Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015


Παγκόσμιος πόλεμος
Νά ἀνεχόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, χωρίς νά θέλουμε νά τόν ἀλλάξουμε. Νά ἀποδεχόμαστε τόν ἄνδρα μας ἤ τήν γυναίκα μας ἔτσι ὅπως εἶναι, μέ τίς ἰδιοτροπίες του. Ὅταν ἀρχίσουμε νά κάνουμε παρατηρήσεις γιά νά ἀλλάξουν οἱ ἄλλοι, δέν θά ἔχουμε εἰρήνη, ἀλλά πόλεμο στίς καρδιές μας, στούς λογισμούς μας, στά λόγιά μας. Αὐτός ὁ πόλεμος θά μεταφέρεται καί στά παιδιά μας.
Μία φορά στήν ἐξομολόγηση, ξαφνικά, κάποιος ἄρχισε νά κλαίει. Ἔκλαιγε, ἔκλαιγε... Ἀναρωτήθηκα: Μετά ἀπό τά βαριά ἁμαρτήματα πού μου ἐξομολογήθηκε, τί ἄλλο νά ἔχει κάνει;
Καί μοῦ ἐξήγησε: Θυμᾶμαι ὅταν ἤμουν παιδί, μέ ἔβαζαν οἱ γονεῖς μου τή νύχτα νά κοιμηθῶ στό ἄλλο δωμάτιο καί τούς ἄκουγα νά τσακώνονται καί ἔλεγα, τώρα θά σκοτώσει ὁ πατέρας τή μάννα μου, τώρα θά βρίσει ἡ μητέρα τόν πατέρα μου. Ἕνα ἄλλο παιδί ἔκλεινε τίς πόρτες καί τά παράθυρα, γιά νά μήν ἀκούει τίς φωνές τῶν γονέων. Τό παιδί αὐτό ἔγινε γέρος καί ἀκόμη ζεῖ μέ αὐτό τό δράμα. Καταλαβαίνετε τί πόλεμος γίνεται ἀκόμη στήν ψυχή του ἀπό ἐκεῖνα τά μικρά ἐπεισόδια; Μικρά γεγονότα, ἀλλά τί πόλεμος! Παγκόσμιος πόλεμος εἶναι αὐτός, ὅταν ἐμεῖς δέν καταλαβαίνουμε τί κάνουμε στήν ζωή μας.

Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015


Τόσο ἐνοχλητικὸς
Ὁ Καποδίστριας, ὡς πολιτικὸς σπουδασμένος στὴ Δύση (Παντοβα), ἀσκημένος στὰ δυτικὰ ἀνακτοβούλια, καὶ συνεπῶς εὐρωπαῖος, ἔγινε δεκτὸς ἀρχικὰ ἀπὸ τὶς μεγάλες δυνάμεις, μολονότι συγκρατημένα ἀπὸ μερικές, ὅπως ἡ Ἀγγλία. Παρακολουθοῦσαν ὅμως τὴν ἐκδίπλωση τοῦ προγράμματός του γιὰ νὰ διαπιστώσουν τοὺς ἄδηλους στόχους του.
Ὅταν, ἔτσι, διαπιστώθηκε ἡ ῥωμαίικη -ἑλληνορθόδοξη δηλαδὴ- γραμμὴ πλεύσεώς του, ἐπιστρατεύθηκαν ὅλα τὰ διατιθέμενα ἀπὸ τὴ διπλωματία μέσα γιὰ τὴν ἐξόντωσή του. Ἡ Ἀγγλία, κυρίως, ὀργάνωσε μυστικὴ ἐκστρατεία ἐναντίον του, χρησιμοποιώντας τὰ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος ὄργανά της. Τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Foreign Office καὶ τοῦ Colonial Office (στὸ Kew Gardens τοῦ Λονδίνου) προσφέρουν πληθώρα στοιχείων, ποὺ ἀποκαλύπτουν τὴν κίνηση τῶν νημάτων τῆς ἀντικαποδιστριακῆς δημαγωγίας ἀπὸ τὰ ἀγγλοκρατούμενα Ἑπτάνησα.
Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, τόσο ἐνοχλητικὸς γινόταν ὁ Καποδίστριας γιὰ τὴν φράγκικη καὶ μόνιμα ἀντιστρατευόμενη τὴν Ὀρθοδοξία Εὐρώπη. Θρεμμένος μὲ τὶς ἑλληνορθόδοξες παραδόσεις τῆς ἠπειρώτισσας μητέρας του (Ἀδαμαντίας), ἦταν δεμένος μὲ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, βλέποντάς το ὡς κιβωτὸ σύνολης τῆς ζωῆς καί, συνεπῶς, ὡς «περιέχον» καὶ τὴν πνευματικὴ καὶ τὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ Ἔθνους/Γένους. Τὸ γεγονὸς μάλιστα, ὅτι δύο ἀπὸ τὶς ἀδελφές του ἔγιναν ὀρθόδοξες μοναχές, τί ἄλλο φανερώνει ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῆς οἰκογενείας του;
Ἔτσι, καὶ ἂν ἀκόμη κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Εὐρώπη, ὡς εὐφυὴς καὶ ἱκανὸς διπλωμάτης, κατόρθωνε νὰ συγκαλύπτει τὸ ἀληθινὸ φρόνημά του, ὅταν ἀνέλαβε τὰ ἡνία τῆς ἀνοργάνωτης ἑλληνικῆς πολιτείας, δὲν εἶχε λόγο νὰ ἀποκρύψει τοὺς ἀληθινοὺς στόχους του. Ἤδη ἡ πρώτη προκήρυξή του πρὸς τὸν ἑλληνικὸ λαὸ ἄρχιζε μὲ τὴ φράση: «Ἐὰν ὁ Θεὸς μεθ᾿ ἡμῶν, οὐδεὶς καθ᾿ ἡμῶν».
Ἦταν γνωστή, ἄλλωστε, ἡ ἀντίθεση τοῦ Καποδίστρια πρὸς τὴν Γαλλικὴ Ἐπανάσταση (1789) καὶ κυρίως τὶς ἀντιθρησκευτικὲς ἀρχές της. Καὶ αὐτὸ δὲν φαίνεται νὰ τὸ λαμβάνουν σοβαρὰ ὑπ᾿ ὄψιν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιμένουν, ὅτι ὑπῆρξε «τέκτων κανονικὸς», χωρὶς βέβαια ἐπάρκεια στοιχείων, λησμονώντας, ὅτι ὡς διπλωμάτης ὁ Καποδίστριας συνανατρεφόταν τοὺς πάντας, ἀλλὰ δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ ἀνήκει ὁλόκληρος στὴν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία διεκδικεῖ «μοναδικότητα» καὶ «ἀποκλειστικότητα» στὴ συνείδηση καὶ ζωὴ τοῦ ἄνθρωπου. Ὅπως ἐπίσης δὲν λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψιν καὶ ἡ ἀρνητικὴ στάση του ἀπέναντι στὴ Μασονία καὶ κάθε μυστικὴ ὀργάνωση κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐξουσίας του.
Ὁ Καποδίστριας ἔβλεπε ζυμωμένη τὴν ὕπαρξη τοῦ Ἔθνους μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, τὴν ζωτικὴ πνοὴ καὶ ἀναστάσιμη δύναμή του: «Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία (ὡς Ὀρθοδοξία), ἔλεγε, ἐσυντήρησεν εἰς τοὺς Ἕλληνας καὶ γλώσσαν καὶ πατρίδα καὶ ἀρχαίας ἔνδοξους ἀναμνήσεις καὶ ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτοὺς τὴν πολιτικὴν ὕπαρξιν, τῆς ὁποίας εἶναι στύλος καὶ ἑδραίωμα».

π. Γεώργιος Μεταλληνός

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015


Ἡ Μαριγώ
Ἡ κοπέλλα ἡ Μαριγὼ
μιὰ δουλειὰ σωστὴ δὲν κάνει.
Τὴν κουζίνα μας ξεχνάνει
καὶ θυμᾶται τὸ χωριό.
Τὰ χεράκια της ἐδῶ,
τὸ μυαλά της ἐκεῖ κάτω.
Πέφτει κι ἔσπασε τὸ πιάτο...
Μαριγούλα, Μαριγώ!
Φέρνει τὸ νερὸ στὸν ὦμο,
μὰ θυμήθηκε ξανά:
«Ποιὸς τὸ δράκο μας κουνᾶ;»
Χύνει τὸ μισὸ στὸ δρόμο.
«Ἡ ἄσπρη κότα τὶ νὰ κάνει;
Τὸ γουρούνι εἶναι γερό;
Ὁ παπποὺς νὰ μὴν πεθάνει;...»
Μαριγούλα, Μαριγώ!
«Θἄβγαλε χηνάκια ἡ χήνα,
θἆναι κίτρινα, σταχτιά,
θὰ τρυγᾶμε αὐτὸ τὸ μήνα,
θὰ μὲ πόνεσε ἡ γιαγιά».
«Τί ἔχεις σύννεφο στὰ μάτια,
τὶ ἔχεις ἀναφιλητό;
Κι ἄλλο πιάτο εἶναι κομμάτια,
Μαριγούλα, Μαριγώ;
Πάρε τ᾿ ἄσπρο γιορτινό σου,
τὶς ποδιὲς ποὺ σοῦ φορῶ.
Στὸ χωριό σου, στὸ χωριό σου,
Μαριγούλα, Μαριγώ!»

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015


Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ κβ΄
Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει. Εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με, τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν.
Ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν.
Ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν, ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με· ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον.

Καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν.

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015


Ἕνα πουλὶ θαλασσινὸ
Ἕνα πουλὶ θαλασσινὸ
κι ἕνα πουλὶ βουνήσιο,
τὰ δυὸ πουλιὰ μαλώνανε
στοῦ σταυραϊτοῦ τὸν τόπο.
Γυρίζει τὸ θαλασσινὸ
καὶ λέει τοῦ βουνήσιου:
— Μὴ μὲ μαλλώνῃς, βρὲ πουλί,
καὶ μὴ μὲ παραδιώχνῃς
κι ἐγὼ πολὺ δὲν κάθομαι
στὸν τόπο τὸ δικό σου.
Ἄν κάτσω Μάη καὶ Θεριστὴ
κι ὅλον τὸν Ἁλωνάρη
κι ἂν πάρω κι ἀπ’ τὸν Αὔγουστο,
τὸν Τρυγητὴ μισεύω.

Κι ἀφήνω γειὰ στὶς ὄμορφες
καὶ γειὰ στὶς μαυρομμάτες
κι ἐγὼ πάω στὸν τόπο μου,
γυρνῶ στοὺς ἰδικούς μου.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015


Μεγάλη Σαρακοστή
Τό νά πάρουμε λοιπόν στά σοβαρά τή Μεγάλη Σαρακοστή σημαίνει ὅτι θά τή θεωροῦμε, πρῶτα ἀπ' ὅλα μέ τήν πιό βαθιά ἔννοια, μία πνευματική πρόκληση πού ἀπαιτεῖ ἀντίδραση, ἀπόφαση, πρόγραμμα καί συνεχή προσπάθεια. Καί ἀκριβῶς γιά τό λόγο αὐτό, ὅπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία οἱ ἑβδομάδες προετοιμασίας γιά τή Μεγάλη Σαρακοστή.
Ἡ περίοδος αὐτή εἶναι καιρός γιά δράση, γιά ἀπόφαση, γιά προγραμματισμό. Καί ὁ καλύτερος καί εὐκολότερος τρόπος εἶναι ν' ἀκολουθήσουμε τήν καθοδήγηση τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ἡ μελέτη καί ὁ στοχασμός πάνω στά πέντε εὐαγγελικά θέματα πού μᾶς προσφέρονται τίς πέντε Κυριακές της περιόδου πρίν ἀπό τή Μεγάλη Σαρακοστή.
Τά θέματα αὐτά εἶναι: ἡ διακαής ἐπιθυμία (Ζακχαῖος), ἡ ταπείνωση (Τελώνης καί Φαρισαῖος), ἐπιστροφή ἀπό τήν ἐξορία (Ἄσωτος), ἡ κρίση (Κυριακή της Ἀπόκρεω) καί ἡ συγχωρητικότητα (Κυριακή της Τυροφάγου). Αὐτές οἱ εὐαγγελικές περικοπές δέν διαβάζονται μόνο καί μόνο γιά ν' ἀκουστοῦν στήν Ἐκκλησία· σκοπός εἶναι νά τίς «πάρω μαζί μου στό σπίτι» καί νά στοχαστῶ πάνω σ' αὐτές σχετίζοντάς τις μάλιστα μέ τή ζωή μου, τήν οἰκογενειακή μου κατάσταση, τίς ἐπαγγελματικές ὑποχρεώσεις μου, τό ἐνδιαφέρον μου γιά τά ὑλικά πράγματα, τίς σχέσεις μου μέ τούς συγκεκριμένους ἀνθρώπους μέ τούς ὁποίους ζῶ.
Ἄν σ' αὐτή τήν προσπάθεια περισυλλογῆς προσθέσει κανείς καί τήν προσευχή αὐτῆς τῆς περιόδου: «τῆς μετανοίας ἀνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα...» καί τόν ψαλμό 136 «ἐπί τῶν ποταμῶν τῆς Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθήσαμεν...» μπορεῖ νά καταλάβουμε τί σημαίνει νά «νιώθεις ὅτι εἶσαι μέ τήν Ἐκκλησία», καί πῶς μπορεῖ μία λειτουργική περίοδος νά χρωματίσει τή καθημερινή ζωή. 

π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015


Νηστεία
Ἄλλος λόγος γιά τήν κάμψη στή νηστεία προβάλλεται στίς μέρες μας ὅτι οἱ παραδοσιακοί κανόνες δέν εἶναι πιά ἐφαρμόσιμοι σήμερα. Αὐτοί οἱ κανόνες προϋποθέτουν, ἔτσι ὑποστηρίζεται, μία κλειστά ὀργανωμένη, μή πλουραλιστική Χριστιανική κοινότητα πού ἀκολουθεῖ ἕνα γεωργικό τρόπο ζωῆς, πού τώρα πιά εἶναι ὅλο καί περισσότερο γεγονός τοῦ παρελθόντος. Ὑπάρχει μία δόση ἀλήθειας σ’ αὐτόν τόν ἰσχυρισμό. Ἀλλά χρειάζεται ἐπίσης νά λεχθεῖ ὅτι ἡ νηστεία, ὅπως ἐφαρμοζόταν σύμφωνα μέ τήν παράδοση στήν Ἐκκλησία, πάντα ἦταν δύσκολη καί πάντα συνεπαγόταν κακουχία.
Πολλοί ἀπό τούς συγχρόνους μας εἶναι πρόθυμοι νά νηστέψουν γιά λόγους ὑγείας ἤ ὀμορφιᾶς ἤ γιά νά χάσουν βάρος. Δέν μποροῦμε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί νά κάνουμε τά ἴδια γιά χάρη  τῆς οὐράνιας Βασιλείας; Γιατί γινόταν ἡ αὐταπάρνηση εὐχαρίστως δεκτή ἀπό προηγούμενες γενιές Ὀρθοδόξων, κι ἀπό μᾶς τούς διαδόχους τους σήμερα νά ἀποδεικνύεται  ἕνα τόσο ἀνυπόφορο φορτίο;
Κάποτε ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ διερωτήθηκε γιατί τά θαύματα τῆς χάριτος ἦταν τόσο ἄφθονα ἔκδηλα στό παρελθόν, ἐνῶ δέν ἦσαν πιά φανερά στίς μέρες του, καί σ’ αὐτό ἀπάντησε: «Μονάχα ἕνα πράγμα λείπει, ἡ σταθερή ἀποφασιστικότητα».

Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015


Δίκαιη κοινωνία
Ἡ ἐγκαθίδρυση μιᾶς κοινωνίας δίκαιης καὶ εὐτυχισμένης, δὲν ἐξαρτᾶται κατ’ ἀρχὴν ἀπὸ τὶς μεταρρυθμίσεις τῶν δομῶν καὶ τὸν ἔλεγχο τῶν οἰκονομικῶν διαδικασιῶν. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀνομάζει τὸ Εὐαγγέλιο «μετάνοια», μιὰ ἀλλαγή, δηλαδή, πνεύματος, μιὰ ἐσωτερικὴ μεταρρύθμιση. Ἀπαιτεῖ, πρὶν ἀπὸ κάθε τι, να ἀγωνίζεται ὁ καθένας καθημερινά, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, μέχρις ὅτου, μέσα ἀπὸ τὶς πιὸ ταπεινὲς καὶ κοινὲς περιστάσεις τῆς ὑπάρξεώς του, ἐνάντια στὸν ἐγωισμό του, ἐνάντια στὴ δίψα τῆς ἀπολαύσεως, ἐνάντια στὶς ἀτομικιστικὲς τάσεις του, ἀκούσει τὴν ἐσωτερικὴ φωνὴ νὰ τοῦ ψιθυρίζει ὅτι ἐκεῖ μόνον βρίσκεται ἡ ἀληθινὴ χαρὰ -αὐτὴ ἡ χαρὰ ποὺ εἶναι τόσο αἰσθητὴ σ’ ὅποιον ἐπισκέπτεται σήμερα τὰ ἁγιορείτικα μοναστήρια.
Πρέπει ἀκόμη ἡ ἐξουσία καὶ οἱ θεσμοὶ νὰ σέβονται τὴ νόμιμη ἀνομοιότητα τῶν προσώπων ποὺ τὸ καθένα ἔχει τὸν δικό του τρόπο νὰ ζεῖ ἕνα κοινὸ ἰδανικό, καὶ νὰ μὴν ἐπιβάλλουν ἕνα συγκεντρωτικὸ καὶ τυραννικὸ καθεστώς. Τότε μπορεῖ νὰ γίνει πραγματικότητα ὁ λόγος τοῦ ψαλμωδοῦ: «Ἰδού δή τί καλὸν ἢ τὶ τερπνόν, ἀλλ’ ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό». 
Ἀλλ’ ὁ προσκυνητὴς ποὺ ἀκολουθεῖ σήμερα τὰ λίθινα μονοπάτια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μέσα σὲ μιὰ φύση παρθενική, ἀρωματισμένη μὲ τὴν ὀσμὴ τῶν σπάρτων καὶ σμαλτωμένη μὲ ὅλα τὰ λουλούδια τῆς ἀνοίξεως, δὲν ἀνακαλύπτει στὸν δρόμο του μόνον τὰ μεγάλα κοινόβια μοναστήρια. Θὰ τοῦ τύχει, ἴσως, νὰ συναντήσει κάποια μοναχικὴ καλύβα, ὅπου ἕνας ἐρημίτης, μόνος μὲ τὸν Μόνο, πρεσβεύει μὲ δάκρυα ὑπὲρ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ποιός θὰ μιλήσει γιὰ τὴν δύναμη καὶ τὴν ἰσχὺ αὐτῆς τῆς προσευχῆς; Τέτοιοι ἄνθρωποι δὲν εἶναι στύλοι τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Οἰκουμένης;
Ἡ παρουσία τοῦ ἐρημίτη δὲν ἀντιφάσκει στὴν κοινοτικὴ ἔννοια. Ἡ μόνωσή του δὲν εἶναι καρπὸς ἀτομικότητας καὶ μισανθρωπίας. Ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ βαδίσει πρὸς τὸν Θεὸ καὶ συγχρόνως νὰ εἰσδύσει στὸ ἐσώτατο ταμεῖο τῆς ψυχῆς του, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ σιωπὴ καὶ μόνωση. Αὐτὰ εἶναι δύο στοιχεῖα ἀπαραίτητα γιὰ τὴν προσωποκρατικὴ ἀντίληψη τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴν ἀγελαία. Βαδίζοντας πρὸς τὸ οὐσιαστικό, πλησιάζοντας στὸ Κέντρο, ὁ μονάζων πλησιάζει ταυτόχρονα ὅλα ὅσα κατευθύνονται πρὸς αὐτὸ τὸ Κέντρο. Γι’ αὐτὸ ἡ καρδιὰ τοῦ ἐρημίτη ξεχειλίζει ἀπὸ τόση ἀγάπη, τόση συμπάθεια πρὸς ὅλους.
Τί μάθημα γιὰ τὴν Εὐρώπη μας, ὅπου αὐτὲς οἱ ἀξίες τῆς σιωπῆς, τῆς μονώσεως τόσο συχνὰ παραγνωρίζονται καὶ ξεχνιοῦνται! Καὶ τί παράδειγμα, τί στήριγμα ἐπίσης γιὰ πόσους ἀνθρώπους σήμερα ποὺ ἡ ἄρνησή τους στὸ ψέμα καὶ τὸ συμβιβασμὸ ὁδηγεῖ, στὸν σύγχρονο κόσμο, σὲ μιὰ τραγικὴ ἐσωτερικὴ μόνωση -ὅταν δὲν εἶναι μόνωση τῆς φυλακῆς, τῆς ἐξορίας ἢ τῶν στρατοπέδων συγκεντρώσεως- χωρὶς ἄλλο στήριγμα παρὰ μόνον τὴν ἐσωτερικὴ δύναμη ποὺ τοὺς δίνεται.
Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο λοιπὸν μπορεῖ τὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴν σημερινὴ Εὐρώπη, νὰ συνεισφέρει, γιὰ τὰ σύγχρονα προβλήματα τῆς ἐποχῆς μας, στὸ νὰ δοθεῖ ἀπάντηση ὄχι μὲ βιαστικοὺς αὐτοσχεδιασμοὺς ἢ καινοτομίες στὰ ἀπρόβλεπτα ἐπακόλουθα, ἀλλὰ μὲ ἐμπνευσμένες λύσεις, σὲ μιὰ δημιουργικὴ πιστότητα στὶς χριστιανικὲς ἀξίες τῆς παιδείας μας. Αὐτὸ δὲν δικαιολογεῖ ἐπαρκῶς τὸ ἐνδιαφέρον ποὺ πρέπει νὰ δείξουν τὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ προνομιακοῦ καθεστῶτος ποὺ ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, κατόπιν ἡ ὀθωμανικὴ καὶ τέλος τὸ ἑλληνικὸ κράτος πάντοτε τοῦ ἀναγνώρισαν, γιὰ νὰ τοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ φέρει πιὸ ἀποτελεσματικὰ τὴ μαρτυρία του;

Ἀρχιμανδρίτης Πλακίδας Deseille

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015


Ἐπί τῇ βάσει τῶν παλαιῶν περγαμηνῶν
Δημαγωγοῦντες ἑκάστοτε τόν ἑλληνικόν λαόν καί καπηλευόμενοι τόν πατριωτισμόν, διά νά παραστήσωμεν εἰς αὐτόν ὅτι εἶναι λαός περιούσιος [...] καταντήσαμεν νά πείσωμεν αὐτόν ὅτι εἰς τόν ἀγώνα τοῦ πολιτισμοῦ καί εἰς τόν ἀγώνα τῆς προόδου καί εἰς τόν ἀγώνα τῆς ἁμίλλης δέν ἔχει ἀνάγκην, ὅπως ἐπικρατήσῃ, νά μεταχειρισθῆ τά ἴδια ὅπλα τά ὁποῖα μεταχειρίζονται οἱ ἄλλοι λαοί.
[...] Πάντα ταῦτα κατορθώσαμεν νά πείσωμεν τόν λαόν ὅτι ἦσαν περιττά. Συγχρόνως ἀφήσαμεν αὐτόν νά ἐπαναπαύεται ὅτι, ἐάν τοῦ λείψουν ὅλα τά ἄλλα ἐφόδια, δύναται ὅμως, κρατῶν ἐπάνω εἰς τόν δίσκον τῆς ἐπαιτείας τάς παρελθούσας δόξας του, νά προσέρχεται ἑκάστοτε πρός τούς ἰσχυρούς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἄλλον τρόπον ἐργασθέντες ἐγένοντο ἰσχυροί, διά νά ζητῆ ὑπέρ ἑαυτοῦ ὡς ἐπαιτείαν, ἐπί τῇ βάσει τῶν παλαιῶν περγαμηνῶν του, ὅπως ὑπερασπίζη τά δίκαιά του.
[Οἱ Κωνσταντινικοί] ἀκολουθοῦν τήν πολιτικήν τῆς αὐτοτελείας, δηλ. τῆς ἀπομονώσεως. Ἡμεῖς ἀκολουθήσαμεν τήν πολιτικήν τῆς «ὑποτελείας», δηλ. τῶν συμμαχιῶν. 

Ἐλευθέριος Βενιζέλος

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015


Οἱ θεωρίες
Σχετικὰ μὲ θεωρίες. Ἀκόμα δὲ βρέθηκε ἐκεῖνος ποὺ θὰ βάλει τὴ ζωὴ μέσα στὸν ντορβά του. Ὁλοένα δοκιμάζουν -Δαρβίνος, Μάρξ, Φρόυντ- ἀλλὰ ἡ ζωὴ ξεχειλάει, ὅπως τὸ νερό, ἀπὸ παντοῦ καὶ χύνεται ἀπέξω.

Ζήσιμος Λορεντζᾶτος

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015


Δὲν ἔχω ­τί­­πο­τα ἄλλο νὰ προσφέρω
Πρέπει νὰ ἦταν τὸ ἔτος 1929, δηλαδὴ ὅταν ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς ἦταν σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν. Ἦταν καλοκαίρι, καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Βράνιε μὲ προορισμὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ ἁγίου Προχόρου. Πήγαινε συχνὰ στὸ Μοναστήρι αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ εἶχε ἰδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ εἶχε μεγάλη ἀγάπη στὸν ἅγιο Πρόχορο. Ἦταν ἤδη καθηγητὴς Πανεπιστημίου στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ στὸ Βελιγράδι. 
Ὁ δρόμος μέχρι τὸ Μοναστήρι ἦταν δύσβατος καὶ γι’ αὐτὸ ἀρκετὰ κουραστικός. Ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ ὑπερνικᾶ αὐτὲς τὶς δυσκολίες, χρησιμοποιοῦσε κάποιο ἁπλὸ αὐτοκίνητο, γιὰ νὰ διασχίσει τὸν βουνήσιο δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Μοναστήρι.
Σὲ μιὰ λοιπὸν τέτοια ἐπίσκεψή του συνάντησε στὸ δρόμο του μιὰ γερόντισσα, κι ἀμέσως κατάλαβε ὅτι κι αὐτὴ κατευθυνόταν μὲ τὰ πόδια πρὸς τὸ Μοναστήρι. Τότε ὁ Ἅγιος ἔκανε νόημα στὸν ὁδηγὸ νὰ σταματήσει καὶ προσκάλεσε τὴ γριούλα νὰ ἀνέβει στὸ αὐτοκίνητο, γιατί, ὅπως τῆς ἐξήγησε, κι ἐκεῖνος πήγαινε ὅπου καὶ αὐτή.
–Σ’ εὐχαριστῶ, παιδί μου, τοῦ ἀπάν­τη­σε ἡ γριούλα, ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι φτωχή.
Ὁ Ἅγιος τότε τῆς χαμογέλασε καὶ τὴ διαβεβαίωσε ὅτι δὲν θὰ πλήρωνε τίποτε, μιὰ καὶ τὸ αὐτοκίνητο ἦταν νοικιασμένο ἀπὸ ἐκεῖνον.
Τότε ἡ γερόντισσα τοῦ εἶπε:
–Δὲν τό ’πα γι’ αὐτό, παιδί μου. Ἀλ­λὰ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι φτωχή, δὲν ἔχω ­τί­­πο­τα ἄλλο νὰ προσφέρω στὸν Ἅγιο πέ­ρα ἀπὸ τὸν κόπο μου αὐτό.
Τότε ὁ Ἅγιος χτύπησε μεμιᾶς τὸ μέτωπό του ὡς ἔνδειξη κατάπληκτου θαυμασμοῦ καὶ μονολόγησε:
–Ἄχ, Ἰουστίνε, ἔγινες καθηγητὴς Θεο­λογίας, κι ὅμως! Τὴν εὐσέβεια αὐτῆς τῆς γερόντισσας ἀπέχεις πολὺ γιὰ νὰ τὴ φτά­σεις.

Στράφηκε τότε καὶ πάλι στὸν ὁδηγό. Τὸν πλήρωσε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο καὶ συνέχισε πεζὸς μαζὶ μὲ τὴ γριούλα τὸν ὑπόλοιπο δρόμο ἕως τὸ Μοναστήρι.

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015


Περικλέους Ἐπιτάφιος
Θὰ μιλήσω πρῶτα πρῶτα γιὰ τοὺς προγόνους μας. Διότι εἶναι δίκαιο, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ πρέπον, σὲ μιὰ τέτοια περίσταση, κατὰ τὴν ὁποία θρηνοῦμε καὶ ἐγκωμιάζουμε τοὺς νεκρούς μας, νὰ τοὺς ἀπονέμεται ἡ τιμὴ αὐτὴ νὰ μνημονεύονται πρῶτοι. Γιατὶ δὲν ὑπῆρξε οὔτε μία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία νὰ ἔπαυσαν νὰ κατοικοῦν τὴν χώρα αὐτή, καὶ χάρις στὴν ἀνδρεία τους διαφύλατταν τὴν ἐλευθερία της ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας καὶ μᾶς τὴν παράδωσαν ἐλεύθερη. Καὶ ἐκεῖνοι λοιπὸν εἶναι ἄξιοι ἐπαίνου ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερο οἱ πατέρες μας. Γιατὶ ἐπὶ πλέον ἐκείνων τὰ ὁποῖα κληρονόμησαν ἀπέκτησαν μὲ πολλοὺς κόπους καὶ κληροδότησαν σὲ μᾶς τοὺς σημερινοὺς ὅλη αὐτὴ τὴν ἐπικράτεια ποὺ κατέχουμε σήμερα. Τὸ δὲ ἔργο τῆς περαιτέρω βελτίωσης τὸ ἐπιτελέσαμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ποὺ εἴμαστε συγκεντρωμένοι ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι βρισκόμαστε ἀκόμη σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἡλικία μας, καὶ ἐμεῖς ἐφοδιάσαμε τὴν πόλη μας μὲ ὅλα τὰ πράγματα, ὥστε νὰ εἶναι αὐταρκέστατη καὶ γιὰ πόλεμο καὶ γιὰ εἰρήνη. Ἀπὸ ὅλα δὲ αὐτὰ ἐγὼ ὅσα μὲν ἀναφέρονται σὲ πολεμικὰ κατορθώματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔγινε ἡ κάθε μιὰ κατάκτηση, ἢ ἀφοροῦν τὴν ἐνεργητικότητα μὲ τὴν ὁποία ἀποκρούσαμε, εἴτε ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ εἴτε οἱ πρόγονοί μας, τοὺς ἑκάστοτε ἐπελθόντες ἐναντίον μας Βαρβάρους ἢ Ἕλληνες, ὅλα αὐτά θὰ τὰ παραλείψω, γιατὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπεραντολογῶ ἐνώπιον ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι τὰ γνωρίζουν.
Ἀλλὰ μὲ ποιὸν τρόπο φθάσαμε στὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς δύναμης ποὺ εἴμαστε σήμερα, καὶ μὲ ποιὰ μορφὴ πολιτεύματος καὶ μὲ ποιὲς συνήθειες ἔγινε μεγάλη ἡ δύναμή μας, ὅλα αὐτὰ θὰ ἀναπτύξω πρῶτα, καὶ ἔπειτα θὰ προχωρήσω στὸ ἐγκώμιο αὐτῶν ἐδῶ τῶν νεκρῶν, γιατὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάρμοστο νὰ λεχθοῦν αὐτὰ καὶ γιὰ τὴν παροῦσα περίσταση, καὶ δὲν εἶναι ἀνώφελο νὰ τὰ ἀκούσουν ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, ἀστοὶ καὶ ξένοι.

Ἔχουμε δηλαδὴ πολίτευμα τὸ ὁποῖο δὲν ἀντιγράφει τοὺς νόμους ἄλλων, μᾶλλον δὲ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι εἴμαστε ὑπόδειγμα σὲ μερικοὺς παρὰ μιμούμαστε ἄλλους. Καὶ ὀνομάζεται μὲν δημοκρατία, γιατὶ ἡ διοίκηση εἶναι στὰ χέρια τῶν πολλῶν καὶ ὄχι τῶν ὀλίγων, ἔναντι δὲ τῶν νόμων εἶναι ὅλοι ἴσοι στὶς ἰδιωτικές τους διαφορές, ἐνῶ ὡς πρὸς τὴν θέση τους στὸν δημόσιο βίο κάθε ἕνας προτιμᾶται γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ δημόσια ἀξιώματα ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπίδοση τὴν ὁποία σημειώνει σὲ αὐτά, δηλαδὴ ἡ δημόσιά του σταδιοδρομία ἐξαρτᾶται μᾶλλον ἀπὸ τὴν ἀτομική του ἀξία καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ τάξη, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται, οὔτε πάλι ἕνας, ὁ ὁποῖος εἶναι μὲν φτωχὸς ἔχει ὅμως τὴν ἱκανότητα νὰ παράσχει κάποια ὑπηρεσία στὴν πατρίδα του, ἐμποδίζεται σὲ αὐτὸ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἄγνωστος. Ζοῦμε δὲ σὰν ἐλεύθεροι ἄνθρωποι, καὶ σὰν πολίτες στὸν δημόσιο βίο καὶ σὰν ἄτομα στὸν ἰδιωτικό, στὶς ἐπιδιώξεις μας τῆς καθημερινῆς ζωῆς, κατὰ τὶς ὁποῖες δὲν κοιτᾶμε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον μὲ καχυποψία, δὲν θυμώνουμε μὲ τὸν γείτονά μας, ὅταν κάνει ὅ,τι τοῦ ἀρέσει, οὔτε παίρνουμε μία φυσιογνωμία σκυθρωπή, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ μὴν βλάπτει τὸν ἄλλο, πάντως ὅμως εἶναι δυσάρεστη. Ἐνῶ δὲ στὴν ἰδιωτική μας ζωὴ συναναστρεφόμαστε μεταξύ μας χωρὶς νὰ ἐνοχλεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, στὴν δημόσιά μας ζωή, σὰν πολίτες, ἀπὸ σεβασμὸ πρὸ πάντων δὲν παραβαίνουμε τοὺς νόμους, ὑπακοῦμε δὲ στοὺς ἑκάστοτε κατέχοντες τὰ δημόσια ἀξιώματα καὶ στοὺς νόμους, πρὸ πάντων σὲ ἐκείνους ἀπὸ τοὺς νόμους, ποὺ ἔχουν θεσπιστεῖ γιὰ ὑποστήριξη τῶν ἀδικούμενων, καὶ σὲ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἂν καὶ ἄγραφοι, ἡ παράβασή τους φέρνει πανθομολογούμενη ντροπὴ στοὺς παραβάτες.

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015


Ἀνάμεσα Σύρο καὶ Τζιὰ
Ἀνάμεσα Σύρο καί Τζιά
μικρή φυτρώνει νεραντζιά
ἡ μικρή μου ἡ κοπελιά
Πὄχει τίς ρίζες στό βυθό
καί τά κλαδιά στόν οὐρανό
τό κορίτσι πού ἀγαπῶ
Πλάσμα δέν εἶναι ἀνθρωπινό
δέν εἶναι μήτε ξωτικό
τό κορίτσι πού ἀγαπῶ
Μά 'χει τόν ἥλιο φορεσιά
τά κύματα περπατηξιά
ἡ μικρή μου ἡ Παναγιά
Χάιντε νύφη τῆς θαλάσσης
τί φαμίλιες θά χαλάσεις
Νύφη μέσα στά μπουγάζια
μέ τά πέπλα τά γαλάζια
ἄνεμος νά μή σέ πιάσει
λούλουδο μή σοῦ χαλάσει
Κι ἄν γενεῖ ποτέ τό θάμα
κι ἀγαπήσεις κάνω τάμα
Νά σοῦ στείλω μιὰ μπρατσέρα
μέ τόν Πολικόν Ἀστέρα.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015


Τό ταγάρι πού δέν ἄδειαζε
Κάποιοι τόν προτρέπανε νά φτιάξει ἕνα καλό Ἡγουμενεῖο, γιατί λείπει στή Μονή. Καί τούς ξένους, ἀπό διάκο μέχρι πατριάρχη κι ἀπό κλητήρα μέχρι ὑπουργό, συνήθως τούς δεχότανε σέ μία στενή, ἀπέριττη καί χωριάτικη τραπεζαρία, ἐκεῖ πού τρώγανε καί τρῶνε οἱ μοναχοί. Ἕνα δωμάτιο μέ λίγες καλές καρέκλες ἐπάνω, εἶναι κι αὐτό ἀνεπαρκές. Δέν τοῦ ἄρεσε ἡ ἰδέα τοῦ μεγάλου Ἡγουμενείου καί, ὅταν τόν πίεσαν, τά εἶπε κάπως αὐστηρά:
–Ἄκουσε. Ἐγώ οὔτε ἡγουμενεῖα ζήλεψα, οὔτε δόξα ζήλεψα, οὔτε κτίρια, οὔτε τιμές. Ζήλεψα τόν παράδεισο! Ὁ ἅγιος Δαβίδ, πού ζοῦσε στά σπήλαια καί στίς ἐρήμους καί δέν εἶχε αὐτά, τί ἔκανε; Με τήν ἁπλότητα καί τήν ταπείνωση κέρδισε τόν παράδεισο. Διάβασες σέ κανένα Βίο ἁγίων ὅτι φτιάξανε τό τάδε ἡγουμενεῖο, τό τάδε κτήριο καί κερδίσανε τόν παράδεισο; Ἀλλά ἔκαναν θυσίες, προσευχές, νηστεῖες, χαμαικοιτίες καί τέτοια. Εἶχαν ἀρετές, μ’αὐτές κερδίσανε τόν παράδεισο. Ἐγώ θέλω τουλάχιστον μία γωνία στόν παράδεισο, σέ μία ἄκρη…
Καί ὅμως χρήματα θά ’βρισκε γιά τό Ἡγουμενεῖο… Τό ταγαράκι στεκότανε πάντα στή θέση του, πάντα γεμάτο:
–Ἔρχονται, ἔλεγε, οἱ φτωχοί μου καί λέω καί τούς δίνω. Καί κεῖνο δέν ἀδειάζει. Γυρίζω καί τό βρίσκω ξεχειλισμένο.
Γιά νά μήν ξεχνάει τίς πολλές περιπτώσεις, πού ἔκρινε ὅτι πρέπει νά στέλνει χρήματα, εἶχε καταλόγους. Τούς βρήκαμε στό κελάκι τοῦ μακαριστοῦ γέροντα. Κι ἐπειδή χρειάζονταν μεγάλα χρηματικά ποσά, ἔλεγε σέ προσκυνητές, εὐκατάστατους, μέ τρόπο γενικό:
–Τά χρήματα δέν τά δίνει ὁ Θεός ὅλα γιά τόν ἑαυτό μας.
Καί τό θαυμαστό ἤτανε ὅτι τό ταγαράκι τίς περισσότερες φορές γέμιζε χωρίς ὁ ἴδιος νά βάζει μέσα κάτι. Δέν μποροῦσε μάλιστα νά τό βλέπει γεμάτο. Ἤξερε πολύ καλά ὅτι γιά νά γεμίζει μόνο του, ἐκεῖνος πρέπει νά δίνει.
Φώναξε μία μέρα τόν π. Π. καί τοῦ ἔδινε πολλά χρήματα γιά κάποιον πού ἔκανε ἐγχειρήσεις στό ἐξωτερικό. Ὁ π. Π. ὑπενθύμισε ὅτι «πρίν λίγες ἡμέρες δώσαμε» καί ὅτι ἀκόμα εἶναι νωρίς γιά νέα προσφορά.
–Αὐτά πού στείλαμε τελείωσαν. Ξέρω ἐγώ τί σοῦ λέω. Τό σακούλι μου πάλι γέμισε. Τί νά τά κάνω; Πέντε δίνω, πενήντα ἔρχονται…

Γέρων Ἰάκωβος Τσαλίκης

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015


Ἡ ἀναρχία
Καὶ καταδύεσθαί γε, ἦν δ’ ἐγώ, ὦ φίλε, εἴς τε τὰς ἰδίας οἰκίας καὶ τελευτᾶν μέχρι τῶν θηρίων τὴν ἀναρχίαν ἐμφυομένην. Πῶς, ἦ δ’ ὅς, τὸ τοιοῦτον λέγομεν; Οἷον, ἔφην, πατέρα μὲν ἐθίζεσθαι παιδὶ ὅμοιον γίγνεσθαι καὶ φοβεῖσθαι τοὺς ὑεῖς, ὑιὸν δὲ πατρί, καὶ μήτε αἰσχύνεσθαι μήτε δεδιέναι τοὺς γονέας, ἵνα δὴ ἐλεύθερος ᾖ· μέτοικον δὲ ἀστῷ καὶ ἀστὸν μετοίκῳ ἐξισοῦσθαι, καὶ ξένον ὡσαύτως.

Καί θά διεισδύσει ἡ ἀναρχία στά ἴδια μας τά σπίτια καί θά μεταφερθεῖ ἀκόμη καί στά ζῶα. Πῶς; Κατά τόν ἴδιο τρόπο, πού ὁ πατέρας ἀνέχεται νά γίνεται ὅμοιος πρός τό παιδί καί νά φοβᾶται τά παιδιά του, τό παιδί νά παίρνει τήν θέση τοῦ πατέρα του καί οὔτε νά σέβεται οὔτε νά ντρέπεται τούς γονεῖς του, γιά νά εἶναι δῆθεν ἐλεύθερο. Καί ὁ μέτοικος νά ἐξισώνεται μέ τόν πολίτη καί ὁ ξένος παρομοίως.

Πλάτωνος Πολιτεία

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015


Ἐπιστολή 37
… Ναί, καί ἐγώ ἐπίσης τό πῆρα ἀπόφαση ὅτι τό μυστήριο τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων θά παραμείνει γιά μένα ἄλυτο ὡς τό τέλος τῶν ἡμερῶν μου, τέλος πού ἤδη πλησιάζει. Ἔχει ἐνισχυθεῖ μέσα μου ἡ συνείδηση ὅτι ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι στόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο βαθμό εἴμαστε τυφλοί.
Βλέπουμε κάποιο μέρος τῆς παγκόσμιας ζωῆς καί βασιζόμαστε στίς κρίσεις μας ἀπό τή «μερική» αὐτή θεώρηση. Ἡ μερική, ἀτομική αὐτή θεώρηση κυριεύει τόν ἄνθρωπο τόσο ἰσχυρά, ὥστε νά μήν μπορεῖ νά κρίνει διαφορετικά, παρά βασιζόμενος στή δική του ἀντίληψη ἤ, ὅπως εἶπα, θεώρηση τῶν πραγμάτων.
Ὡς συνέπεια τῆς χαρακτηριστικῆς σέ ὅλους μας τυφλώσεως, ὅλοι ἀνεξαιρέτως, δέν κατανοοῦμε πότε πληγώνουμε τούς ἄλλους, πότε καταστρέφουμε τή ζωή τους, πότε κρίνουμε γι’ αὐτούς σύμφωνα μέ τήν ἀντίδραση ἐκείνη πού ἀποδείχθηκε συνέπεια ἴσως κάποιας δικῆς μας ἐνέργειας.
Γνωρίζουμε ὅτι στή βάση τῆς προσωπικῆς μας συνείδησης βρίσκεται ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀγαθοῦ, ἡ ἀναζήτηση τῆς τελειότητος, καί κινούμενοι ἀπό τή βεβαιότητα γιά τό δίκαιο τῆς ἀναζητήσεώς μας τείνουμε ἀθεράπευτα νά δικαιώνουμε τούς ἴδιους τούς ἑαυτούς μας. Καί αὐτό ἀποτελεῖ κοινή ἀρρώστια ὅλων μας. Ἀπό αὐτό προέρχονται οἱ ἄλυτες συγκρούσεις σέ ὅλο τόν κόσμο. Ἄλυτες, γιατί ὁ καθένας δικαιώνει τόν ἑαυτό του ἀπορρίπτοντας τή δικαιοσύνη τοῦ ἄλλου πού στέκεται ἀπέναντί του.
Δέν τά γράφω αὐτά μέ σκοπό νά σοῦ καταλογίσω ἐκ νέου ὁ,τιδήποτε. Δέν γνωρίζω ποιός πρῶτος μέ κάποια ὁρατή ἤ ἀόρατη κίνηση τῆς ψυχῆς του προξένησε πληγή στήν ἄλλη ψυχή. Γνωρίζω μόνο ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά σωθεῖ ὁ κόσμος διαφορετικά, παρά μόνο μέ τό «ἅφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».
Ἡ δύναμη λοιπόν αὐτή τῆς συγχωρήσεως γιά τίς πληγές πού μᾶς προξένησαν ἐκπορεύεται ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Αὐτή ἦταν φυσική στόν ἄνθρωπο πρίν ἀπό τήν πτώση του, ἀλλά τώρα εἶναι γιά μᾶς ὑπερφυσική. Ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά συγχωρήσουμε μέ δική μας δύναμη γιά τόν πόνο πού ζήσαμε.
Σοῦ ἔγραψα ἤδη, μοῦ φαίνεται, ὅτι ἀπό πολύ παλιά ἄρχισα νά βλέπω ὅλα ὅσα «συμβαίνουν» σέ μένα, ὄχι μόνο ὡς προσωπικό μου δράμα ἤ ἀκόμη καί τραγωδία, ἀλλά ὡς ἀποκάλυψη ἐκείνων πού διαδραματίζονται στόν ἀνθρώπινο ὠκεανό, στήν ἀπεραντοσύνη τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου, πού περνάει ἀπό μένα σάν θάλασσα ἀπό κάποιον «πορθμό». Ὁ πορθμός αὐτός δέν εἶναι ἡ ἴδια ἡ θάλασσα, ἀλλά τό νερό μέσα σέ αὐτόν εἶναι τό ἴδιο μέ τό νερό τῆς θάλασσας. Καί αὐτό ἀποτελεῖ τόν δρόμο γιά τή βαθύτερη κατανόηση τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ: «Πάντα οὔν ὅσα ἄν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς».
Συνεπῶς αὐτό εἶναι ἡ μάθησή μας, τό σχολεῖο μας· αὐτό ἀποτελεῖ τόν δρόμο πρός τήν παγκόσμια γνώση, τήν ὁδό γιά τήν ἀφομοίωση τῆς διδαχῆς τοῦ Χριστοῦ, ὡς τότε ἀκατανόητης, παραμορφωμένης ἀπό τά πάθη καί τήν «τύφλωσή» μας.
Λοιπόν, ἀγαπητή μου Μαρία, εἰρήνη σέ σένα καί χάρη Ἄνωθεν. Καί μήν φοβᾶσαι, δέν θά σέ ἀνησυχήσω ἄλλο μέ τίποτε πού θά μποροῦσε νά σοῦ θυμίσει τήν πληγή σου.
Ἐγώ ὁ ἴδιος εἶμαι τυφλός καί δέν θυμᾶμαι καθόλου τήν πρώτη ἐκείνη χειρονομία μου, πού ἐσύ κατανόησες μέ τόν τρόπο πού γράφεις γι’ αὐτή. Συγχώρησέ με καί δῶσε μου τήν ἀγάπη σου…

Γέρων Σωφρόνιος, 7 Ἰουλίου 1968

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015


Ἡ ταπεινή ἀγάπη τοῦ Θεοῦ
Ὁ Θεός εἶναι ταπεινός ἀπό τήν ἴδια τή φύση Του. Καί ἡ κένωσή Του διά τῆς ἐνανθρωπήσεως φέρει χαρακτήρα ταπεινό. Ἄν ὁ Ἴδιος δέν ταπεινωνόταν, τότε ἴσως θά μποροῦσε κάποιος νά μᾶς κατηγορήσει: «Ἀλήθεια ὅμως, ὁ Κύριος δέν ταπεινώθηκε τόσο, ὅσο ἐσεῖς». Ἀλλά ὁ Κύριος ταπεινώθηκε. Ἔπλυνε τά πόδια ἀγράμματων ψαράδων, ἀνθρώπων ἀπό τίς κατώτερες τάξεις τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Οἱ δουλικές αὐτές μορφές εἶναι ἀγάπη.
Ὅταν προσευχόμαστε στόν Θεό, Αὐτόν πού μέ τό πρόσταγμά Του δημιούργησε ὅλον τόν κόσμο, εἶναι φυσικό γιά τόν καθένα μας νά σκεφτεῖ: «Ἐμένα θά σκεφτεῖ ὁ Κύριος; Θα σκύψει, ἄραγε, νά ἀκούσει τόν λόγο μου καί νά προσέξει τήν προσευχή μου;». Εἶναι φοβερό γιά μᾶς νά μιλοῦμε μέ τέτοιο Ὄν. Γιά νά μή φοβόμαστε λοιπόν, ὑπάρχει σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν παγκόσμια πράξη τῆς λυτρώσεως τοῦ Ἀδάμ, ἡ ταπεινή ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, κατά τήν ὁποία Αὐτός ἐμφανίζεται μπροστά μας μέ τέτοιες ταπεινές μορφές. Σταυρώθηκε ἀνάμεσα σέ ληστές, φυλακίστηκε, καί τόσα ἄλλα.
Ἐμεῖς θά ἔπρεπε νά ἐνεργοῦμε ἔτσι ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Θέλουν νά σοῦ πάρουν τόν χιτώνα, ἄφησέ τους καί τό ἱμάτιο· θέλουν νά ἐργαστεῖς γι᾽ αὐτούς ἕνα διάστημα, ἐργάσου δύο ἀκόμη· νά προσεύχεσθε γι᾽ αὐτούς πού σάς προσβάλλουν, νά προσεύχεσθε γιά τούς διῶκτες, νά προσεύχεσθε γιά ὅλους ἐκείνους πού κάνουν τό κακό ἐναντίον σας. Καί τότε, λέει ὁ Κύριος, ἀγαπώντας τούς ἐχθρούς σας θά γίνετε και ἐσεῖς τέκνα τοῦ Ὑψίστου Πατρός».

Γέρων Σωφρόνιος

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015


Τό ὄπιο τοῦ λαοῦ
Ἡ θρησκεία «εἶναι τό ὄπιο τοῦ λαοῦ», εἶπε ὁ Μάρξ. «Τό ὄπιο τοῦ λαοῦ εἶναι ἡ ἐπανάσταση, ὄχι ἡ θρησκεία», εἶπε ἡ Simone Weil. Τό πρῶτο: μάθημα γιά ἀρχάριους. Τό δεύτερο: μάθημα γιά προχωρημένους.

Ζήσιμος Λορεντζᾶτος

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015


Γιά νά τά ἔχουν καλά µέ ὅλους
Ἐδῶ ὁ Χριστός σταυρώθηκε, γιά νά ἀναστηθοῦμε ἐμεῖς, καί ἐμεῖς νά ἀδιαφοροῦμε! Ἄν ἡ Ἐκκλησία δέν μιλάει, γιά νά μήν ἔρθει σέ ρήξη µέ τό κράτος, ἄν οἱ μητροπολίτες δέν μιλοῦν, γιά νά τά ἔχουν καλά µέ ὅλους, γιατί τούς βοηθᾶνε στά ἱδρύματα κ.λπ., οἱ Ἁγιορεῖτες πάλι ἄν δέν μιλοῦν, γιά νά μήν τούς κόψουν τά ἐπιδόματα, τότε ποιός θά μιλήσει;
Εἶπα σέ κάποιον ἡγούμενο: «Ἄν σᾶς ποῦν ὅτι θά σᾶς κόψουν τά ἐπιδόματα, νά πεῖτε: "Θά κόψουμε καί ἐμεῖς τήν φιλοξενία", γιά νά προβληματισθοῦν». Οἱ καθηγητές τῆς Θεολογίας κ.λπ. δέν φωνάζουν, γιατί λένε: «Εἴμαστε ὑπάλληλοι· θά χάσουμε τόν μισθό µας, καί μετά πῶς θά ζήσουμε;».
Τά μοναστήρια ἐν τῷ μεταξύ τά ἔπιασαν µέ τίς συντάξεις. Γιατί ἐγώ δέν θέλω νά πάρω οὔτε αὐτήν τήν ταπεινή σύνταξη τοῦ Ο. Γ. Α. ; Ἀκόµη καί ἀσφαλισµένο σέ µία ἀσφάλεια τοῦ Ο. Γ. Α. νά τόν ἔχουν τόν μοναχό, καί αὐτό δέν εἶναι τίμιο. Νά τόν ἔχουν ἀσφαλισμένο ὡς ἄπορο, ναί· αὐτό τόν τιμᾶ. Ἀλλά νά Τόν ἔχουν ἀσφαλισµένο στόν Ο. Γ. Α. , γιατί; Ὁ µοναχός ἄφησε µεγάλες συντάξεις, ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο καί ἦρθε στό µοναστήρι, καί νά πάρει πάλι σύνταξη! Καί νά φθάνουµε γιά τήν σύνταξη νά προδώσουµε τόν Χριστό!

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015


Ἡ θρησκεία καί ἡ ἀγάπη
Τό πρῶτο πράμα στή ζωή μου εἶναι ἡ ζωή. Ἔπειτα ἔρχονται τά ἄλλα ὅλα, ἡ σκέψη, ἡ δουλειά, τά ἐνδιαφέροντα, ἡ ἀπασχόληση μέ διάφορα προβλήματα ἤ ζητήματα, ἡ διανόηση κοντολογίς ἤ τά γράμματα καί οἱ τέχνες. Δέν μπορῶ, δηλαδή, κάθε μέρα νά βάζω, πρῶτα ἀπό τή ζωή μου, τήν ἀπασχόλησή μου μέ ὅσα διαβάζω σέ βιβλία, μέ ὅσα γράφω ἤ ἀναπτύσσω ἤ διαλογίζομαι ἤ ἀπασχολοῦμαι, ἐπειδή τάχα κατέχω μίαν ἰδιότητα ἄλλη ἀπό τή ζωή –καί γιά μερικούς σπουδαιότερη– ἐκείνη τοῦ σκεφτόμενου ἤ τοῦ φιλόσοφου ἤ τοῦ κριτικοῦ ἤ τοῦ ἐρευνητῆ ἤ τοῦ περιφερόμενου ὁμιλητή σέ συναπαντήματα καί συνέδρια. Δέν κάνω ὅπως ἄλλοι. Ὅμως στή ζωή μου μέσα ὑπάρχουν ἡ θρησκεία καί ἡ ἀγάπη, οἱ μόνες δυνάμεις πού ἀναταράζουν τά βάθη μας, καταπῶς ὡραῖα τό σημείωνε ἀπό νωρίς στή ζωή τή δικιά του ὁ W. B. Yeats. Τά ὑπόλοιπα ὅλα ταράζουν λίγο τήν ἐπιφάνεια καί αὐτό εἶναι ὅλο. («The only two powers that trouble the deeps are religion and love, the others make a little trouble upon the surface» – γύρω στό 1898, θαρρῶ).

Ζήσιμος Λορεντζάτος

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015


Ἀνθούλα
Ἀγάπησέ με, Ἀνθούλα μου, γλυκειὰ χρυσή μου ἐλπίδα 
Καθὼς κ´ ἐγὼ σ´ ἀγάπησα τὴν ὥρα ποὺ σὲ εἶδα
Εἶχες τὰ μάτια σου γυρτᾶ ῾ς τὰ πράσινα χορτάρια,
Κ´ ἡ λύπη σου τὰ στόλιζε μὲ δυὸ μαργαριτάρια.
Τὴ μάνα σου θυμούμενη ἐδάκρυζες, Ἀνθούλα,
Γιατὶ ῾ς τὸν κόσμο σ᾿ ἄφησε μονάχη κι ὀρφανούλα.
Ἄ, ναί, φυλάξου, ἀγάπη μου, τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν πλάνη,
Ὅπου μὲ λόγια δολερὰ τόσα κοράσια χάνει.
Ποῦ πᾶς μονάχη κι ἔρημη, ἀθώα περιστερούλα;
Βρόχια πολλά σου σταίνουνε· ἔλα μαζί μου, Ἀνθούλα.

Διονύσιος Σολωμός

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015


Ἡ αὐγὴ
Ὦ αὐγή, γλυκεῖα αὐγή, ποὺ ἀνθεῖς καὶ ροδίζεις ἐκεῖ εἰς ὕψος, ἀλλὰ καὶ τόσον χαμηλὰ ἐπάνω ἀπὸ ἐκείνην τὴν ράχιν τὴν ἀντικρινήν ― τῆς ἀκτῆς ποὺ κλείει τὸν λιμένα. Εὐτυχῆ τ᾿ ἀρνάκια τὰ βόσκοντα ἐκεῖ στὰ πλάγια τοῦ βουνοῦ, ποὺ φθάνουν ἕως τὴν κορυφὴν τῆς ράχης καὶ πηδοῦν καὶ χορεύουν, καὶ σὲ ἀπολαύουν ἐγγύθεν, καὶ μεθύουν, ὦ αὐγή, ἀπὸ τ᾿ ἀρώματά σου. Πλέον εὐτυχῆ τὰ πουλάκια, ποὺ πετοῦν ἀπὸ κλῶνα εἰς κλῶνα, καὶ σκιρτοῦν καὶ ἀναγαλλιάζουν εἰς τὴν θείαν ἐπαφήν σου… Εὐτυχὴς κι ὁ βοσκός, ποὺ τὸν ἐξύπνησες τώρα ναρκωμένον ἀπὸ τὴν δροσιάν σου, καὶ πετᾷ τὴν κάπαν του, κι ἁρπάζει τὴν μαγκούραν του καὶ τρέχει νὰ σαλαγήσῃ τὰ πρόβατα, νὰ ἐνεργήσῃ τὸν πρωινὸν ἀμολγόν, σφυρίζων καὶ ἄφροντις, καὶ τόσον πολὺ εὐτυχής, ὥστε οὔτε τὸ ὑποπτεύει.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015


Τὰ δανεικὰ
Ἐκεῖνο πού θά ἔπρεπε νά μᾶς ἀπασχολεῖ ὅλους καί πού δέν ἀπασχολεῖ κανέναν (κανέναν ἀπό τούς διανοούμενους), εἶναι πώς ζοῦμε μέ δανεικά στήν κυριολεξία, πώς δέν κερδίζουμε τή ζωή μας. Μᾶς ζοῦν. Ἄν δέν τό καταλάβομε αὐτό, δέν κάνομε τίποτα, Ἀπό ἐκεῖ πρέπει νά ἀρχίσει ὁποιαδήποτε κίνηση γιά ἐνδεχόμενη γενικότερη ἀλλαγή στήν Ἑλλάδα. Ὅσο ζοῦμε μέ δανεικά, ὅσο χρωστᾶμε στούς ἄλλους τή ζωή μας, δέν εἶναι δυνατό νά ἀλλάξομε νοοτροπία.
Κανένας ἄνθρωπος πού ζεῖ μέ δανεικά δέν εἶναι τῆς προκοπῆς. Τό ἴδιο κανένας λαός ἤ κράτος. Προπαντός μέ αἰώνια δανεικά σάν ἐμᾶς· (γιατί κάποτε μπορεῖ νά παρουσιαστεῖ μεγάλη ἀνάγκη, ἄν καί μία μοναχά φορά μπορεῖ νά σημάνει κακή ἀρχή).
Πρέπει νά πληρώσομε κάποτε τά χρωστούμενα – τά χρωστουμέικα, ὅπως λέν οἱ Μανιάτες – ἤ νά βάλομε σοβαρά πλώρη γιά τήν πληρωμή τους καί νά ξαναρχίσομε ἀπό τήν ἀρχή, δίχως χρέη. Γιά νά μπορεῖ νά ἔχει ὁ λόγος μας πέραση καί ἡ ὑπογραφή μας τιμή, δηλαδή κάποια ἀξία. Πρέπει νά καταλάβομε πώς οἱ ἄλλοι δέν χρωστοῦν τίποτα νά μᾶς ζοῦν ἐμᾶς, καί πώς κάθε φορά πού προσφέρεται ἡ λύση αὐτή, νά μᾶς ζοῦν ἤ νά μᾶς δανείζουν, κάθε φορά θάβεται τό ἐνδεχόμενο νά βγοῦμε ἀπό τόν φαῦλο κύκλο στό φῶς μίας ἔντιμης καί σχετικά ἀνεξάρτητης ζωῆς (λέω σχετικά ἀνεξάρτητης, μιά καί εἴμαστε πολύ μικρό κράτος).
Δέν μποροῦμε ad infinitum νά καταναλώνομε περισσότερα ἀπό ὅσα παράγομε, νά μπάζομε περισσότερα ἀπό ὅσα βγάζομε. Πρέπει νά πουλᾶμε ἀρκετά στούς ἄλλους, ὥστε νά ἀγοράζομε ἀρκετά – αὐτά πού μᾶς χρειάζονται ἤ πού μᾶς ἐπιτρέπουν τά οἰκονομικά μας – ἀπό τούς ἄλλους. Εἶναι κακή συνήθεια τά δανεικά. Καί σχετίζεται ἄμεσα μέ τό πρόσωπο τοῦ κάθε λαοῦ, τοῦ κάθε ἀτόμου, ὅπως τό τόνισε μιά φορά ὁ Καβάφης στόν E.M. Forster.
Κάποια μέρα οἱ δανειστάδες τῆς Ἑλλάδας πού δέν παίρνουν πίσω τά λεφτά τους, ἀλλά πάντα μοναχά ἕνα ποσοστό ἀπό τό χρέος – δανειζόμαστε ἀκόμα καί γιά τούς τόκους ἀπό τά δάνεια – μπορεῖ νά μᾶς ποῦν (ἄν καί αὐτό εἶναι ἀμφίβολο – γιά ἄλλους πάλι λόγους) πώς πρέπει νά σταματήσει αὐτή ἡ ὡραία μηχανή καί πώς νά φροντίσομε ἐμεῖς γιά τή σωτηρία μας (ὅπως καί πρέπει νά φροντίσομε). 
Ἐμεῖς δέν χρειάζεται νά περιμένομε τούς δανειστάδες νά μᾶς τό ποῦν αὐτό (αὐτοί ἔχουν τό χαβά τους). Πρέπει ἐμεῖς νά τό διακηρύξομε ὡς ἄμεσο σκοπό μας, διαφορετικά θά πηγαίνομε στόν φοῦντο. Ἡ σωτηρία μας θά γίνει ἀπό ἐμᾶς, δέ θά γίνει ἀπό τούς ἄλλους. Ἄν ποτέ γίνει.

Ζήσιμος Λορεντζᾶτος

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015


Ἡ ἐνορία
Ἔχει παρατηρηθεῖ ὅτι σὲ ἐνορίες ποὺ ζηλωταί Ἱερεῖς τελοῦν μὲ εὐλάβεια καθημερινά καὶ σὲ τακτές ὧρες τὸν ὄρθρο, τὸν ἑσπερινό καὶ τὴ θεία Λειτουργία, πολλοί ἐνορίται συμμετέχουν καθημερινά σ' αὐτές. Γνωρίζω ἐνορία τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ὁ εὐλαβής ἱερεύς τῆς ὁποίας τελεῖ καθημερινῶς τὴν θεία Λειτουργία λίαν πρωί. Ὥστε ὅσοι ἐνορίται ἐπιθυμοῦν νὰ λειτουργοῦνται πρὶν μεταβοῦν στὶς ἐργασίες των, νὰ τοὺς εἶναι δυνατόν. Καθώς πληροφοροῦμαι περί τοὺς πενήντα Χριστιανούς εἶναι παρόντες στὴ θεία Λειτουργία καὶ ὅσοι ἔχουν τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ των μεταλαμβάνουν καὶ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.
Ἡ ἐνορία αὐτή πλησιάζει ἀρκετά στὸ μοναστηριακό τυπικό, κατά τὸ ὁποῖο ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται καθημερινά. Δὲν ἐκκλησιάζεται βέβαια ὅλη ἡ ἐνορία. Αὐτοί ὅμως ποὺ μὲ πόθο Χριστοῦ καθημερινά ἐκκλησιάζονται, ἀποτελοῦν τὸν ἐσώτερο κύκλο τῆς ἑνότητος τῆς ἐνορίας. Ἔτσι ἡ ἀνάπτυξις τῆς λειτουργικῆς ζωῆς συντελεῖ ὁπωσδήποτε στὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς.
Ὑπάρχουν περιπτώσεις ποὺ καὶ κοινή τράπεζα παρετίθετο σὲ ἐνορίες (ὁρισμένες φορές τὸν χρόνο), ὅπως στὶς πανηγύρεις τῶν Ναῶν. Καὶ αὐτό βοηθεῖ στὴν ἐν Χριστῷ κοινωνία. Ἡ ἀναβίωσις καὶ ἐξάπλωσις τοῦ θεσμοῦ τῶν συνεστιάσεων τῶν ἐνοριτῶν, ὡς συνεχείας τῶν Ἀγαπῶν (πρωτοχριστιανικῶν κοινῶν δείπνων) καὶ κατά μίμησι τῶν μοναστηριακῶν τραπεζῶν, θὰ συντελέση στὴν καλλιέργεια τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος τῶν ἐνοριτῶν.

Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015


Στραφεῖτε στόν Χριστό
Δέν γίνεσθε ἅγιοι κυνηγώντας τό κακό. Ἀφῆστε τό κακό. Νά κοιτάζετε πρός τόν Χριστό κι Αὐτός θά σᾶς σώσει. Ἀντί νά στέκεσθε ἔξω ἀπό τήν πόρτα καί νά διώχνετε τόν ἐχθρό, περιφρονῆστε τον.
Ἔρχεται ἀπό δῶ τό κακό; Δοθεῖτε μέ τρόπο ἁπαλό ἀπό ἐκεῖ. Δηλαδή ἔρχεται νά σᾶς προσβάλει τό κακό, δῶστε ἐσεῖς τήν ἐσωτερική σας δύναμη στό καλό, στόν Χριστό.
Παρακαλέστε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ξέρει ἐκεῖνος πῶς νά σᾶς ἐλεήσει, μέ τί τρόπο.
Κι ὅταν γεμίζετε ἀπ' τό καλό, δέν στρέφεσθε πιά πρός τό κακό. Γίνεσθε μόνοι σας, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, καλοί. Ποῦ νά βρεῖ τόπο τότε τό κακό; Ἐξαφανίζεται!
Σᾶς πιάνει φοβία κι ἀπογοήτευση; Στραφεῖτε στόν Χριστό. Ἀγαπῆστε τον ἁπλά, ταπεινά, χωρίς ἀπαίτηση καί θά σᾶς ἀπαλλάξει ὁ Ἴδιος.
Νά μή διαλέγετε ἀρνητικούς τρόπους γιά τή διόρθωσή σας. Δέν χρειάζεται οὔτε τόν διάβολο νά φοβάσθε, οὔτε τήν κόλαση, οὔτε τίποτα.
Δημιουργοῦν ἀντίδραση. Ἔχω κι ἐγώ μία μικρή πείρα σ' αὐτά. Ὁ σκοπός δέν εἶναι νά κάθεσθε, νά πλήττετε καί νά σφίγγεσθε, γιά νά βελτιωθεῖτε. Ὁ σκοπός εἶναι νά ζεῖτε, νά μελετᾶτε, νά προσεύχεσθε, νά προχωρᾶτε στήν ἀγάπη, στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, στήν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας.

Ἅγιος Πορφύριος

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015


Αὐτό το ἄγχος εἶναι καταστροφή!
Οἱ κοσμικοί λένε: «Καλότυχοι αὐτοί πού ζοῦν στά παλάτια καί ἔχουν ὅλες τίς εὐκολίες». Ἀλλ’ ὅμως μακάριοι εἶναι αὐτοί πού κατόρθωσαν νά ἁπλοποιήσουν τήν ζωή τους καί ἐλευθερώθηκαν ἀπό τήν θηλειά τῆς κοσμικῆς αὐτῆς ἐξελίξεως τῶν πολλῶν εὐκολιῶν, ἴσον τῶν πολλῶν δυσκολιῶν, καί ἀπαλλάχθηκαν ἀπό τόν φοβερό ἄγχος τῆς σημερινῆς ἐποχῆς μας. Ἄν δέν ἁπλοποιήση τήν ζωή του ὁ ἄνθρωπος, βασανίζεται. Ἐνῶ, ἄν τήν ἁπλοποιήση, δέν θά ἔχη αὐτό τό ἄγχος.
Ἕνας Γερμανός μία φορά στό Σινά εἶπε σέ ἕνα Βεδουϊνάκι πού ἦταν πανέξυπνο: «Ἐσύ εἶσαι ἔξυπνο, μπορεῖς νά μάθης γράμματα». «Καί μετά;» τόν ρωτάει ἐκεῖνο. «Μετά θά γίνης μηχανικός». «Καί μετά;» «Μετά θ’ ἀνοίξης ἕνα συνεργεῖο αὐτοκινήτων». «Καί μετά;» «Μετά θά τό μεγαλώσης». «Καί μετά;» «Μετά θά πάρης καί ἄλλους νά δουλεύουν καί θά ἔχης πολύ προσωπικό». «Δηλαδή, τοῦ λέει, νά ἔχω ἕναν πονοκέφαλο, νά βάλω ἄλλον ἕναν πονοκέφαλο καί μετά νά βάλω καί ἕναν ἄλλον; Δέν εἶναι καλύτερα τώρα πού ἔχω ἥσυχο τό κεφάλι μου;» Ὁ περισσότερος πονοκέφαλος εἶναι ἀπό αὐτές τίς σκέψεις, νά κάνουμε αὐτό, νά κάνουμε ἐκεῖνο. Ἄν ἦταν πνευματικές οἱ σκέψεις, θά ἔνιωθε κανείς πνευματική παρηγοριά καί δέν θά εἶχε πονοκέφαλο.
Τώρα καί στούς κοσμικούς τονίζω πολύ τήν ἁπλότητα. Γιατί πολλά ἀπό αὐτά πού κάνουν, δέν χρειάζονται καί τούς τρώει τό ἄγχος. Τούς μιλάω γιά τήν λιτότητα καί τήν ἀσκητικότητα. Συνέχεια φωνάζω: «Ἁπλοποιῆστε τήν ζωή σας, γιά νά φύγη τό ἄγχος». Καί τά περισσότερα διαζύγια ἀπό ‘κεῖ ξεκινοῦν. Πολλές δουλειές, πολλά πράγματα ἔχουν νά κάνουν οἱ ἄνθρωποι καί ζαλίζονται. Δουλεύουν καί οἱ δύο, πατέρας καί μάνα, ἀφήνουν καί τά παιδιά ἐγκαταλελειμμένα. Κούραση, νεῦρα -μικρό θέμα, μεγάλος καυγάς- αὐτόματο διαζύγιο μετά, ἐκεῖ φθάνουν. Ἄν ἁπλοποιοῦσαν ὅμως τήν ζωή τους, θά ἦταν καί ξεκούραστοι καί χαρούμενοι. Αὐτό το ἄγχος εἶναι καταστροφή!
Μία φορά βρέθηκα σέ ἕνα σπίτι πού ἦταν ὅλο πολυτέλεια καί, καθώς συζητούσαμε, μοῦ εἶπαν: «Ζοῦμε στόν Παράδεισο, ἐνῶ ἄλλοι ἄνθρωποι στεροῦνται». «Ζῆτε στήν κόλαση, τούς λέω. «Ἄφρον, ταύτη τή νυκτί», εἶπε ὁ Θεός στόν πλούσιο. Ἄν ὁ Χριστός μέ ρωτοῦσε: «Ποῦ θέλεις νά σέ βάλουμε, σέ μία φυλακή ἤ σέ ἕνα σπίτι σάν αὐτό;» θά ἔλεγα: «Σέ μία σκοτεινή φυλακή». Γιατί ἡ φυλακή θά μέ βοηθοῦσε. Θά μοῦ θύμιζε τόν Χριστό, θά μοῦ θύμιζε τούς ἁγίους Μάρτυρες, θά μοῦ θύμιζε τούς ἀσκητές πού ἦταν στίς ὀπές τῆς γής, θά μοῦ θύμιζε καλογερική. Ἡ φυλακή θά ἔμοιαζε καί λίγο μέ τό κελλί μου καί θά χαιρόμουν. Αὐτό τό δικό σας τί θά μοῦ θύμιζε καί σέ τί θά μέ βοηθοῦσε; Γι’ αὐτό οἱ φυλακές μέ ἀναπαύουν καλύτερα ὄχι μόνον ἀπό ἕνα σαλόνι κοσμικό ἀλλά καί ἀπ’ ἕνα ὡραῖο κελλί μοναχοῦ. Χίλιες φορές στήν φυλακή παρά σέ ἕνα τέτοιο σπίτι».

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015


Ἡ Ψυχούλα
Ὡσὰν γλυκόπνοο,
δροσάτο ἀεράκι
μέσα σὲ ἀνθότοπο,
κειὸ τὸ παιδάκι
τὴν ὕστερη ἔβγαλε
ἀναπνοή.
Καὶ ἡ ψυχούλα του,
εἰς τὸν ἀέρα
γλήγορα ἀνέβαινε
πρὸς τὸν αἰθέρα,
σὰν λιανοτρέμουλη
σπίθα μικρή.
Ὅλα τὴν ἔκραξαν,
ὅλα τ᾿ ἀστέρια,
κι ἐκείνη ἐξάπλωνε
δειλὴ τὰ χέρια,
γιατὶ δὲν ἤξευρε
σὲ ποῖο νὰ μπεῖ.
Ἀλλά, νά, τοὔδωσε
ἕνα ἀγγελάκι
τὸ φιλὶ ἀθάνατο
στὸ μαγουλάκι
ποὺ ἔξαφνα
ἔλαμψε σὰν τὴν αὐγή.

Διονύσιος Σολωμὸς

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015


Νὰ δροσισθεῖ ἡ ψυχή σας
Τί μεγαλομανία σ᾿ ἔχει πιάσει, ἀδελφέ μου, καὶ δὲν βρίσκεις ἡσυχία καὶ χτίζεις πατώματα ἀπάνω στὰ πατώματα, κι᾿ ἔχεις δυὸ τρία αὐτοκίνητα καὶ κότερα καὶ κάθε λογῆς μάταια πράγματα! Γύρισε καὶ κύτταξε καὶ τὸν ἀδελφό σου, νὰ δροσισθεῖ ἡ ψυχή σου μὲ τὴν εὐλογημένη καλωσύνη, ποὺ τὴν ξεράνανε τὰ τσιμέντα, οἱ ψεύτικες κουβέντες, οἱ συμφεροντολογικὲς παρέες, οἱ συνοφρυωμένες ἀξιοπρέπειες. Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις θυσίες, τουλάχιστον νὰ συχαθεῖς τὴν ἀδικία. Μὴν ἀδικεῖς. Ἡ ἀδικία εἶναι σιχαμερὴ στρίγγλα, χωρίστρα τῶν ἀνθρώπων, ἀνθρωποκτονία σὰν τὸν πατέρα τὸν σατανᾶ.
Τί θὰ δίνανε πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτούς, ποὺ κερδίσανε τὸν κόσμο καὶ χάσανε τὴν ψυχή τους, γιὰ νὰ νοιώσουνε ὅ,τι νοιώθουνε οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν χάσανε τὴν ψυχή τους! Ἂν τύχει νὰ ξεκόψει κανένας τέτοιος ἀπὸ ψεύτικη παρέα του καὶ βρεθεῖ στὴ συντροφιὰ τῶν ἁπλῶν, τῶν ἀχάλαστων, νοιώθει πὼς ζεῖ ἀληθινὰ καὶ σὰν ἀπογευθεῖ τὰ ἁγνὰ αἰσθήματα ὕστερα ἀπὸ τὴ ψευτιά, καταλαβαίνει τέτοια χαρά, ποὺ κάνει σὰν τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξαναγεννήθηκε, σὰν τυφλὸς ποὺ εἶδε τὸ φῶς του. Κάτι τέτοιοι δὲν ξεκολλᾶνε πιὰ οἱ κακόμοιροι ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν ἁπλῶν, τῶν γκαρδιακῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ξεμακρύνει ἀπὸ τὰ ψεύτικα πρέπει νἄχει λίγη ψυχή. Ἀλλοιῶς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς ψευτιά. Ὁ ἄμμος τῆς Σαχάρας, ὅση βροχὴ κι᾿ ἂν πέσει ἀπάνω του, δὲν φυτρώνει τίποτα.
Ἂν πεῖς πάλι σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, τοὺς φτωχούς, νὰ περάσει μισὴ ὥρα μὲ τὴν παρέα τῶν κοσμικῶν, καλύτερα ἔχει νὰ τὸ βάλεις στὸ μπουντρούμι, παρὰ νὰ βλέπει καὶ ν᾿ ἀκούγει ἐκεῖνα τὰ ψεύτικα κομπλιμέντα, τὶς ἀνάλατες συζητήσεις, τὰ κρύα χωρατά. Στὴ συναναστροφὴ ποὺ κάνουνε αὐτοὶ οἱ ψευτισμένοι, θαρρεῖς πὼς τοὺς χωρίζει ἕνας τοῖχος τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ποὺ ζοῦνε μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, νοιώθουνε πὼς οἱ καρδιὲς τοὺς γίνονται ἕνα, πὼς ἀκουμπᾶ ὁ ἕνας ἀπάνω στὸν ἄλλον καὶ ξεκουράζεται. Ἀγαπᾶ καὶ ἀγαπιέται, χαίρεται καὶ δίνει χαρά. Ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν σαρκικῶν ἀνθρώπων στέκεται ὁ διάβολος καὶ τοὺς κάνει νὰ μιλᾶνε ὁλοένα γιὰ λεφτὰ καὶ γιὰ τὰ ὅμοια, γιὰ νὰ μὴ γροικήσουνε οὔτε τὸ φαγὶ ποὺ τρῶνε. Ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν ταπεινῶν στέκεται ὁ Θεός, κι᾿ ὅλα εἶνε εὐλογημένα.
Πετάξετε ἀπὸ πάνω σας τὴν ψευτιά. Ἀνοίξετε τὰ πανιά, νὰ τὰ φουσκώσει ὁ καθαρὸς ἀγέρας τοῦ πελάγου. Νὰ δροσισθεῖ ἡ ψυχή σας, νὰ νοιώσετε πὼς ζητᾶ ἀληθινὰ κι᾿ ὄχι ψεύτικα.

Φώτης Κόντογλου