὴν καρδίαν μας καὶ δὲν ἐδέχθημεν εἰσβολὴν ξένου ὑποψηφίου. Ἰλιγγιῶ νὰ φαντασθῶ τί θὰ ἐγίνετο. Ὅλοι οἱ πορθμεῖς θὰ ἐγκατέλειπον τὰς λέμβους των, οἱ κυβερνῆται θὰ ἔρριπτον ἔξω τὰ πλοῖά των, οἱ ναυπηγοὶ θὰ ἐπετοῦσαν τὰ ἐργαλεῖά των καὶ θὰ ἐζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μὴ νομίσῃς ὅτι ἡ θεσιθηρία γεννᾶται μόνη της. Τὰ δύο κακὰ ἀλληλεπιδρῶσιν. Ἡ ἀκαθαρσία παράγει τὸν φθεῖρα καὶ ὁ φθεὶρ παράγει τὴν ἀκαθαρσίαν. Τὸ τέρας τὸ καλούμενον ἐπιφανὴς τρέφει τὴν φυγοπονίαν, τὴν θεσιθηρίαν, τὸν τραμπουκισμόν, τὸν κουτσαβακισμόν, τὴν εἰς τοὺς νόμους ἀπείθειαν. Πλάττει αὐλὴν ἐξ ἀχρήστων ἀνθρώπων, στοιχείων φθοροποιῶν, τὰ ὁποῖα τὸν περιστοιχίζουσι, παρασίτων τὰ ὁποῖα ἀποζῶσιν ἐξ αὐτοῦ παχυνόμενα ἐπιβλαβῶς, σηπόμενα, ζῳύφια βλαβερά, ὕδατα λιμνάζοντα, παράγοντα ἀναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα τὴν ἀκαθαρσίαν. Εὐτυχῶς δὲν ὑπῆρξεν ἐνταῦθα ἔδαφος κατάλληλον διὰ νὰ γεννηθῇ τὸ θρέμμα τὸ καλούμενον ἐπιφανής, καὶ οὕτως ἀπηλλάγημεν τῆς τοιαύτης ἀθλιότητος μέχρι τῆς ὥρας. Ἡ δωροδοκία δέ, τὴν ὁποίαν βλέπεις τόσον γενικευμένην ὡς ἐκλογικὸν ὅπλον, εἶναι κατ᾽ ἐμὲ τὸ μικρότερον κακόν. Ὅστις ὅμως δυσφορῇ ἐπὶ ταύτῃ, ἂς μὴ μετέχῃ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, μήτε ὡς ἐκλογεύς, μήτε ὡς ἐκλέξιμος. Κυάμων ἀπέχεσθαι…
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014






Ποτέ μου δὲν πικραίνομαι οὔτε βαρυκαρδίζω
Κι ὅπως τὸν εὕρω τὸν καιρὸ ἔτσι τὸν ἀρμενίζω

(Τὸ ἄκουσα ἔτσι ἀπὸ μιὰ Χιώτισσα.)
Ζήσιμος Λορεντζάτος

Collectanea 215

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014


Τὸ κατὰ φύσιν ζῆν
Δὲν εἶναι κατὰ φύσιν ζῆν μόνον τὸ νὰ χορτοφαγῇ τις (ὅπως δὲν εἶναι τὸ νὰ κάμνῃ «ἀερόλουτρα» καὶ «ἡλιόλουτρα» καὶ νὰ καθιστᾷ ὑποχρεωτικὸν τὸν γάμον)· ἀλλ᾿ εἶναι κατὰ φύσιν ζῆν καὶ νὰ σαρκοφαγῇ καὶ ὠμοφαγῇ, καὶ τὸ νὰ διαρπάζῃ καὶ καταδυναστεύῃ, δυνάμει τῆς σωματικῆς ρώμης καὶ πρὸς κορεσμὸν τῶν σαρκικῶν ὀρέξεων, καὶ τὸ ν᾿ ἀπάγῃ καὶ βιάζῃ τὴν ἑκάστοτε ἀρέσκουσαν αὑτῷ γυναῖκα, καὶ νὰ γίνεται «πόσις», ἤτοι αὐθέντης καὶ νὰ ποιῇ αὐτὴν «δάμαρτα» αὐτοῦ, ἤτοι δαμασμένην καὶ ὑποτεταγμένην δούλην. Ὡσαύτως κατὰ φύσιν ζῆν εἶναι καὶ τὸ νὰ ὑπείκῃ τις καὶ νὰ θητεύῃ καὶ δουλεύῃ, δι᾿ ἔλλειψιν σωματικῆς ρώμης ἀρκούσης πρὸς κορεσμὸν ὅλων τῶν ὀρέξεων. Ἀλλὰ κατὰ φύσιν ζῆν εἶναι καὶ τὸ νὰ φονεύῃ τις μὲ γυμνὴν χεῖρα, ἢ διὰ ξύλων καὶ λίθων, πᾶν τὸ ἀντιπῖπτον, ζῷον ἢ ἄνθρωπον. Ἑνὶ λόγῳ κατὰ φύσιν ζῆν εἶναι ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν ἀγρίαν κατάστασιν.
Ἀλλὰ κατὰ τὸ πρέπον ζῆν εἶναι τὸ ζῆν, ὄχι μόνον κατὰ φύσιν, ἀλλὰ κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ πρὸ πάντων κατὰ τὸν θεῖον νόμον, δι᾿ οὗ εὐλογεῖται μὲν ἡ φύσις, κυροῦται δὲ ὁ ὀρθὸς λόγος. «Καὶ δώσω ὑμῖν καρδίαν καινήν, καὶ πνεῦμα καινὸν δώσω ὑμῖν. Καὶ ἀφελῶ ὑμῶν τὰς καρδίας τὰς λιθίνας καὶ δώσω ὑμῖν καρδίας σαρκίνας! Καὶ τὸν νόμον Μου ἐγγράψω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν».
Λοιπόν, ὁ ὀρθὸς λόγος διδάσκει, μετὰ τῆς φυσιολογίας, ὅτι εἷς κριὸς ἢ τράγος ἀρκεῖ νὰ γονιμοποιήσῃ δεκάδας ἀμνάδων ἢ αἰγῶν. Ἄρα τὰ ἄρρενα πλεονάζουσιν, εἰς τὰ θρέμματα ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ θύωνται. Δὲν ὑπάρχει καμμία σκληρότης εἰς τοῦτο, ὁποίαν φαντάζονται, ἐκ νοσηροῦ ἢ ὑποκριτικοῦ αἰσθήματος, οἱ ἔκφυλοι τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, οἱ λατρεύοντες τὸ κυνάριόν των, καὶ περιφρονοῦντες ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα. Σκληρότης εἶναι τὸ νὰ βασανίζωνται τὰ ζῷα, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δημοσίᾳ μάλιστα, ἀδιαφορούσης τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ ἀγωγιάτες, καροτσέρηδες,  ζῳεμπόρους καὶ ἄλλους. Ἡ δὲ σφαγὴ πρέπει νὰ ἐκτελῆται μὲ πᾶσαν τὴν πρέπουσαν εὐσπλαγχνίαν, τὴν ἠπιότητα καὶ λογικότητα.
Πάλιν, ὁ ὀρθὸς λόγος διδάσκει, μετὰ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ὅτι, ἐὰν ἐχορτοφάγει ὅλη ἡ ἀνθρωπότης, ὅπως χορτοφαγοῦσι τὰ θρέμματα αὐτά, καὶ ἔμενον ταῦτα αὐξανόμενα ἐπὶ χρόνους καὶ χρόνους, χωρὶς νὰ θύωνται, ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐξέλειπε πᾶσα βλάστησις καὶ φυτεία καὶ πᾶς καρπός, καὶ δὲν θὰ ἔμενε πλέον χόρτον, ὅσον θὰ ἤρκει διὰ νὰ φάγωσιν ὅλοι οἱ ἀνισόρροποι καὶ οἱ ξενομανεῖς καὶ οἱ ἔκφυλοι, καὶ οἱ ἀγυρτεύοντες καὶ ἀερολουόμενοι καὶ ἀερολογοῦντες, ἄτομα ἢ σύλλογοι, καὶ εἶτα ὁ λοιπὸς ἀνεύθυνος κόσμος· καὶ τότε ὡς εἰκὸς αἱ μυριοπληθεῖς ἐκεῖναι ἀγέλαι τῶν προβάτων καὶ ἐρίφων θὰ ἐμαίνοντο ἐκ πείνης καὶ ὀργασμοῦ, καὶ θὰ ἐλύσσων, καὶ θὰ ἔτρωγον πρῶτον τὸν κ. Δρακούλην, εἶτα τὸν κ. Γ. Φιλάρετον, καὶ κατόπιν τὴν λοιπὴν ἀνθρωπότητα. Καὶ τότε, εὐτύχημα θὰ ἦτον ἂν θὰ εὑρίσκοντο ἀρκετοὶ ἄνθρωποι, διὰ νὰ ἱδρύσωσι συλλόγους «πρὸς καταπολέμησιν τῆς χορτοφαγίας»!
Κύκλῳ οἱ ἀσεβεῖς περιπατοῦσιν. Ὅλα τὰ παλαιά, τὰ ἀπὸ 15 αἰώνων λελυμένα δογματικῶς καὶ ἠθικῶς ζητήματα, εὑρίσκονται ἑκάστοτε ἄνθρωποι, νοσοῦντες ἐξ ἐλαφρότητος καὶ ρεκλαμομανίας, διὰ νὰ τ᾿ ἀνακαινίζουν καὶ τ᾿ ἀνακατώνουν. Ἡ κρεοφαγία εἶναι φυσική, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι μετρία, αὐτὸ λέγει ἡ θρησκεία μας. Ὅσον ὀλιγώτερον κρέας φάγῃ τις εἰς τὴν ζωήν του, τόσον καλύτερα. Ἐκτὸς ἂν ἔχῃ εὐχήν, τουτέστιν ἔχῃ γίνει κοινοβιάτης ἢ ἀσκητὴς εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ θέλει νὰ ἐγκρατεύεται ὅλην τὴν ζωήν του ἀπὸ κρέατα, ὅπως ἀπὸ οἶνον καὶ ἀπὸ γυναῖκα. Ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ πράττῃ ἄνευ βδελυγμίας, ὅπως λέγει ὁ κανὼν τῆς Ἐκκλησίας, ἄλλως ὑπόκειται εἰς τὸ ἀνάθεμα. «Εἴτις ἀπέχεται οἴνου καὶ κρεῶν καὶ γυναικός, μὴ δι᾿ ἐγκράτειαν, ἀλλὰ διὰ βδελυγμίαν, ἀνάθεμα ἔστω».
Αὐτὴν τὴν βδελυγμίαν εἰσάγουν τώρα οἱ νεωτερίζοντες, καὶ πρέπει νὰ προσέξουν, διότι θὰ λάβουν ἀφορμὴν νὰ μετανοήσουν. Τὰ Τετραδοπαράσκευα καὶ αἱ Τεσσαρακοσταὶ ἀρκοῦν διὰ τὴν ἀποχὴν ἀπὸ τοῦ κρέατος καὶ τῶν ἄλλων λιπαρῶν βρωμάτων, καὶ εἶναι ὑποχρεωτικαὶ δι᾿ ὅλους τοὺς χριστιανούς. Μὴ πλανᾶσθε.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014


Ἡ διδαχὴ
Ὅταν βρισκόμουνα στὴν Γερμανία, ἄκουσα σ’ ἕνα κήρυγμα διασήμου γερμανοῦ ἱεραποστόλου καὶ ἱεροκήρυκα μία βαθυστόχαστη καὶ συμβολικὴ διήγηση, παρμένη ἀπὸ συλλογὴ σοφῶν θρύλων καὶ μύθων τῆς Ἀνατολῆς. Τὴ διήγηση αὐτὴ διάβασα ἀργότερα καὶ σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐποικοδομητικὰ βιβλία, ποὺ ὀ ἴδιος ἱεραπόστολος ἔχει γράψει, καὶ στὴ συνέχεια τὴν παρέθεσα σὲ νεοελληνικὴ μετάφραση σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ δημοσιεύματά μου. Κρίνω σκόπιμο νὰ τὴν ὑπενθυμίσω στοὺς ἀναγνῶστες τοῦ «Ἐφημερίου», διότι εἶναι ὠφέλιμη τόοον γιὰ τὴν προσωπικὴ ζωή τους, ὅσον καὶ γιὰ τὸ συμβουλευτικό τους ἔργο. Τί λέγει, λοιπόν, ἡ διήγηση αὐτή;
Ἦταν κάποτε ἕνας καλὸς βασιληάς. Ὁ γιὸς του εἶχε πάρει τὸν κακὸ δρόμο. Οἱ συμβουλὲς καὶ τὰ φιλικὰ λόγια τοῦ πατέρα του, ὅπως κι οἱ διάφορες τιμωρίες, δὲν ὠφελοῦσαν σὲ τίποτε. Ὁ γιὸς ἐξακολουθοῦσε νὰ ζῆ μέσα στὴν ἁμαρτία. Τέλος ὁ πατέρας, καθὼς ἦταν ἀπελπισμένος, ἀπεφάσισε νὰ χρησιμοποίηση καὶ τὸ ἑξῆς μέσο, γιὰ νὰ διόρθωση τὸ παιδί του.
Μία Κυριακὴ προσκάλεσε τὸ γιό του στὴν αἴθουσα τὸν θρόνου. Ἐκεῖ πάνω σ’ ἕνα τραπέζι εἶχε τοποθετήσει ἕνα κύπελλο, γεμάτο ἀπὸ πολύτιμο ἀρωματικὸ λάδι. Τὸ λάδι αὐτὸ εἶχε παλαιότερα μεγάλη ἀξία στὴν Ἀνατολή. Τέτοιο λάδι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του κι ὁ Ψαλμωδός, ὅταν ἔλεγε: «Ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου». Μπροστὰ στὸ τραπέζι στέκονταν μόνο στρατιῶτες τῆς σωματοφυλακῆς τοῦ βασιλέως μὲ τὰ ξίφη τραβηγμένα ἔξω ἀπ’ τὴ θήκη. Δίπλα στὸ κύπελλο μὲ τὸ λάδι βρισκόταν ἕνας χάρτης μὲ τὸ σχεδιάγραμμα τῶν ὁδῶν τῆς πόλεως.
Τότε ὁ πατέρας εἶπε στὸν γιό του: «θὰ κάμης μία μικρὴ περιοδεία μέσα στὴν πόλη. Μέσα στὸν χάρτη αὐτόν σοῦ σημείωσα ἕνα δρόμο, ποὺ θὰ ἀκολούθησης. Θὰ ξεκινήσης τώρα ἀμέσως, κρατώντας μπροστά σου αὐτὸ τὸ γεμάτο κύπελλο. ‘Αλλοίμονό σου, ἂν στὸ δρόμο σοῦ χυθῆ ἔστω καὶ μία μόνο σταγόνα ἀπ’ τὸ πολύτιμο αὐτὸ λάδι. Οἱ δυὸ στρατιῶτες ἔχουν αὐστηρὴ διαταγὴ νὰ σὲ ἀποκεφαλίσουν ἀμέσως. Γνωρίζεις δέ, πὼς οἱ διαταγές μου εἶναι γι’ αὐτοὺς ἀπολύτως δεσμευτικές».
Ὁ γιὸς ξεκινάει κάνοντας ὅ,τι τὸν διέταξε ὁ πατέρας του, Ἀφοῦ πέρασε ἀρκετὸς χρόνος, ξαναγυρίζει πίσω. Δὲν τὸν εἶχε χυθῆ οὔτε μία σταγόνα λαδιοῦ.
«Τὶ εἶδες, παιδί μου, στὸν δρόμο;», ἐρώτησε ὁ πατέρας.
«Τίποτα!», ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ γιοῦ.
«Τί; Δὲν εἶδες τίποτα; Μὰ σήμερα εἶναι ἡ ἐμποροπανήγυρις τῆς χρονιᾶς! Παντοῦ ὑπάρχουν χρωματιστὲς ρεκλάμες, ποὺ προσκαλοῦν στοὺς τόπους τῆς διασκεδάσεως. Παντοῦ στοὺς δρόμους ὑπάρχουν διάφορα θεάματα, γελωτοποιοὶ καὶ θαυματοποιοί. Δὲν εἶδες τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτά;».
«Ὄχι, πατέρα! Ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν εἶδα τίποτα».
«Μὰ ἂν δὲν εἶδες τίποτα, τότε τί ἄκουσες στὸ δρόμο;», ρώτησε πάλιν ὁ πατέρας.
«Τίποτα», ἦταν πάλιν ἡ ἀπάντησις τοῦ γιοῦ.
«Τί; Δὲν ἄκουσες τὶς φλογέρες; Δὲν ἄκουσες τὶς τρομπέττες καὶ τόσα ἄλλα μουσικὰ ὄργανα; Δὲν ἄκουσες ὅλους αὐτούς, ποὺ διαφήμιζαν τὰ κέντρα τῆς διασκεδάσεως; Δὲν ἄκουσες ὅλα αὐτά, ποὺ ἄλλοτε τόσον πολύ σοῦ τραβοῦσαν τὴν προσοχή;»
«Πατέρα μου, μόνον ἕνα πράγμα ἀντηχοῦσε στ’ αὐτιά μου, ὁ σοβαρὸς λόγος σου: «Ἀλλοίμονό σου, ἂν στὸν δρόμο σοῦ χυθῆ ἔστω καί μία σταγόνα ἀπ’ τὸ πολύτιμο αὐτὸ λάδι». Γι’ αὐτὸ ἕνα μόνο πράγμα ἔβλεπα: τὸ λαδὶ αὐτό. «Ὅλη μου ἡ προσοχὴ ἦταν συγκεντρωμένη σ’ αὐτό. Ἔτρεμα μήπως μοῦ χυθῆ μία σταγόνα. Πατέρα μου, σ΄ εὐχαριστῶ γιὰ αὐτὸ τὸ μάθημα, ποὺ μοῦ ἔκαμες. Τώρα ξεύρω πιὰ τί πρέπει νὰ κάμω, γιὰ νὰ μὴ μὲ αἰχμαλωτίζη τὸ κακό. Πατέρα μου, μὲ ἔσωσες».
Ἀλήθεια, πολὺ διδακτικὴ εἶναι ἡ ὡραία αὐτὴ διήγησις. Ἰδιαίτερα χρήσιμη εἶναι γιὰ τοὺς ἱερεῖς. Ὅταν ἕνα πνευματικό τους τέκνο λέγη σ’ αὐτοὺς πὼς δὲν μπορεῖ ν’ ἀπαλλαγῆ ἀπ’ τὶς κακὲς συνήθειες καὶ τὰ πάθη του, ἴσως θὰ μποροῦσαν νὰ τοῦ διηγηθοῦν τὸν ἀνατολικὸ αὐτὸ συμβολικὸ μῦθο, ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπενθύμιση πολλὲς χριστιανικὲς ἀλήθειες: Ὅλοι μας εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Ὑψίστου Βασιλέως καὶ κληρονόμοι τοῦ Θεοῦ. Ὃ Χριστὸς σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε γιά μᾶς. Πρέπει λοιπὸν νὰ στρέφωμε διαρκῶς τὴ σκέψη μας στὸ σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸ αἷμα Του, ποὺ ἔτρεξε ἀπὸ τὶς ἅγιες πληγὲς Του πάνω στὸν Σταυρό. Οὔτε μία σταγόνα ἀπὸ τὸ πολύτιμο αὐτὸ αἷμα δὲν πρέπει γιὰ μᾶς νὰ εἶναι χαμένη. Ἡ σκέψη αὐτὴ θὰ μᾶς βοηθῆ νὰ ἔχωμε μάτια κι αὐτιὰ ὄχι γιὰ τὰ ἀπατηλὰ θέλγητρα τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὴν ὄμορφη καὶ ἀληθινὰ εὐτυχισμένη ζωή, τὴν ὁποία μᾶς χαρίζει ὁ Χριστός.

Ἂς χρησιμοποιοῦν λοιπὸν οἱ ἱερεῖς μας -ἰδίως οἱ ἐξομολόγοι- τὴ σοφὴ διήγηση τῆς Ἀνατολῆς στὸ συμβουλευτικό τους ἔργο γιὰ ἐκείνους, ποὺ παρασύρονται εὔκολα στὴν ἁμαρτία. Ἄλλα ἂς ἐνθυμοῦνται καὶ οἱ ἴδιοι γιὰ τὴν προσωπική τους ζωὴ τὴ βαθυστόχαστη ἀλήθεια τῆς ἀποστολῆς τους ὅταν ἔχουν συνείδησι, ὅτι τὰ χέρια τους κρατᾶνε συχνὰ τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ὅταν ἐνθυμοῦνται διαρκῶς, ὅτι εἶναι διάκονοι τοῦ Ἐπουρανίου Βασιλέως καὶ φρουροὶ οὐρανίων θησαυρῶν, τότε θὰ εἶναι προσεκτικοὶ σὲ ὅλες τους τὶς ἐκδηλώσεις.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014


Ἡ Ἀνάσταση
Ἐὰν ὑπάρχει μιὰ ἀλήθεια στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ εὐαγγελικὲς ἀλήθειες, ἡ ἀλήθεια αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀκόμη, ἐὰν ὑπάρχει μιὰ πραγματικότητα στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ καινοδιαθηκικὲς πραγματικότητες, ἡ πραγματικότητα αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μόνο στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐξηγοῦνται ὅλα τὰ θαύματά Του, ὅλες οἱ ἀλήθειές Του, ὅλα τὰ λόγια Του, ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος δίδασκε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε ὅτι ἡ πίστη σ’ Αὐτὸν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος νίκησε τὸ θάνατο καὶ ἔτσι ἐξασφάλισε στοὺς θανατωμένους ἀνθρώπους τὴ μετάβαση ἐκ τοῦ θανάτου στὴν ἀνάσταση.
Μὲ τὴν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε θνητὸς καὶ πεπερασμένος· μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καὶ αἰώνιος. Σ’ αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως. Καὶ γιὰ αὐτὸ χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξὺ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μεγαλύτερο θαῦμα. Ὅλα τὰ ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπὸ αὐτὸ καὶ συνοψίζονται σ’ αὐτό. Ἀπ’ αὐτὸ πηγάζουν ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θεοσέβεια. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καμία ἄλλη θρησκεία δὲν ἔχει· αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀνυψώνει τὸν Κύριο ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κατὰ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀναμφισβήτητο δείχνει καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος σὲ ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους κόσμους.
Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθινὰ στὸν Ἀναστάντα Κύριο τὸ ἀποδεικνύει μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν καὶ ἐὰν μὲν ἀγωνίζεται, πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐὰν ὅμως δὲν ἀγωνίζεται, τότε μάταιη ἡ πίστη του! Διότι, ἐὰν ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀγώνας γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐὰν μὲ τὴν πίστη στὸ Χριστὸ δὲν φθάνει κανεὶς στὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ θανάτου νίκη, τότε πρὸς τί ἡ πίστη μας; Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος δὲν ἔχουν νικηθεῖ. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχουν αὐτὰ τὰ δύο νικηθεῖ, τότε γιατί νὰ πιστεύει κανεὶς στὸ Χριστό; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πίστη στὸν Ἀναστάντα Χριστὸ ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτὸς ἐνισχύει σιγὰ-σιγὰ μέσα του τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Κύριος πραγματικὰ ἀναστήθηκε, ἄμβλυνε τὸ κέντρο τοῦ θανάτου, νίκησε τὸ θάνατο σὲ ὅλα τὰ μέτωπα τῆς μάχης.
Χωρὶς τὴν ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τίποτε πιὸ παράλογο ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ οὔτε μεγαλύτερη ἀπελπισία ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, δίχως ἀθανασία. Σ’ ὅλους τοὺς κόσμους δὲν ὑπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ὕπαρξη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν πιστεύει στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γι’ αὐτό, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ὁ Ἀναστημένος Κύριος εἶναι τὰ «πάντα ἐν πᾶσιν» σ’ ὅλους τοὺς κόσμους: ὅ,τι τὸ Ὡραῖο, τὸ Καλό, τὸ Ἀληθινό, τὸ Προσφιλές, τὸ Χαρμόσυνο, τὸ Θεῖο, τὸ Σοφό, τὸ Αἰώνιο. Αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας, ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλο τὸ Ἀγαθό μας, ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωὴ σὲ ὅλες τὶς αἰωνιότητες καὶ ἀπεραντοσύνες.

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014


Ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ
Ὅταν ἱδρύθηκε τό Ἑλληνικό Κράτος, μετά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821, οἱ μεγάλες δυνάμεις τῆς ἐποχῆς προσπαθοῦσαν ἡ κάθε μία γιά λογαριασμό της νά ἐπηρεάσουν τούς πολιτικούς. Ἔτσι δέν ἦταν σπάνιο ν' ἀκούει κανείς πὼς ὁ τάδε πολιτικός εἶναι ρωσόφιλος, ὁ δείνα ἀγγλόφιλος κ.ο.κ., ἀνάλογα μέ τή θέση ποὺ ἔπαιρνε καί ποιά ἀπό τίς μεγάλες δυνάμεις πίστευε πὼς θά βοηθοῦσε περισσότερο καί καλύτερα τό νεοσύστατο κράτος.
Κάποτε λοιπόν ρώτησαν καί τό θρυλικό γέρο τοῦ Μωριᾶ, τό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη:
-Ἐσύ, στρατηγέ, εἶσαι ἀγγλόφιλος; 
-Ὄχι, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος. 
-Εἶσαι τότε γαλλόφιλος;
-Οὔτε. 
-Ἐ, θά ΄σαι φαίνεται ρωσόφιλος. 
-Ὄχι, βέβαια. 
-Μά τί εἶσαι τέλος πάντων;
Κι ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ μέ τή συνηθισμένη θυμοσοφία του ἀπάντησε: 

-Ἐγώ εἶμαι Θεόφιλος. Γιατί σάν τό Θεό κανείς δέν ἀγαπάει τήν Ἑλλάδα.

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014


Ὁ κόσμος
Εἰλικρινά, δυσκολεύομαι ἀρκετά, παρότι ἴσως σᾶς φανεῖ παράξενο, νὰ πείσω τὸν ἑαυτό μου γιὰ τὴν ἀξία μιᾶς ἀκόμη ὁμιλίας. Φοβᾶμαι πὼς δὲν θὰ πρωτοτυπήσω καθόλου, ἂν καὶ γνωρίζω πὼς ἡ ἀξία τοῦ λόγου δὲν ἔγκειται στὴν πρωτοτυπία. Ἐλπίζω στὴν ὑπομονή σας. Θὰ ἐπιθυμοῦσα μέσα ἀπὸ μία σύντομη παρουσίαση τῆς καταστάσεως ποὺ σεῖς καθημερινὰ ζεῖτε, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω μερικὰ λόγια ποὺ πηγάζουν ἀπὸ παραθεωρημένα κείμενα θείας σοφίας καὶ ἀγάπης. Θὰ χαιρόμουν νὰ τὰ κατάφερνα νὰ σᾶς ἐμπνεύσω καὶ νὰ σᾶς ὁδηγήσω σὲ μία διέξοδο, δίχως νὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς πείσω, σεβόμενος ἀπολύτως τὴ θεοσδοτη ἐλεύθερη βούλησή σας. Θ’ ἀνοίξουμε λοιπὸν μαζὶ ἕνα παράθυρο γιὰ νὰ ξαναδοῦμε τὸν κόσμο...
Ἕνα κόσμο πολύβουο, πολυπρόσωπο κι ἀπρόσωπο, ποὺ τὸ διάλογο ἔχει ὑποκαταστήσει ἡ μυριόστομη ἀντιφώνηση συνθημάτων καὶ ἡ μέθη του τὸν ἔχει κάνει μέσα στὴ μαζοποίηση νὰ ἔχει χάσει τὴν προσωπικότητά του καὶ νὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸ συναίσθημα τῆς ἀγέλης.
Στὴν πολυκατοικία δὲν εἶναι γνωστοὶ ὅλοι οἱ ἔνοικοι. Στὴν πολυκατοικία χάθηκε ἡ γειτονιά, ποὺ μοιραζόσουν τὸ ψωμὶ κι οἱ πόρτες ἦταν ἀνοιχτές. Οἱ σχέσεις ἐξαντλοῦνται σὲ μία καλημέρα μέσα στὸ ἀσανσὲρ κι ἕνα βιαστικὸ χαμόγελο δίνοντας τὸ λογαριασμὸ τῶν κοινοχρήστων. Στὶς ἐπαρχιακὲς πόλεις γίνεται φιλότιμη προσπάθεια νὰ διατηρηθοῦν ἐθιμοτυπικὲς ἐπισκέψεις καὶ τὸ κουτσομπολιό.
Στὸ δρόμο σκουντουφλᾶ ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο, στὸ λεωφορεῖο στριμώχνονται, στὰ κέντρα διασκεδάσεως δὲν βρίσκεις θέση. Στὸ σχολεῖο, στὸ σπίτι, στὸ κατάστημα, παντοῦ, κουβαλᾶ ὁ ἄνθρωπος τὴν πλήξη καὶ τὴν ἀνία του, πολλὲς φορὲς καὶ δίχως νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ πλήρως κι ἡ κατάσταση αὐτὴ νὰ ἔχει γίνει ἁπλὴ συνήθεια δίχως καὶ νὰ ἀπασχολεῖ πιά. Οἱ καθημερινὲς ἀσχολίες δὲν τοὺς ἀφήνουν ποτὲ μόνους τους ἀνθρώπους γιὰ νὰ τὰ ποῦνε μὲ τὸν ἑαυτό τους.
Ἡ μοναξιὰ δὲν ἐξοβελίζεται μ’ εὐφυεῖς συνταγὲς ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, συγγραφέων καὶ κηρύκων. Θέλει προσωπικὸ ἀγώνα, ἐσωτερικὴ τακτοποίηση, μετωπικὴ σύγκρουση μὲ τὴν ὑπαρξιακὴ ἄγνωστη ταυτότητά μας, ἀνδρεία ἐνδοσκαφὴ πρὸς ἀνεύρεση τοῦ πρωτόκτιστου κάλλους, ταπεινὴ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ, πρὸς μαθητεία καὶ βοήθεια, εἰλικρινῆ καὶ τίμια ἔξοδο πρὸς συνάντηση τῶν ἄλλων, μὲ πνεῦμα θυσίας, μὲ διάθεση κατανοήσεως καὶ παραδοχῆς, ἀλληλοσυμπληρώσεως καὶ ἀλληλοβοήθειας.
Ἔτσι ἡ στείρα καὶ πικρὴ μοναξιὰ μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ γόνιμη πηγή, μὲ ὕδατα ἀνυπέρβλητης γοητευτικότητας καὶ δυναμικότητας, ἐμβαθύνοντας στὴν ὁλότητά του κι ἀνακαλύπτοντας τὶς δυνάμεις του, τὴν αὐθεντικότητα τοῦ θεόμορφου προσώπου του.
Μόνο ὁ ἐσωτερικὰ ἰσορροπημένος ἄνθρωπος καὶ τακτοποιημένος μπορεῖ νὰ ἔχει ἀγαθὲς σχέσεις μὲ τοὺς ἄλλους, σχέσεις ποὺ ἄρχισαν μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ ἔδωσαν τὴ δύναμη γι’ αὐτὴ τὴν κουβέντα μὲ τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι οἱ ἄλλοι γίνονται συλλειτουργοὶ στὸ μυστήριο τῆς λειτουργίας τῆς ζωῆς, ὅπου μεταλαμβάνουμε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ τὴν προσευχή, τὴ φιλία, τὸ γάμο καὶ παρηγοριόμαστε στὸ πολυκύμαντο αὐτὸ ταξείδι τῆς ἐφήμερης ζωῆς μας.

Φοβᾶσαι; Μὴ φοβᾶσαι νὰ σκέφτεσαι τὸ Θεό. Πήγαινε στὴν ἐκκλησία καὶ κάτσε σὲ μία γωνιὰ ἥσυχος. Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ τοὺς φόβους. Μὲ συγχωρεῖτε ποὺ δυσκολεύομαι νὰ εἶμαι ἀναλυτικός. Δὲν νομίζω ἄλλωστε πὼς χρειάζεται. Πρέπει νὰ νοιώσεις πὼς οἱ σχέσεις σου μὲ τὸ Θεὸ εἶναι ἕνα θέμα δικό σου. Παρότι εἶναι δύσκολο ἐντούτοις πρέπει νὰ κοιτάξει νὰ βρεῖ κανεὶς ἕνα καλὸ πνευματικὸ ὁδηγό. Δὲ συμφέρει ν’ ἀνοίγει κανεὶς εὔκολα τὴν ψυχή του στὸν καθένα. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπύθμενο μυστήριο. Θὰ εἶναι πολὺ τυχερὸς κανεὶς ἂν μπορέσει νὰ βρεῖ στὴ ζωὴ του ἕνα πρόσωπο ποὺ θὰ τὸ σέβεται, θὰ τὸ ἀγαπᾶ καὶ θὰ τὸ ἐμπιστεύεται καὶ μὲ χαρὰ θὰ τὸ ἀκολουθεῖ. Κι ὅσο νωρίτερα γίνει αὐτὸ τόσο καλύτερα.
Μοναχός Μωυσῆς Ἁγιορείτης

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014


Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Ἰκαρίας

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά· 


κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος, ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιος θρόνος. 


Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὸν κάβο Πάπα, 


βαστάει καὶ στὴν πλάτη του μία μαλλιαρὴ θυλάκα, 


νὰ βάλει μέσα τὰ ψωμιά, τὶς τηγανίτες, τὰ λεφτά. 


-Ἐσένα, ἀφέντη, πρέπει σου καρέκλα καρυδένια, 


γιὰ ν᾿ ἀκουμπᾷς τὴ μέση σου τὴ μαργαριταρένια. 


-Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου, βάλε στραβὰ τὸ φέσι σου 


καὶ δίπλα τὸ βρακί σου, γιὰ νὰ σκάσουν οἱ ἐχθροί σου. 


-Πολλά ῾παμε τ᾿ ἀφέντη μας ἂς ποῦμε τῆς κυρᾶς μας. 


-Κυρὰ ψηλή, κυρὰ λιγνή, κυρὰ τἀπανοφρύδα 


ποὺ ἔχεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι στῆθος, 


καὶ τοῦ κοράκου τὰ φτερὰ τἄχεις τἀπανοφρύδια 


ποὺ ὅταν λουστεῖς καὶ χτενιστεῖς καὶ πᾷς στὴν ἐκκλησιά σου 


ἡ στράτα ρόδα γέμισε ἀπ᾿ τὴν περπατησιά σου. 


-Πολλά ῾παμε καὶ τῆς κυρᾶς, ἂς ποῦμε καὶ τῆς κόρης. 


-Ἔχεις καὶ κόρην ὄμορφη, ποὺ δὲν ἔχει ἱστορία, 


οὔτε στὴν Πόλη βρίσκεται, οὔτε στὴ Βενετία. 


-Ἔχεις καὶ κόρη ὄμορφη, βάλ᾿τηνε στὸ ζεμπίλι 


καὶ κρέμασέ τηνε ψηλά, νὰ μὴ τὴ φᾶν᾿ οἱ ψύλλοι. 


-Πολλά ῾παμε, πολλά ῾παμε, μὰ δὲ μᾶς ἐκεράσατε, 


κι ἂν ἀκόμα θὲ νὰ ποῦμε, βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε. 


-Ἐφάγαμε τὸν πετεινὸ, νὰ φᾶμε καὶ τὴν κότα 


καὶ δῶστε μας τὸ φλουράκι μας, νὰ πᾶμε σ᾿ ἄλλη πόρτα!

Τετράδιο 153 * Δεκέμβριος 2012




Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014


Στό Χριστό, στό Κάστρο
Ἐξέπλευσαν. Ἐστράφησαν πρὸς τὸ μεσημβρινοδυτικὸν τοῦ λιμένος, ἔβαλαν πλώρη τὸ ἀκρωτήριον Καλαμάκι. Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικός, καὶ ὁ πλοῦς εὐοίωνος ἤρχιζε. Ναὶ μέν, ἐκρύωναν πολύ, ἀλλ᾽ ἦσαν ὅλοι βαρέως ἐνδεδυμένοι. Ὁ παπὰς ἐκάθισεν εἰς τὸ πηδάλιον φορῶν τὴν γούναν του. Ἡ πρεσβυτέρα εἶχε τὸ σάλι της τὸ διπλό, ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ εἶχε τὸ βαρὺ γουνάκι καὶ τὴν κουζούκα της. Ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς ἦτο μὲ τὴν νιτσεράδα του, μὲ τὸν κηρωτὸν πῖλόν του μὲ τὸν ἱμάντα δεδεμένον ὑπὸ τὸν πώγωνα, μὲ τὰ μακρὰ πτερύγια σκεπάζοντα τὰ ὦτα, καὶ ὁ υἱός του Σπύρος, ὁ καλούμενος κοινῶς τὸ Μπερκάκι, ἦτο μὲ τὰ μανίκια τῆς μαλλίνης καμιζόλας του ἀνασφουγγωμένος ὣς τοὺς ἀγκῶνας.
Εὐτυχῶς δὲν ἐχιόνιζεν, ἀλλ᾽ ὁ ἄνεμος ἦτο παγερός. Αἴθριος ὁ οὐρανός, σαρωμένος ἀπὸ τὸν βορρᾶν. Ἡ σελήνη ἦτο εἰς τὸ πρῶτον τέταρτον, καὶ εἶχε δύσει πρὸ πολλοῦ. Τὰ ἄστρα ἔτρεμαν εἰς τὸ στερέωμα, ἡ πούλια ἐμεσουράνει, ὁ γαλαξίας ἔζωνε τὸν οὐρανόν. Ὁ πῆχυς καὶ ἡ ἄρκτος καὶ ὁ ἀστὴρ τοῦ πόλου ἔλαμπαν μὲ βαθεῖαν λάμψιν ἐκεῖ ἐπάνω. Ἡ θάλασσα ἔφρισσεν ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ βορρᾶ, καὶ ἠκούοντο τὰ κύματα πλήττοντα μετὰ ρόχθου τὴν ἀκτήν, εἰς ἣν μελαγχολικῶς ἀπήντα ὁ φλοῖσβος τοῦ ὕδατος περὶ τὴν πρῷραν τῆς μεγάλης καὶ δυνατῆς βάρκας. Ἔκαμψαν τὸ Καλαμάκι, καὶ ἀκόμη δὲν εἶχε χαράξει. Ἤρχισε μόλις νὰ γλυκοχαράζῃ πέραν τῆς ἀγκάλης τοῦ Πλατανιᾶ. Ἔφεξαν εἰς τὸν Στρουφλιά, ἀντικρὺ τοῦ τερπνοῦ καὶ συνηρεφοῦς δάσους τῶν πιτύων, ἐξ οὗ ἡ θέσις ὀνομάζεται Κουκ᾽ναριές.
Τότε οἱ ἐπιβάται εἶδον ἀλλήλους ὑπὸ τὸ πρῶτον λυκόφως τῆς ἡμέρας, ὡς νὰ ἔβλεπαν ἀλλήλους πρώτην φοράν. Πρόσωπα ὠχρὰ καὶ χείλη μελανά, ρῖνες ἐρυθραὶ καὶ χεῖρες κοκκαλιασμέναι. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ εἶχεν ἀποκοιμηθῆ δὶς ἤδη ὑπὸ τὴν πρύμνην, ὅπου ἔσκεπε τὸ πρόσωπόν της μὲ τὴν μαύρην μανδήλαν ὣς τὴν ρῖνα, μὲ τὴν ρῖνα σχεδὸν ὣς τὰ γόνατα. Ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς εἶχε πάρει δύο τροπάρια παραπλεύρως αὐτῆς, ὀνειρευόμενος ὅτι ἦτο ἀκόμη εἰς τὴν κλίνην του, καὶ ἀπορῶν πῶς αὕτη ἐκινεῖτο εὐρύθμως ὡς βρεφικὸν λίκνον. Ὁ υἱὸς τοῦ παπᾶ, ὁ Σπύρος, ἔκαμε συχνὲς μετάνοιες, καὶ ὅσον αἷμα εἶχεν, εἶχε συρρεύσει ὅλον εἰς τὴν ρῖνά του, ἥτις ἦτο καὶ τὸ μόνον ὁρατὸν μέλος τοῦ σώματός του.
… Ἀνέβησαν εἰς τὸ Κάστρον, ὅπου συνήντησαν τὸν Ἀργύρην τῆς Μυλωνοῦς καὶ τὸν σύντροφόν του τὸν Γιάννην τὸν Νυφιώτην. Οὗτοι ἐν ὀλίγοις διηγήθησαν πῶς τοὺς εἶχε κλείσει τὸ χιόνι ἐπάνω στὸ Στοιβωτό, ὅπου ἐτρύπωσαν δύο νύκτας εἰς μίαν σπηλιάν, καὶ πῶς τὴν προχθές, ἤτοι εἰς τὰς 22 τοῦ μηνός, ἐλθόντες τοὺς ἀπηλευθέρωσαν ἐκεῖθεν, ἐκτοπίσαντες μεγάλους ὄγκους χιόνος, δύο αἰγοβοσκοί, οἵτινες καὶ εὑρίσκοντο τὴν στιγμὴν ταύτην μὲ ὅλον τὸ αἰπόλιόν των εἰς τὸ φρούριον.
Τὸ φρούριον τοῦτο ἦτο γιγαντιαῖος βράχος φυτρωμένος ἐκεῖ παρὰ τὸ πέλαγος, προεκβολὴ τῆς γῆς πρὸς τὸν πόντον, ὡς νὰ ἔδειχνεν ἡ ξηρὰ τὸν γρόνθον εἰς τὴν θάλασσαν καὶ νὰ τὴν προεκάλει· φοβερὸς μονοκόμματος γρανίτης ἁλίκτυπος, ὅπου γλαῦκες καὶ λάροι ἤριζον περὶ κατοχῆς, διαφιλονικοῦντες ποῦ ἀρχίζει ἡ κυριότης τοῦ ἑνὸς καὶ ποῦ σταματᾷ ἡ δικαιοδοσία τοῦ ἄλλου.Μεμονωμένος ὑψιτενὴς βράχος, ἐφ᾽ οὗ οἱ κάτοικοι ἐξ ἀνάγκης εἶχον κλεισθῆ διὰ φύλαξιν κατὰ τῶν πειρατῶν καὶ τῶν βαρβάρων, ἐγκαταλιπόντες αὐτὸν ἔρημον μετὰ τὸ 1821, ὅτε ἐκτίσθη ἡ σημερινὴ μεσημβρινὴ πολίχνη. Μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐσώζοντο ἀκόμη οἰκίαι τινὲς μὲ τὰς στέγας καὶ τὰ πατώματά των ἐντὸς τοῦ φρουρίου, ἀλλὰ τελευταῖον, ἡ ὀλιγωρία τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ὁ ὄκνος τῶν ἀνθρώπων εἰς τὸ νὰ τὸ ἐπισκέπτωνται συχνότερα, καὶ ἡ ἀσυνειδησία ὀλίγων τινῶν συλαγωγῶν, πλεονεκτῶν ἢ οἰκοδόμων, εἶχε καταστήσει ἐρειπίων σωρὸν τὸ Κάστρον. Ἐντεῦθεν ἀμελήσαντες καὶ οἱ ἐφημέριοι τῆς σημερινῆς πολίχνης, ἄφηναν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἀλειτούργητον τὸν ναὸν τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, κατ᾽ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς.
Ὁ ναὸς τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ἦτο ἡ παλαιὰ μητρόπολις τοῦ φρουρίου. Ὁ ναΐσκος, πρὸ ἑκατονταετηρίδων κτισθείς, ἵστατο ἀκόμη εὐπρεπὴς καὶ ὂχι πολὺ ἐφθαρμένος. Ὁ παπα-Φραγκούλης καὶ ἡ συνοδία του φθάσαντες εἰσῆλθον τέλος εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ καρδία των ᾐσθάνθη θάλπος καὶ γλυκύτητα ἄφατον.
Ὁ ἱερεὺς ἐψιθύρισε μετ᾽ ἐνδομύχου συγκινήσεως τό, «Εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν σου», κ᾽ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ, ἀφοῦ ἤλλαξε τὴν φ᾽στάνα της τὴν βρεγμένην κ᾽ ἐφόρεσεν ἄλλην στεγνὴν καὶ τὸ γ᾽νάκι της τὸ καλό, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς εἶχεν εἰς ἀβασταγὴν καλῶς φυλαγμένα ὑπὸ τὴν πρῷραν τῆς βάρκας, ἔδεσε μέγα σάρωθρον ἐκ στοιβῶν καὶ χαμοκλάδων καὶ ἤρχισε νὰ σαρώνῃ τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, ἐνῷ αἱ γυναῖκες αἱ ἄλλαι ἤναπταν ἐπιμελῶς τὰ κανδήλια, καὶ ἤναψαν μέγα πλῆθος κηρίων εἰς δύο μανουάλια, καὶ παρεσκεύασαν μεγάλην πυρὰν μὲ ξηρὰ ξύλα καὶ κλάδους εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐσχηματίζετο μακρὸν στένωμα παράλληλον τοῦ μεσημβρινοῦ τοίχου, κλειόμενον ὑπὸ σωζομένου ὀρθοῦ τοιχίου γείτονος οἰκοδομῆς, κ᾽ ἐγέμισαν ἄνθρακας τὸ μέγα πύραυνον, τὸ σωζόμενον ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ βήματος, κ᾽ ἔθεσαν τὸ πύραυνον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ, ρίψασαι ἄφθονον λίβανον εἰς τοὺς ἄνθρακας. Καὶ ὠσφράνθη Κύριος ὁ Θεὸς ὀσμὴν εὐωδίας.
Ἔλαμψε δὲ τότε ὁ ναὸς ὅλος, καὶ ἤστραψεν ἐπάνω εἰς τὸν θόλον ὁ Παντοκράτωρ μὲ τὴν μεγάλην κ᾽ ἐπιβλητικὴν μορφήν, καὶ ἠκτινοβόλησε τὸ ἐπίχρυσον καὶ λεπτουργημένον μὲ μυρίας γλυφὰς τέμπλον, μὲ τὰς περικαλλεῖς τῆς ἀρίστης βυζαντινῆς τέχνης εἰκόνας του, μὲ τὴν μεγάλην εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, ὅπου «Παρθένος καθέζεται τὰ Χερουβεὶμ μιμουμένη», ὅπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αἱ μορφαὶ τοῦ θείου Βρέφους καὶ τῆς ἀμώμου Λεχοῦς, ὅπου ζωνταναὶ παρίστανται αἱ ὄψεις τῶν ἀγγέλων, τῶν μάγων καὶ τῶν ποιμένων, ὅπου νομίζει τις ὅτι στίλβει ὁ χρυσός, εὐωδιάζει ὁ λίβανος καὶ βαλσαμώνει ἡ σμύρνα, καὶ ὅπου, ὡς ἐὰν ἡ γραφικὴ ἐλάλει, φαντάζεταί τις ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὅτι ἀκούει τό, «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ»!
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετράδιο 153 * Δεκέμβριος 2012

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014


Ἡ ὑποστολή τῆς σημαίας
Ἤμουν στό Ναυτικό τό 1952 καί βρισκόμουνα στήν Πλατεία Κλαυθμῶνος, ὄχι ὅπως εἶναι σήμερα. Οἱ νεότεροι δέν γνωρίζουν πάρα πολλά ἀπό τά παλιά καί ἀποροῦν ὁπόταν ἀκοῦν ὁρισμένα γεγονότα τοῦ τότε.
Ἐκείνη τή στιγμή ἔπεφτε ὁ ἥλιος καί θά γνωρίζετε ὅτι μέ τή δύση του, γίνεται ὑποστολή τῆς σημαίας. Τότε τό Ὑπουργεῖο Ναυτικοῦ ἦταν ἐκεῖ καί ἡ σημαία κυμάτιζε ἀκόμα στό κτήριο. Σήμερα εἶναι ἄλλες ὑπηρεσίες τοῦ Ναυτικοῦ.
Τότε, πάντα κάθε πρωί, θά θυμοῦνται οἱ παλιοί, γινόταν ἔπαρση σημαίας καί σταματοῦσαν τά πάντα, ὅπως καί στή δύση τοῦ ἡλίου γινόταν ὑποστολή. Ἦταν στιγμές ὡραῖες, ἀπίθανες, πού ζοῦσαν τότε οἱ ἄνθρωποι. Τό ἄγημα ἀποδόσεως τιμῶν στόν χῶρο του, καί ἀκοῦμε τόν σαλπιγκτή νά δίνει τό σύνθημα γιά τήν ὑποστολή τῆς σημαίας.
Τό ἄγημα παρουσιάζει ὃπλα. Ὁ ἀξιωματικός χαιρετᾶ καί παίζεται ὁ Θούριος. Ὅλοι οἱ παριστάμενοι ἐκεῖ καί οἱ περαστικοί, ὅπως καί ἐγώ, σταθήκαμε σέ στάση προσοχῆς. Ἀποδίδεις μέ αὐτόν τόν τρόπο τήν τιμή στό ἱερό μας σύμβολο, στή γαλανόλευκη σημαία.
Ἐκείνη τή στιγμή πού ὁ ἁρμόδιος ἀξιωματικός χαιρετᾶ, ἡ ματιά του πέφτει λοξά καί βλέπει κάτι παράξενο, καί ἡ ψυχή του ταράζεται, γι̉ αὐτό πού θά σᾶς πῶ παρακάτω.
Τελειώνοντας ἡ διαδικασία τῆς ὑποστολῆς τῆς σημαίας, οἱ διαβάτες συνεχίζουν τόν δρόμο τους, ἐνῶ ἐγώ παρέμεινα ἀπό συνήθεια λίγο ἀκόμα. Τότε βλέπω τόν νεαρό ἀξιωματικό νά κατευθύνεται θυμωμένος πρός ἕνα γεροδεμένο πλανόδιο καστανά. Βλέπετε τότε ἡ πλατεία ἦταν κενή καί στίς γωνίες ἦταν πάντα στιλβωτές (λοῦστροι) καί καστανάδες, πού μᾶς λείπουν τώρα.
Καί τοῦ εἶπε: «γιατί δέν σηκώθηκες ὄρθιος γιά νά τιμήσεις τή σημαία μας, δέν ἔχεις φιλότιμο κ.λπ.».
Ὁ ἄνθρωπος ἔμεινε βουβός, ἐγώ παρακολούθησα ἔντρομος καί φοβερά συγκλονισμένος τό τί ἔγινε. Μετά βλέπω τόν καστανά ὅτι ἔγινε κατακόκκινος καί ἄρχισε νά τρέμει. Ἤθελε νά φωνάξει, ἀλλά βλέπω μέ ἔκπληξη ὅτι συγκρατεῖται και σκύβοντας τό κεφάλι του ἄρχισε νά κλαίει μέ λυγμούς.
Ὅμως συνέρχεται γρήγορα, σκουπίζει τά δάκρυά του καί μέ πολλή δύναμη τῶν χεριῶν του (αὐτά ἦταν γερά) στυλώνει τό σῶμα του δυνατά, σπρώχνει τόν πάγκο του μέ τά κάστανα μπροστά καί φωνάζει μέ ὅλη τήν ψυχή του, στόν νεαρό ἀξιωματικό δυνατά «Πῶς νά σηκωθῶ κύριε; Τῆς τά ἔδωσα τῆς Πατρίδας καί τά δύο» καί σηκώνει τά μπατζάκια τοῦ παντελονιοῦ ὁπού φάνηκαν δύο πόδια κομμένα πάνω ἀπό τά γόνατα.
Καί ξαναρχίζει νά κλαίει. Ὁ κόσμος, ὅπως καί ἐγώ, γύρω του κλαίει καί χειροκροτεῖ, ὅμως περισσότερο ἀπό ὅλους κλαίει ὁ νεαρός ἀξιωματικός.
Ἔχουν περάσει περίπου 60 χρόνια, ὃμως θυμᾶμαι τί ἀκολούθησε. Ἐκείνη τή στιγμή ἔγινε κάτι τό ἀλησμόνητο, μιά φοβερή σκηνή. Ὁ ἀξιωματικός σκύβει καί ἀγκαλιάζει καί φιλᾶ τόν καστανά, καί στή συνέχεια στέκεται εὐθυτενής μπροστά στόν ἥρωα καί φέρνει τό δεξί του χέρι στήν ἄκρη τοῦ γείσου τοῦ πηλικίου του καί τόν χαιρετᾶ στρατιωτικά.
Τοῦ ἀπονέμει «τάς κεκανονισμένας τιμάς» πού δέν μπόρεσε ἐκεῖνος τυπικά νά ἀποδώσει στή σημαία μας, γιατί τῆς χάρισε καί τά δύο πόδια στά βορειοηπειρωτικά βουνά μας γιά νά μπορεῖ νά κυματίζει σήμερα ψηλά ἡ κυανόλευκη σημαία σέ λεύτερη πατρίδα.
Καί οἱ ἄλλοι, οἱ πολλοί, νά μποροῦν νά πηγαίνουν μέ γρήγορο βῆμα στίς εἰρηνικές ἀπασχολήσεις τους, χωρίς νά γνωρίζουν ὅτι περνοῦν μπροστά ἀπό ἕναν ἥρωα τοῦ ἀλβανικοῦ μετώπου, τόν Ἕλληνα ἥρωα πολεμιστή, ὅποιο ἐπάγγελμα καί νά  ̉χει. Ἄλλοι δέν μιλοῦν, ἄλλοι ὅμως εἰρωνεύονται.
Γι̉ αὐτό οἱ νέες γενιές πρέπει νά μάθουν, νά διδαχθοῦν ἀπό τήν οἰκογένεια καί τό Σχολεῖο γιά τό Ἔπος τοῦ 1940.
Γιά τό καλό τῆς Πατρίδας μας.
Δημήτρης Ντούλιας
Πλωτάρχης Π.Ν.

Τετράδιο 154 * 'Ιανουάριος 2013