Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015


Σκίσον τά νερά προπέλαι
Ὁ Μπόστ σέ ἕνα ἀπό τά σκίτσα του ζωγράφισε τόν κυβερνήτη τοῦ ἱστιοφόρου «Ζάλονγκον», τότε πρωθυπουργό, Γεώργιο Παπανδρέου, νά ταξιδεύει στή Γερμανία γιά νά ζητήσει δάνειο. Στό περιθώριο τοῦ γραμματοσήμου ἀναγράφεται τραγουδάκι, τοῦ ὁποίου οἱ στίχοι ἔχουν ὡς ἑξῆς (μέ τήν ὀρθογραφία τοῦ Μποστ):
«Πᾶμε στό ἄγνωστο γιά μάρκα μέ ἐλπίδα - νά ζητιανέψουμε σέ τόπους μακρυνούς - νά ὀρθοποδήσουμε πρίν ἔρθη καταιγίδα - καί ἀμνηστέβουμαι κέ ἄλλους Γερμανούς - Σκίσον πλοῖον τάς θαλάσας - εἰς τήν Μπόν νά εἶμε φτάσας - Σκίσον τά νερά προπέλαι - Ἀραχνιάσαν αἱ μασέλε».

Ὁ μοναδικός καλλιτέχνης συντρόφεψε μία γενιά ἑλλήνων μέ τόν «Πειναλέοντα» καί τήν «Ἀνεργίτσα», δύο ἀλησμόνητους ἀντί-ἥρωες, παιδιά τῆς μετεμφυλιακῆς καί φτωχῆς ψωροκώσταινας. Σήμερα, σέ μία ἐποχή πού ἡ χώρα εἶναι ξανά «πανί μέ πανί» καί στά ταμεῖα δέν ὑπάρχει σάλιο, ὁ Πειναλέον καί ἡ Ἀνεργίτσα ζοῦν πάλι ἀνάμεσά μας καί καθώς ἕνας λαός κοιτᾶ μέ ἀγωνία πρός Γερμανία, ὁ Μπόστ ἐμφανίζεται ἐπίκαιρος ὅσο ποτέ.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015


Ἀγάπη εἶναι
–Γέροντα, πῶς θὰ δείξω ἀγάπη;
– Νὰ δείξω ἀγάπη; Δὲν τὸ καταλαβαίνω. Αὐτὸ εἶναι κάτι ψεύτικο, ὑποκριτικό. Νὰ ὑπάρχη ἡ ἀγάπη μέσα μας καὶ νὰ μᾶς προδώση, ναί. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη πληροφορεῖ τὸν ἄλλον χωρὶς ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις. Ἀγάπη εἶναι νὰ ἀκούσης μὲ πόνο τὴν στενοχώρια τοῦ ἄλλου. Ἀγάπη εἶναι κι ἕνα βλέμμα πονεμένο κι ἕνας λόγος ποὺ θὰ πῆς μὲ πόνο στὸν ἄλλον, ὅταν ἀντιμετωπίζη κάποια δυσκολία. Ἀγάπη εἶναι νὰ συμμερισθῆς τὴν λύπη του, νὰ τὸν ἀναπαύσης στὴν δυσκολία του. Ἀγάπη εἶναι νὰ σηκώσης ἕναν βαρὺ λόγο ποὺ θὰ σοῦ πῆ. Ὅλα αὐτὰ βοηθοῦν περισσότερο ἀπὸ τὰ πολλὰ λόγια καὶ τὶς ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις.
Ὅταν πονᾶς ἐσωτερικὰ γιὰ τὸν ἄλλον, Θεὸς τὸν πληροφορεῖ γιὰ τὴν ἀγάπη σου καὶ τὴν καταλαβαίνει χωρὶς ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις. Ὅπως καὶ ὅταν δὲν ἐκδηλώνεται ἡ κακία μας, ἀλλὰ εἶναι ἐσωτερική, πάλι ὁ ἄλλος τὴν καταλαβαίνει. Βλέπεις, καὶ ὁ διάβολος, ὅταν παρουσιάζεται ὡς «ἄγγελος φωτός», φέρνει ταραχή, ἐνῶ ὁ Ἄγγελος ὁ πραγματικὸς φέρνει μία ἁπαλὴ ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015


Ἡ χάρη τῆς ἀγάπης
Ὁ ἐπιστήμονας προσελκύει μὲ τὶς γνώσεις του, ὁ πλούσιος μὲ τὰ πλούτη του, ὁ ὡραῖος μὲ τὴν ὀμορφιά του, ὁ μάστορας μὲ τὴν τέχνη του. Ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς μόνον ἕναν περιορισμένο ἀριθμὸ ἀτόμων μπορεῖ νὰ ἑλκύσει. Ἐνῶ ἡ ἀγάπη ὅμως μπορεῖ νὰ ἑλκύσει ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πλάσματα. Ἡ χάρη τῆς ἀγάπης εἶναι ἀπεριόριστη. Καὶ ὁ μορφωμένος καὶ ὁ ἀμόρφωτος καὶ ὁ πλούσιος καὶ ὁ φτωχὸς καὶ ὁ ἐπιδέξιος καὶ ὁ ἀδέξιος καὶ ὁ ὄμορφος καὶ ὁ ἄσχημος καὶ ὁ ὑγιὴς καὶ ὁ ἄρρωστος καὶ ὁ νεαρὸς καὶ ὁ ἡλικιωμένος, ὅλοι θέλουν νὰ τοὺς ἀγαπᾶνε. Ὁ Χριστὸς χάρισε τὴν ἀγάπη του σὲ ὅλους καὶ μὲ τὴν ἀγάπη του προσείλκυσε τοὺς πάντες. Τοὺς ἀγκάλιασε ὅλους, ἀκόμη καὶ τοὺς νεκροὺς ποὺ ἀπὸ παλιὰ σάπιζαν ξεχασμένοι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
Ὁ ἄνθρωπος καὶ νεκρὸς θέλει νὰ τὸν ἀγαπᾶνε. Γι᾽ αὐτὸ πολλοὶ παλεύουν ἐναντίον τοῦ θανάτου καὶ μετὰ τὸν θάνατο. Καὶ γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο πολλοὶ προσπαθοῦν μὲ κληρονομιές, μὲ δῶρα ἢ μὲ εὐεργεσίες ποὺ κάνουνε σὲ διάφορα ἱδρύματα νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους. Ὁ ἄνθρωπος καὶ νεκρὸς θέλει νὰ τὸν ἀγαπᾶνε. Οἱ ἄνθρωποι βέβαια ἔχουν ἀγάπη γιὰ τοὺς πεθαμένους συγγενεῖς τους.
Ὁ Χριστὸς εἶπε: «Θὰ ὑψωθῶ ἀπὸ τὴ γῆ, ὅλους τούς ἀνθρώπους θὰ τοὺς τραβήξω κοντά μου». Ὁ Χριστὸς πάνω στὸν σταυρό, θυσιάζοντας τὸν ἑαυτό Του, λόγω τῆς ἀγάπη Του σήκωσε τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν ὅλων, ἀκόμη καὶ αὐτῶν ποὺ βρίσκονταν στὸν Ἅδη. Πρὶν τὸν Χριστό, κόρη μου, δὲν ὑπῆρχε οὔτε διδασκαλία γιὰ τὴν ἀγάπη ἀλλὰ οὔτε καὶ θρησκεία ἀγάπης.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015


Οἱ προοδευτικοὶ
Γιὰ νὰ εὐαρεστήσεις, λοιπόν, κι ἐσὺ τὸν Θεό, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κάνεις κάτι τὸ πολὺ μεγάλο, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ πᾶς στὸ ἐξωτερικό, ὅπως κάνουν οἱ νεωτεριστὲς καὶ τάχα προοδευτικοί. Φτάνει νὰ κοιτᾶς γύρω σου κάθε μέρα καὶ ὥρα. Διακρίνεις σὲ κάτι τὴ σφραγίδα τῆς θεϊκῆς ἐντολῆς; Κάνε το δίχως χρονοτριβὴ ἢ δισταγμό, μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς αὐτὴ τὴν ὥρα ζητάει ἀπὸ σένα αὐτὸ τὸ ἔργο καὶ τίποτ’ ἄλλο. Προσπάθησε νὰ στερεώσεις μέσα σου ἕναν τέτοιο τρόπο σκέψεως. Ὅταν τὸ κατορθώσεις, ἀπέραντη γαλήνη θὰ πλημμυρίσει τὴν καρδιά σου, εἰρήνη ποὺ θὰ προέλθει ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση ὅτι κάθε στιγμὴ δουλεύεις γιὰ τὸν Κύριο. Ἀκόμα κι ὅταν σοῦ λένε νὰ μπαλώσεις τὶς κάλτσες τοῦ μικροῦ σου ἀδελφοῦ, καὶ τὸ κάνεις πρόθυμα γιὰ τὸν Χριστό, ποὺ μᾶς πρόσταξε ν’ ἀκοῦμε καὶ νὰ βοηθᾶμε τὸν πλησίον, ἐκτελεῖς ἕνα ἔργο θεάρεστο. Ἔτσι, μὲ κάθε βῆμα, μὲ κάθε λέξη, μὲ κάθε κίνηση, ἀκόμα καὶ μὲ κάθε ματιὰ μποροῦμε νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεό, νὰ βαδίζουμε στὸ δρόμο τοῦ θελήματός Του, καὶ ἑπομένως νὰ κατευθυνόμαστε πρὸς τὸν τελικὸ σκοπό μας.
Οἱ νεωτεριστές, οἱ τάχα προοδευτικοί, ἔχουν στὸ νοῦ τους σύνολη τὴν ἀνθρωπότητα, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους στοιβαγμένους μαζί. Εἶναι ὅμως γεγονὸς ὅτι ἡ «ἀνθρωπότητα» ἢ ὁ «λαὸς» δὲν ὑπάρχει ὡς πρόσωπο, ἕνα πρόσωπο γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσες κάτι νὰ κάνεις τώρα ἀκριβῶς. Ἡ ἀνθρωπότητά μας συγκροτεῖται ἀπὸ ξεχωριστὰ πρόσωπα. Κάνοντας κάτι γιὰ ἕνα πρόσωπο, τὸ κάνουμε μέσα στὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπων. Ἂν ὁ καθένας μας ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε γιὰ ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο ἔχει μπροστὰ στὰ μάτια του, ἀντὶ νὰ ρίχνει μάταια τὸ βλέμμα του τόσο μακριά, στὸ ἀπρόσωπο σύνολο τῶν ἀνθρώπων, τότε ὅλοι μας θὰ κάναμε κάθε στιγμὴ ὅ,τι χρειάζεται γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, κι ἔτσι θὰ ἑδραιώναμε τὴν εὐημερία τοῦ συνόλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ πλούσιους καὶ φτωχούς, ἀπὸ ἀδύνατους καὶ ἰσχυρούς. Ὅσοι ὁραματίζονται τὴν εὐημερία ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας συνολικά, ἀδιαφοροῦν γι’ αὐτὸ ποὺ εἶναι μπροστὰ στὰ ματιά τους. Ἔτσι, ὅμως, δὲν ἐκπληρώνουν τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς, γιατί οὔτε τὴ δυνατότητα ἔχουν νὰ ἐπιτελέσουν ἕνα τόσο μεγάλο ἔργο, ὅπως εἶναι ἡ πανανθρώπινη εὐημερία, οὔτε πάλι ἀξιοποιοῦν τὶς εὐκαιρίες, ποὺ τοὺς δίνονται, γιὰ τὴν ἐκτέλεση μικρῶν καλῶν ἔργων.
Μοῦ μίλησαν γιὰ μία τέτοια περίπτωση στὴν Ἁγία Πετρούπολη. Σὲ μία συγκέντρωση νέων, ὑπέρμαχων τῆς «πανανθρώπινης εὐημερίας» –αὐτὸ ἦταν τὸ κεντρικὸ σύνθημα τοῦ «προοδευτικοῦ» παραληρήματός τους–, κάποιος… τζέντλεμαν ἔβγαλε ἕναν παθιασμένο λόγο γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὸ λαό. Τοὺς συνεπῆρε ὅλους. Ὅταν, ὅμως, γύρισε στὸ σπίτι του, ὁ ὑπηρέτης του, ποὺ δὲν ἀντιλήφθηκε τὴν ἐπιστροφή του, δὲν τοῦ ἄνοιξε ἀμέσως τὴν πόρτα καὶ δὲν τοῦ ἔδωσε ἀμέσως κερί. Ἐπιπλέον, ἐπειδὴ τὸ μπουρὶ τῆς σόμπας του εἶχε βουλώσει, τὸ δωμάτιό του ἦταν λίγο κρύο. Ἔ, ὁ «ἀνθρωπιστής» μας δὲν μπόρεσε νὰ τ’ ἀνεχθεῖ ὅλα αὐτά, κι ἔλουσε τὸν ὑπηρέτη του μ’ ἕνα χείμαρρο ἀπὸ βρισιές. Ὅταν ἐκεῖνος προσπάθησε νὰ δικαιολογηθεῖ, τοῦ κατάφερε κι ἕνα γερὸ χτύπημα στὸ στῆθος. Νά, λοιπόν, ὁ φίλος μας μὲ τὰ λεπτὰ αἰσθήματα, αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος διαλαλοῦσε τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, στὸ ἴδιο του τὸ σπίτι, δὲν μποροῦσε νὰ φερθεῖ φιλάνθρωπα σ’ ἕναν μόνο ἄνθρωπο. Τὸ ἀποκορύφωμα τοῦ “προοδευτικοῦ” παραληρήματος ἦταν ἡ διαγωγὴ ποὺ ἔδειχναν μερικὲς δραστήριες κοπέλες. Αὐτὲς δούλευαν μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ ζῆλο σὲ βιβλιοδετεῖα, δένοντας βιβλία «προοδευτικοῦ» περιεχομένου, συχνὰ ὅμως ἄφηναν τὶς μανάδες τους χωρὶς ἕνα κομμάτι ψωμί. Καὶ ὅμως, πίστευαν ὅτι «τραβοῦσαν μπροστὰ» καὶ θεμελίωναν τὴν εὐτυχία τῆς ἀνθρωπότητας.

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015


Μονοτονία
Τοὺς ἐλαφρούς, κούφιους καὶ νευρικοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐνοχλεῖ ἡ μονοτονία. Ὁλοένα παραπονιοῦνται γι᾿ αὐτὴ καὶ θέλουνε πάντα κάποια ποικιλία, κάποια ἀλλαγή, κάποιο καινούριο καὶ διαφορετικό, ὅπως λένε. Πλήττουν καὶ κουράζονται γρήγορα. Ποθοῦνε τὴν ἀλλαγή, κι ἂς εἶναι καὶ πρὸς τὰ χειρότερα. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ ἐνθουσιάζονται γιὰ τοὺς νεωτερισμούς, σ᾿ ὅλα τὰ πράγματα. Ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ γι᾿ αὐτοὺς ἐβγῆκε ἡ μόδα, τούτη ἡ τυραννικὴ ἀνοησία, κατὰ τὴν ὁποία τὸ ὄμορφο ἀλλάζει κάθε τόσο, μ᾿ ἕνα σύνθημα. Στὶς μέρες μας, κατάντησε κι ἡ τέχνη σὰν τὴ μόδα.
Δὲν λέγω πὼς κάθε τί ποὺ εἶναι μονότονο, εἶναι καλὸ καὶ σπουδαῖο. Ἡ φύση, ὅμως, μὲ τὶς τέσσερες ἐποχὲς τοῦ χρόνου, μὲ τὶς ἀλλαγὲς τοῦ καιροῦ, μὲ τὶς θάλασσες, μὲ τὰ βουνὰ καὶ μὲ τὰ δάση της, ἔχει μία μονοτονία μεγαλόπρεπη καὶ ἱερή.
Γιὰ τοῦτο, οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶπα, βαριοῦνται τὴ φύση καὶ τὴν ἁπλὴ ζωή της. Δὲν καταλαβαίνουμε τὴ βαθειὰ γλῶσσα της, ποὺ μιλᾷ στὴν ψυχὴ μὲ χίλιους τρόπους γιὰ ἕνα πλῆθος ἀνείπωτα μυστήρια.
Ὦ μεγαλόπρεπη μονοτονία τῶν βουνῶν, μονοτονία τῆς θάλασσας, ποὺ ἀναταράζεται μέρα - νύχτα καὶ ποὺ βογγᾷ μὲ βαθειὰ ἀχολογήματα.Ὅποιος σὲ νοιώθει, κάθεται ὦρες ἀτελείωτες ἀπάνω σ᾿ ἕνα βράχο, ἢ ξαπλωμένος στὴν ἀμμουδιά, δίχως νὰ σὲ χορταίνει. Οἱ ὧρες περνοῦνε χωρὶς νὰ τὶς καταλαβαίνει, τὸ πνεῦμα του πετᾷ σὰν τὸ θαλασσοπούλι, μακρυὰ ἀπὸ τὶς μικρολογίες τῆς ζωῆς. Ὡστόσο, τὰ μάτια του καὶ τ᾿ ἀφτιά του γεμίζουνε ἀπὸ τὸ ἐξαίσιο θέαμά σου κι ἀπὸ τὴν ἄγρια μελῳδία τῆς βαρειᾶς φωνῆς σου, σὲ καιρὸ ποὺ ὁ ἄνεμος τὸν λούζει μὲ τὴ δροσερὴ ἁρμύρα τοῦ πελάγου.
Ὦ μεγαλόπρεπη μονοτονία τ᾿ οὐρανοῦ, μὲ τὰ ἀμέτρητα ἄστρα ποὺ κρέμουνται σὰν πολυκάντηλα ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου, κι ἀλλὰ τρεμοσβήνουνε σὰν ἀπὸ τὸν ἄνεμο, ἀλλὰ στέκουνται στυλωμένα καὶ μὲ κυττάζουν, λὲς καὶ μὲ παραμονεύουνε μέσα ἀπὸ βαθὺ καὶ σκοτεινὸ χάος! Τ᾿ Ἄστρο τῆς Τραμουντάνας, ποὺ στέκεται ἀσάλευτο στὸν βοριά, αἰῶνες αἰώνων, δίχως νὰ Βασιλέψει, μάτι ἀνύσταχτο, ὀρθάνοιχτο ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε ὁ κόσμος. Ἡ Μεγάλη Ἀρκούδα ποὺ κείτεται ἀνάσκελη, θηρίο θεόρατο καὶ φοβερό. Ἡ Μικρὴ Ἀρκούδα ποὺ εἶναι δεμένη στὸ χρυσὸ καρφί της, καὶ γυρίζει γύρω του, παίρνοντας μία βόλτα κάθε νύχτα. Ἡ Πούλια, ἡ προκομμένη κόρη, ποὺ κάνει νυχτέρι κάθε βράδυ, μὲ τὰ πολλὰ λυχνάρια της. Ἀλλοῦ συντροφιασμένα σὰν σμάρια ἀπὸ χρυσὰ μελίσσια, ἀλλοῦ μοναχιασμένα καὶ δίχως συντροφιά. Ὦ μονότονη μεγαλοπρέπεια τοῦ Ἰορδάνη Ποταμοῦ, ποὺ τρέχει μέσα στὰ ἀπέραντα λιβάδια τ᾿ οὐρανοῦ, κι ἀλλοῦ εἶναι ρηχὰ τ᾿ ἀσημένια νερά του, ἀλλοῦ σιγοαφρίζουνε.
Ὦ μεγαλόπρεπη μονοτονία τῆς ἀνεμοζάλης, ποὺ ἀναταράζει τὸν κόσμο βδομάδες καὶ μῆνες, κι ὁ ἀγέρας μουγκρίζει, ρυάζεται, βελάζει, σφυρίζει, ὁλοένα τὸ ἴδιο, μέρα νύχτα. Ὦ μονοτονία τῆς βροχῆς, τῆς ἀστραπῆς, τῆς βροντῆς. Ὦ μονοτονία τῆς παγωμένης θάλασσας, τῆς πυρωμένης ἔρημος, τῆς σκοτεινῆς ἄβυσσος τοῦ Ὠκεανοῦ. Ὦ βλογημένη μονοτονία τῶν βουνῶν, τῶν λαγκαδιῶν, τῆς ζούγκλας.
Αὐτὴ τὴ Βλογημένη μονοτονία τῆς φύσης ἔχουνε καὶ τὰ μεγάλα καὶ σπουδαῖα ἔργα ποὺ κάνουνε οἱ ἄνθρωποι. Κι αὐτὰ τὰ ἔργα ἀντέχουνε στὸ δόντι τοῦ καιροῦ, ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ τὰ ἀλέσει γρήγορα, ὅπως κάνει μὲ τ᾿ ἄλλα, ποὺ δὲν ἔχουνε αὐτὴ τὴ μυστικὴ μονοτονία.

Φώτης Κόντογλου

Σάββατο, 25 Απριλίου 2015


Τὸ Μπαλουκλὶ
Σαράντα μέρες πολεμᾶ ὁ Μωχαμέτ νά πάρη
        τὴν Πόλη τὴν μεγάλη.
Σαράντα μέρες ἔκαμεν ὁ 'γούμενος τό ψάρι
        στὰ χείλη του νά βάλη.

Ἀπ' τές σαράντα κι ὕστερα, πεθύμησε νά φάγη
        τηγανισμένο ψάρι.
–Ἄν μᾶς φυλάγ' ἡ Παναγιά καθώς μᾶς 'ἐφυλάγει,
        τὴν Πόλη ποιός θά πάρη;

Ρίχτει τά δίχτυα στόν γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει, 
        –Θεός νά τά βλογήση!
Τό λάδι βάλλει στήν φωτιά μές στ' ἀργυρό τηγάνι,
        γιὰ νά τά τηγανίση.

Τά τηγανίζ' ἀπό τήν μία, καί πά' νά τά γυρίση
        κι ἀπό τό ἄλλο μέρος.
Ὁ παραγιός του βιαστικά πετᾶ νά τοῦ μιλήση,
        καί τάχασεν ὁ γέρος!

–Μὴν τηγανίζης, γέροντα, καί μόσχισε τό ψάρι
        στὴν Πόλη τήν μεγάλη!
Τήν Πόλη τήν ἑξακουστή οἱ Τοῦρκοι ἔχουν πάρει,
        μᾶς κόβουν τό κεφάλι!

–Στὴν Πόλη Τούρκου δέν πατοῦν κι Ἀγαρηνοῦ ποδάρια!
        Μὲ φαίνεται σάν ψεῦμα!
Μ' ἄν εἴν' ἀλήθεια τό κακό, νά σηκωθοῦν τά ψάρια
        νὰ πέσουν μές στό ρεῦμα!

Ἀκόμ' ὁ λόγος βάσταγε, τά ψάρι' ἄπ' τό τηγάνι,
        τὴν μία μεριά ψημένα,
πηδήξανε κι ἐπέσανε στῆς λίμνης τήν λεκάνη,
        γερά, ζωντανεμένα.

Ἀκόμ' ὡς τώρα πλέουνε, κόκκιν' ἀπό τό μέρος,
        ὅπου τά εἶχε ψήσει.
Φυλάγουν τό Βυζάντιο ν' ἀναστηθῆ κι ὁ γέρος
        νὰ τ' ἀποτηγανίση.
Γεώργιος Βιζυηνὸς

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015


Ἐκκλησία καὶ Ἔθνος
Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Ῥάσου στοὺς ἐθνικούς μας ἀγῶνες δὲν εἶναι ἀσφαλῶς ὁ μοναδικὸς λόγος τῆς παρουσίας τοῦ Κλήρου στὴν κοινωνία μας. Κύρια ἀποστολὴ τοῦ Ῥάσου εἶναι τὸ ἔργο τοῦ ἰατροῦ στὸ «Πνευματικὸν Ἰατρεῖον» τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ ὑπαρκτικὴ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ θεωρεῖται ὡς ἕνας συμβατικὸς θεσμός, κοινωνικοῦ χαρακτήρα, μέσα στὸν ὑπόλοιπο κρατικὸ καὶ ἐθνικὸ βίο, μὲ σκοπὸ νὰ σῴζει ἁπλῶς τὴν ἱστορικὴ διάσταση.
Ἐν τούτοις ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ μάλιστα ἡ Ἑλλαδική, πρωτοστατεῖ σ᾿ ὅλους τοὺς ἀπελευθερωτικούς μας ἀγῶνες. Γιατί; Διότι τοῦτο ἀπορρέει ἀπὸ τὴν πίστη της γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ Ὀρθοδοξία βλέπει τὴν ἐλευθερία ὡς τὸ φυσικὸ κλίμα ἀναπτύξεως καὶ πραγματώσεως, τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Πραγματικὴ δὲ ἐλευθερία εἶναι ἡ δυνατότητα κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του, σὲ βαθμὸ γνησιότητας, πληρότητας καὶ αὐθεντικότητας, ἔξω δηλαδὴ ἀπὸ κάθε ἀναγκαστικότητα. Ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία ἐντάσσεται στὰ πλαίσια τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι (καὶ ὡς ἐθνική-κοινωνική) ἔννοια καθαρὰ θεολογικὴ-ἐκκλησιαστική.
Ὁ Ὀρθόδοξος Κλῆρος δὲν μπορεῖ νὰ μὴ συμμετάσχει στοὺς ἐθνικοὺς-ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνες, διότι τὸ ἔργο του καὶ στὴν περίοδο τῆς εἰρήνης εἶναι ἀπελευθερωτικό. Ἀγώνας γιὰ τὴν καταξίωση τοῦ Ῥωμηοῦ, ὡς ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἐσωτερικῆς δουλείας, τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἐσωτερικὴ δὲ δουλεία κατὰ κύριο λόγο ἐπιφέρει καὶ τὴν ἐξωτερική. Διότι δουλεία δὲν εἶναι, κυρίως, ἡ ἀναγκαστικὴ ὑποταγή, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ ὑποταγὴ καὶ ταύτιση μὲ τὸν κατακτητή, ἡ νέκρωση τοῦ πνεύματος ἀντιστάσεως καὶ τοῦ ψυχικοῦ δυναμισμοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πιστεύουμε, ὅτι ἡ σημαντικότερη προσφορὰ τοῦ Ῥάσου στὸ Ἔθνος μας δὲν ἦταν τόσο ἡ συμμετοχὴ τοῦ Κλήρου στὶς ἔνοπλες ἐξεγέρσεις καὶ συγκρούσεις, ὅσο ἡ συμβολὴ τοῦ Ῥάσου στὴ συντήρηση τοῦ ἑλληνορθοδόξου φρονήματος τοῦ Γένους καὶ τῆς ἀγάπης του πρὸς τὴν ἐλευθερία. Χωρὶς αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει Εἰκοσιένα.

π. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015


Ἡ Ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός
Ὁ Κύριος δὲν ἐνηνθρώπησε γιὰ νὰ εἰσηγηθῆ μία νέα φιλοσοφικὴ πρότασι γιὰ τὴν ἀλήθεια ἢ ἔστω καὶ μία νέα ἠθικὴ συμπεριφορὰ ἢ μία νέα μεταξὺ ἄλλων θρησκεία, ἀλλὰ γιὰ νὰ φέρη στὸν κόσμο σαρκωμένη τὴν Ἀλήθεια, τὸν ἑαυτό Του. Ἔκτοτε γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς ἡ Ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός. Κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο καὶ Εὐαγγελιστή: «ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο».
Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ ἄγνοια καὶ σώζει τὸν ἄνθρωπο: «γνώσεσθε τὴν Ἀλήθειαν, καὶ ἡ Ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Ὑπάρχουν πολλὲς ἀπόψεις γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ ἕνας μόνος εἶναι ἡ Ἀλήθεια.
Αὐτὸν τὸν Χριστὸ - Ἀλήθεια προεφήτευσαν οἱ Προφῆται, ἐκήρυξαν οἱ Ἀπόστολοι, ὡμολόγησαν οἱ Μάρτυρες, ἐδογμάτισαν οἱ Πατέρες.
Αὐτὸς ὁ Χριστὸς εἶναι «φῶς ἐκ φωτός, Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, ὁμοούσιος με τὸν Πατέρα».
Αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἕνωσε, τελικὰ καὶ ἀδιάσπαστα, τὴν θεία φύση μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύσι στὴν ὑπόστασί Του, στὸ ἕνα πρόσωπό Του, στὸ πρόσωπο τοῦ Λόγου.
Αὐτὸς ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ἀλήθεια, γιατὶ μὲ τὸν θάνατό Του νικᾶ τὸν θάνατό μας καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασί Του μᾶς χαρίζει τὴν αἰώνιο ζωή.
Αὐτὴν τὴν Χριστοαλήθεια δὲν μποροῦμε νὰ τὴν συμβιβάσουμε μὲ τὶς «ἀλήθειες» τῶν ἄλλων θρησκειῶν καὶ ἄλλων πίστεων. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὅλη ἡ Ἀλήθεια. Δὲν εἶναι ἡ μισὴ Ἀλήθεια, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθῆ ἀπὸ ἄλλες ἀλήθειες.
Ἔχοντας αὐτὴν τὴν πίστι καὶ ὁ μεγάλος Ντοστογιέφσκη ἔγραψε: «Πιστεύω ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἀλλὰ ἐὰν μὲ πείση κανεὶς ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἀλήθεια, ἐγὼ θὰ προτιμοῦσα νὰ εἶμαι μὲ τὸν Χριστὸ παρὰ μὲ τὴν ἀλήθεια». Ὁ Ντοστογιέφσκη καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι πιστοὶ Χριστιανοὶ πράγματι προτιμοῦμε, πιστεύουμε στὴν προσωποποιημένη καὶ σαρκωμένη Ἀλήθεια καὶ ὄχι σὲ κάποιες ἀπρόσωπες ἀλήθειες, ἰδέες.
Στὴν Ρωσία, στὰ χρόνια τοῦ μαχητικοῦ ἀθεϊσμοῦ, κάποιος κομματικὸς παράγων προσπάθησε μὲ μία «ἐπιστημονική» ὁμιλία του νὰ πείση τὸ ἀκροατήριό του ὅτι ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι μύθος. Ἐνόμισε ὅτι ὅλοι ἐπείσθησαν. Ὅταν ἐρώτησε ἐὰν κάποιος ἔχη νὰ εἰπῆ κάτι, ἐζήτησε τὸν λόγο ἕνας εὐσεβὴς Ρῶσος, ὁ ὁποῖος εἶπε δυὸ λέξεις μόνον: «Χριστὸς Ἀνέστη». Ὅλο τὸ ἀκροατήριο ἐβροντοφώνησε: «Ἀληθῶς Ἀνέστη». Ἡ σαρκωμένη Ἀλήθεια, ὁ Χριστός, ἐνίκησε τὶς «ἀλήθειες» τοῦ κόσμου τούτου.
Οἱ σταυρωταὶ τοῦ Κυρίου προσπάθησαν νὰ κρύψουν τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως καὶ νὰ συκοφαντήσουν τοὺς μαθητὰς ὅτι ἔκλεψαν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸν Τάφο. Δὲν μᾶς εἶπαν ὅμως πῶς αὐτοί, οἱ κατ᾿ αὐτοὺς ἀπατεῶνες μαθηταί, ἐκήρυξαν τὸν Σταυρωθέντα καὶ Ἀναστάντα Κύριό σε ὅλο τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη Του ὑπέστησαν διωγμούς, βασανιστήρια καὶ φρικτοὺς θανάτους.

Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015


Φυλακισμένα Μνήματα (1955-1959)
Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα τοῦ 1955-59 γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸ Βρετανικὸ ζυγό, οἱ ἀποικιοκράτες κατασκεύασαν στὶς Κεντρικὲς Φυλακὲς τῆς Λευκωσίας ἕνα μικρὸ κοιμητήριο ποὺ ἔμεινε στὴν Ἱστορία μὲ τὴν ὀνομασία «Φυλακισμένα Μνήματα». Εἶναι ἕνας στενὸς χῶρος δίπλα ἀπὸ τὰ κελιὰ τῶν μελλοθάνατων καὶ τὴν ἀγχόνη, περιτριγυρισμένος ἀπὸ ψηλοὺς τοίχους μὲ τεμάχια γυαλιῶν στὸ πάνω μέρος τους. Ἐδῶ ἀποφασίστηκε, ἐπὶ Κυβερνήτη Τζὼν Χάρντιγκ, νὰ θάβουν τοὺς ἀπαγχονιζόμενους καθὼς καὶ ἡγετικὲς μορφὲς τῆς Ἐθνικῆς Ὀργάνωσης Κυπρίων Ἀγωνιστῶν (ΕΟΚΑ) ποὺ σκοτώνονταν σὲ μάχες, γιὰ νὰ μὴ μετατρέπονται οἱ κηδεῖες τους σὲ μαζικὰ συλλαλητήρια καὶ μαχητικὲς διαδηλώσεις.
Στὰ Φυλακισμένα Μνήματα εἶναι θαμμένοι δεκατρεῖς ἡρωομάρτυρες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ ἐννιὰ ἐκτελέστηκαν μὲ ἀπαγχονισμὸ στὶς Κεντρικὲς Φυλακὲς τῆς Λευκωσίας, τρεῖς ἔπεσαν στὸ πεδίο τῆς μάχης καὶ ἕνας πέθανε σὲ στρατιωτικὸ νοσοκομεῖο, μετὰ τὸν τραυματισμό του σὲ μάχη. Τὸ μοναδικό τους ἔγκλημα ἦταν ἡ ἀγάπη τους γιὰ τὴν ἐλευθερία. Οἱ ἡρωομάρτυρες τῆς ἀγχόνης, παρὰ τὰ φρικτὰ καὶ ἀπάνθρωπα σωματικὰ καὶ ψυχικὰ μαρτύρια ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς σύλληψης μέχρι τὴν ὥρα τῆς ἐκτέλεσης, δὲ λύγισαν. Μὲ ἀκμαῖο τὸ ἠθικὸ καὶ ἀκλόνητη τὴν πίστη ἀντιμετώπιζαν κάθε μέρα τὴ μεγάλη τους δοκιμασία. Κι ὅταν ἔφτασε ἡ πιὸ κρίσιμη ὥρα, βάδισαν πρὸς τὴν ἀγχόνη εὐθυτενεῖς καὶ ἀγέρωχοι, ψάλλοντας θρησκευτικὰ ἄσματα καὶ τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο, ἐνῶ ἄλλοι κρατούμενοι ἀγωνιστὲς τοὺς ἐνθάρρυναν μὲ πατριωτικὰ συνθήματα καὶ τραγούδια.
Ἡ κηδεία γινόταν ἀμέσως μετὰ τὸν ἀπαγχονισμό. Μοναδικὴ παρουσία ἐκείνη τοῦ ἱερέα τῶν φυλακῶν ποὺ ἔψαλλε τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία ἔξω ἀπὸ τὴν κλειστὴ εἴσοδο τοῦ κοιμητηρίου. Ὕστερα οἱ Ἄγγλοι τοὺς ἔθαβαν, χωρὶς νὰ παρευρίσκεται κανένας Ἑλληνοκύπριος, οὔτε μάνα, οὔτε πατέρας. Οἱ γονεῖς προσκύνησαν τοὺς τάφους τῶν παιδιῶν τοὺς μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἀγώνα.
Οἱ ἐννιὰ ἀπαγχονισθέντες, ὅλοι τους νέοι ἡλικίας 19-24 ἐτῶν, εἶναι μὲ τὴ σειρὰ ποὺ ἐκτελέστηκαν: Μιχαλάκης Καραολῆς, Ἀνδρέας Δημητρίου (ἀπαγχονίστηκαν μαζὶ στὶς 10.5.1956), Ἰάκωβος Πατάτσος, Ἀνδρέας Ζάκος, Χαρίλαος Μιχαὴλ (Ἀπαγχονίσθηκαν μαζὶ στὶς 9.8.1956), Μιχαὴλ Κουτσόφτας, Στέλιος Μαυρομμάτης, Ἀνδρέας Παναγίδης (Ἀπαγχονίστηκαν μαζὶ στὶς 21.9.1956), Εὐαγόρας Παλληκαρίδης (Ἀπαγχονίσθηκε στὶς 14.3.1957).
Στὰ Φυλακισμένα Μνήματα ἀναπαύονται ἀκόμα τέσσερα παλικάρια τῆς ΕΟΚΑ, ποὺ μὲ τὴν ἡρωική τους δράση ἐξέπληξαν καὶ αὐτοὺς τοὺς κατακτητές. Οἱ Ἄγγλοι ἀρνήθηκαν νὰ δώσουν τὶς σοροὺς τῶν ἡρώων στὶς οἰκογένειές τους, φοβούμενοι τὶς λαϊκὲς ἐκδηλώσεις κατὰ τὴν κηδεία τους. Τοὺς ἔθαψαν στὸ κοιμητήριο τῶν φυλακῶν ὅπως τοὺς ἥρωες τῆς ἀγχόνης. Οἱ τέσσερις ἥρωες εἶναι οἱ ἀκόλουθοι: Μάρκος Δράκος, Γρηγόρης Αὐξεντίου, Στυλιανὸς Λένας, Κυριάκος Μάτσης
Σὲ τέσσερις τάφους τοῦ κοιμητηρίου τῶν Κεντρικῶν Φυλακῶν οἱ Ἄγγλοι ἔθαψαν ὀκτὼ νεκρούς, γιὰ ἐξοικονόμηση χώρου. Στὸν ἴδιο τάφο βρίσκονται ἀνὰ δύο οἱ: Ἀνδρέας Δημητρίου καὶ Στυλιανὸς Λένας, Ἀνδρέας Ζάκος καὶ Κυριάκος Μάτσης, Ἀνδρέας Παναγίδης καὶ Μιχαὴλ Κουτσόφτας, Γρηγόρης Αὐξεντίου καὶ Εὐαγόρας Παλληκαρίδης.

Μὲ τὸ τέλος τοῦ ἀγώνα τὰ Φυλακισμένα Μνήματα ἔγιναν τόπος ἱεροῦ προσκυνήματος, μνημεῖο ἡρωισμοῦ καὶ ἀντίστασης κατὰ τῶν δυνάμεων τῆς βίας καὶ τῆς τρομοκρατίας, ναὸς ἱερὸς τῆς ἐλευθερίας, θεμελιωμένος στὰ κόκαλα τῶν ἀθάνατων παλικαριῶν τῆς ΕΟΚΑ. Τὴν ἀθανασία τοὺς δηλώνει ἐπιγραφὴ στὸν τοῖχο τοῦ βάθους τοῦ κοιμητηρίου: «Τ᾿ ἀντρειωμένου ὁ θάνατος, θάνατος δὲ λογιέται».

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015


Περιστερὰ διψῶσα
Περιστερά τις σφόδρα ἐδίψα καὶ ἐφ᾿ ὕδατος ζήτησιν τῇδε κἀκεὶσε περιήρχετο.
Ἰδοῦσα δὲ ἔν τινι τοίχῳ ἐζωγραφημένην ὑδρίαν ἐδόκει ἀληθῶς ὁρᾶν ὕδατος σκεῦος μεστόν, καὶ ἐλθοῦσα τοῦ πιεῖν τῷ τοίχῳ προσέκρουσε καὶ αὐτίκα τοῦ ζῆν ἀπερρήγνυτο.
Ὅτε δὲ πρὸς τελευταίαν ἐγγίσασα ἀναπνοὴν ἦν, ἐν ἑαυτῇ ἔλεγεν ὅτι «δυστυχὴς ὄντως ἐγὼ καὶ ἀθλία, ἐφ᾿ ᾧ ὕδατος γλιχομένη μὴ θανάτου ἐμνημόνευον».

Οὗτος δηλοῖ ὡς πολὺ κρείττων ἡ μακροθυμία τῆς ἀλογίστου σπουδῆς καὶ ταχυτῆτος.

Ἕνα περιστέρι ἦταν τόσο διψασμένο, ὥστε πετοῦσε σὰν τρελὸ ἐδὼ κι ἐκεῖ γιὰ νὰ βρεῖ λίγο νερό.
Ξαφνικά, εἶδε σὲ κάποιο τοῖχο ζωγραφισμένο ἕνα κανάτι καὶ νόμισε πὼς εἶναι ἀληθινό. Πῆρε φόρα λοιπὸν κι ὄρμησε νὰ ξεδιψάσει μὲ τὸ νερὸ ποὺ τάχα ἦταν γεμάτη ἡ ζωγραφιά. Φυσικὰ, ἔσκασε στὸν τοῖχο καὶ τραυματίστηκε θανάσιμα.
Λίγο πρὶν ξεψυχήσει, ψιθύρισε:
«Τί ἀτυχία κι αὐτή! Ἀπ᾿ τὴν πολλή μου δίψα, ξέχασα, τὸ δύστυχο, πὼς ὑπάρχει καὶ θάνατος».


Ὁ μύθος λέει πὼς ἡ ὑπομονή εἶναι προτιμότερη ἀπὸ τὴν ἀλόγιστη βιασύνη.

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015


Ἔχω δεῖ τὸν οὐρανό...
Ἔχω δεῖ τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ μάτια μου
Μὲ τὰ μάτια μου ἄνοιξα τὰ μάτια του
Μὲ τὴ γλῶσσα μου μίλησε
Γίναμε ἀδελφοὶ καὶ κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι καὶ δειπνήσαμε
Σὰν νὰ ἦταν ὁ καιρὸς ὅλος μπροστά μας
Καὶ θυμᾶμαι τὸν ἥλιο ποὺ γελοῦσε
Πού γελοῦσε καὶ δάκρυζε θυμᾶμαι

Γιῶργος Σαραντάρης

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015


Ἄσμα Ἄσμάτων
Ὄμορφη ποὺ εἶσαι, ἀγάπη μου! Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι!
Γλυκειὰ σὰν τοῦ περιστεριοῦ καὶ τρυφερὴ ἡ ματιά σου·
καμιὰ ἀπὸ τὶς ὄμορφες δὲν παραβγαίνει μπρός σου.
Ἐσὺ ‘σαι κρινολούλουδο καὶ κεῖνες εἶναι ἀγκάθια,
ἴδια μὲ κόκκινη κλωστὴ τὰ κόκκινά σου χείλη.
Σὰ ρόδι ποὺ τὸ κόψανε στὴ μέση πίσω ἀπ᾿ τὸ πέπλο σου
μοῦ φαντάζει τὸ ροδομάγουλό σου.
Τὰ δυό σου στήθια μοιάζουνε δίδυμα ζαρκάδια,
ποὺ νὰ βοσκήσουν βγήκανε μὲς στ᾿ ἀνθισμένα κρίνα.
Φίλα με, μὲ ὅλα τὰ φιλιὰ ποὺ ἔχεις μὲς στὸ στόμα.
Μέθα με στῆς ἀγκάλης σου τὸ πιὸ γλυκὸ κρασί.
Καὶ τ᾿ ὄνομά σου, ἄρωμα, μύρο χυμένο κάτω.
Ὅλων τῶν μύρων τ᾿ ἄρωμα, κι ἡ εὐωδιὰ ἐσύ ‘σαι.
Ναί, πιὸ πολὺ κι ἀπ᾿ τὸ κρασὶ μεθῶ ὅταν μ᾿ ἀγγίζεις.
Νὰ σ᾿ ἀγαπᾶνε, ἄντρα μου, αὐτὸ μονάχα ἀξίζεις.
Ὄμορφη κι ἀψεγάδιαστη, εἶσαι ἀγαπημένη.
Μοῦ ῾χεις κλέψει τὴν καρδιὰ ἀγάπη μου, ἀδελφή μου.
Μ᾿ ἕνα σου βλέμμα μοναχά, μιὰ χάντρα στὸ λαιμό σου.
Μέλι κερήθρας στάζουνε τὰ δυὸ γλυκά σου χείλη.
Μέλι καὶ γάλα ἀργοκυλοῦν στὴ γλώσσα σου ἀπὸ κάτω.
Κῆπος κλειστός, ὁλάνθιστος εἶσαι ἀγαπημένη.
Πηγὴ μὲ γάργαρο νερό, παράδεισος ἀπὸ δροσιὲς τὸ κάθε σου αὐλάκι.
Κανέλα, μοσχοκάλαμο κι ὁ νάρδος μὲ τὸν κρόκο
καὶ ρίζες τοῦ Λιβάνου ἀρωματικὲς καὶ σμύρνα κι ἀλόη
κι ὅποιο μύρο πεῖς σὲ σένα εὐωδιάζουν.
Σήκω, βοριά, ἔλα, νοτιά, φυσῆξτε τὰ κλωνιά μου,
νὰ ξεχυθοῦν νὰ σκορπιστοῦν παντοῦ οἱ εὐωδιές μου.
Σήκω, βοριά, ἔλα νοτιά, φυσῆξτε τὰ κλωνιά μου,
νὰ ξεχυθοῦν νὰ σκορπιστοῦν παντοῦ τ᾿ ἀρώματά μου.
Κι ἂς κατέβει ὁ ἄνδρας μου στὸν κῆπο πού ῾ν᾿ δικός του,
γιὰ νὰ γευτεῖ ὅποιον καρπὸ ἀπ᾿ τὰ κλαδιά μου θέλει.

Ἰάκωβος Καμπανέλλης

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015


Ἡ γῆ τῆς Ἑλλάδος
Ξεύρεις τὴν γῆ ποὺ ἀνθεῖ
φαιδρὰ πορτοκαλέα
καὶ κοκκινίζει ἡ σταφυλὴ
καὶ θάλλει ἡ ἐλαία;
Ὦ! δὲν τὴν ἀγνοεῖ κανείς,
εἶναι ἡ γῆ ἡ Ἑλληνίς.
Ξεύρεις τὴν γῆ, ἥτις παντοῦ
μὲ αἵματα ἐβάφη,
ὁποῦ κοιλάδες καὶ βουνὰ
εἶναι τυράννων τάφοι;
Ὦ! δὲν τὴν ἀγνοεῖ κανείς,
εἶναι ἡ γῆ ἡ Ἑλληνίς.
Γῆ μήτηρ παλαιῶν θεῶν
καὶ νέων ἡμιθέων
γῆ ἀναμνήσεων κλεινῶν
καὶ γῆ ἐλπίδων νέων
Ὦ! δὲν τὴν ἀγνοεῖ κανείς,
εἶναι ἡ γῆ ἡ Ἑλληνίς.

Ἄγγελος Βλάχος

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015


Τὸ ἐρημονήσι
Γειά σου Ἀπρίλη γειά σου Μάρτη
    καί πικρή Σαρακοστή
Βάζω πλώρη καί κατάρτι
    καί γυρεύω ἕνα νησί
    πού δέ βρίσκεται στό χάρτη

Τό κρατᾶνε στόν ἀέρα
    τέσσερα χρυσά πουλιά
Δέ γνωρίζεις ἐκεῖ πέρα
    οὔτε κλέφτη οὔτε φονιά
    οὔτε μάνα καί πατέρα

Τά λουλούδια μεγαλώνουν
    κάθε νύχτα τρεῖς ὀργιές
Τίς ἀκρογιαλιές ἰσκιώνουν
    καί τά δέντρα στίς πλαγιές
    σάν καβούρια σκαρφαλώνουν

Μές στῆς ἐρημιᾶς τ' ἀγέρι
    ὅλ' ἁγιάζουνε μεμιᾶς
Πιάνεις τοῦ Θεοῦ τό χέρι
    καί στά κύματα ἀκουμπᾶς
    σάν ἀγριοπεριστέρι

Γειά σας ἔχτρες γειά σας μίση
    καί γινάτι καθενός
Ἅμα βρεῖς τό ἐρημονήσι
    ὅλα τ' ἄλλα εἶναι καπνός
    Μία φορά νά τό 'χεις ζήσει.


Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015


Τὰ Ἑλληνάκια
Τόν Μάρτη περικάλεσα
    καί τόν μικρό Νοέμβρη
Τόν Αὔγουστο τόν φεγγερό
    κακό νά μή μᾶς ἔβρει

Γιατ' εἴμαστε μικρά παιδιά
    εἴμαστε δύο Ἑλληνάκια
Μές στά γαλάζια πέλαγα
    καί στ' ἄσπρα συννεφάκια

Γιατ' εἴμαστε μικρά παιδιά
    κι ἡ ἀγάπη μᾶς μεγάλη
Ποῦ ἄν τή χωρέσουμε ἀπ' τή μία
    περσεύει ἀπό τήν ἄλλη

Κύματα σύρετε ζερβά
    κι ἐσεῖς τά σύννεφα δεξιά
Φάληρο μέ Περαία
    μία γαλανή σημαία.


Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015


Σὰν τὴ μισοψημένη πίτα
Ζητῶ ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ τὴν κατάθλιψη, ποὺ θεωρεῖς ἀφόρητη, ἀλλὰ μόνο ἂν αὐτὸ εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ ἅγιο θέλημά Του καὶ ἀπαραίτητο γιὰ τὴ σωτηρία σου. Θὰ σὲ λυτρώσει, δίχως ἄλλο, στὴν ὥρα ποὺ πρέπει. Ὁπλίσου μὲ πίστη καὶ ὑπομονή. Βλέπουμε πόσο γρήγορα μεταβάλλονται οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς μας. Ὅλα ἀλλάζουν ἀκατάπαυστα. Ἔτσι θ' ἀλλάξει καὶ ἡ ψυχική σου κατάσταση. Θὰ ἔρθει μία μέρα πού, ἀπαλλαγμένη πιὰ ἀπὸ τὸ πλάκωμα, θ' ἀναπνέεις ἐλεύθερα καὶ θὰ φτεροκοπᾶς ὅπως ἡ πεταλούδα πάνω ἀπὸ τὰ λουλούδια. Πρέπει μόνο νὰ σηκώσεις μὲ ὑπομονὴ τὴν τωρινὴ δυσκολία γιὰ ὅσον καιρὸ παραχωρήσει ὁ Θεός.
Ὅταν νοικοκυρὰ βάλει μία πίτα στὸ φοῦρνο, δὲν τὴ βγάζει ὥσπου νὰ βεβαιωθεῖ πὼς εἶναι ψημένη. Ὁ Νοικοκύρης τοῦ σύμπαντος σ' ἔχει βάλει μέσα σ' ἕνα φοῦρνο καὶ σὲ κρατάει ἐκεῖ ὥσπου νὰ ψηθεῖς. Κάνε ὑπομονή, λοιπόν, καὶ περίμενε. Δὲν θὰ μείνεις στὸ φοῦρνο οὒτ' ἕνα λεπτὸ περισσότερο ἀπ' ὅσο χρειάζεται. Μόλις εἶσαι ἕτοιμη, θὰ σὲ βγάλει ὁ Κύριος ἔξω. Ἄν, ὅμως, μόνη σου πεταχτεῖς ἔξω, θὰ εἶσαι σὰν τὴ μισοψημένη πίτα.
Πρέπει ἐπίσης νὰ σοῦ πῶ, ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν πίστη μας, ὅποιος ὑπομένει ἀγόγγυστα τὶς δυσκολίες, πιστεύοντας ὅτι τὶς παραχωρεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τὸ καλό του, εἶναι ἰσότιμος μὲ τοὺς μάρτυρες. Αὐτὸ νὰ τὸ θυμᾶσαι πάντα, γιὰ νὰ παρηγοριέσαι.

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015


Ἡ ἑορτή
Ἂς μὴν προσβάλλουμε λοιπόν αὐτὴν τὴν ἑορτή, σᾶς παρακαλῶ, ἀλλὰ ἂς ἀποκτήσουμε φρόνημα ἄξιο ἐκείνων ποὺ μᾶς δώρησε ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Ἂς μὴν παραδοθοῦμε στὴ μέθη καὶ στὴν πολυφαγία, ἀλλ᾿ ἀφοῦ κατανοήσουμε τὴ γενναιοδωρία τοῦ Κυρίου μας, καὶ ὅτι τίμησε τὸ ἴδιο καὶ τοὺς πλούσιους καὶ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς δούλους καὶ τοὺς ἐλεύθερους, καὶ ἔστειλε σ᾿ ὅλους τὴν ἴδια χάρη, ἂς ἀμείψουμε τὸν εὐεργέτη γιὰ τὴν ἀγάπη του ποὺ δείχνει σ᾿ ἐμᾶς. Καὶ ἀμοιβὴ ἱκανοποιητικὴ εἶναι συμπεριφορὰ ποὺ ἀρέσει σ᾿ Αὐτὸν καὶ ψυχὴ νηφάλια καὶ ἄγρυπνη. Αὐτὴ ἡ ἑορτὴ καὶ πανήγυρη δὲ χρειάζεται χρήματα, οὔτε ἔξοδα, ἀλλὰ διάθεση μόνο καὶ καθαρὴ σκέψη. Τίποτε τὸ ὑλικὸ δὲν μποροῦμε νὰ ὠφεληθοῦμε ἐδῶ, ἀλλ᾿ ὅλα τὰ πνευματικά, τὴν ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τὶς εὐχές τῶν πατέρων, τὶς εὐλογίες τῶν ἱερέων, τὴν κοινωνία τῶν θείων καὶ ἀπόρρητων μυστηρίων, τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ὁμόνοια, καὶ δῶρα πνευματικὰ καὶ ἄξια τῆς γενναιοδωρίας ἐκείνου ποὺ τὰ δωρίζει.
Ἂς ἑορτάσουμε λοιπόν τὴν ἑορτὴ αὐτὴ κατὰ τὴν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος. Γιατὶ ἀναστήθηκε καὶ ἀνέστησε μαζί του τὴν οἰκουμένη. Καὶ αὐτὸς βέβαια ἀναστήθηκε, ἀφοῦ ἔσπασε τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου, ἐμᾶς ὅμως μᾶς ἀνέστησε ἀφοῦ διέλυσε τοὺς σωροὺς τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἁμάρτησε ὁ Ἀδάμ καὶ πέθανε, δὲν ἁμάρτησε ὁ Χριστὸς καὶ πέθανε. Καινούριο καὶ παράδοξο πράγμα. Ἐκεῖνος ἁμάρτησε καὶ πέθανε, αὐτὸς δὲν ἁμάρτησε καὶ πέθανε. Γιὰ ποιὸ λόγο καὶ γιὰ ποιὸ σκοπό; Γιὰ νὰ μπορέσει ἐκεῖνος ποὺ ἁμάρτησε καὶ πέθανε νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου μὲ τὴ βοήθεια ἐκείνου ποὺ δὲν ἁμάρτησε καὶ πέθανε. Ἔτσι γίνεται πολλές φορές καὶ σ᾿ ἐκείνους ποὺ ὀφείλουν χρήματα. Ὀφείλει κάποιος χρήματα σὲ κάποιον καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ἐπιστρέψει, καὶ γι᾿ αὐτὸ φυλακίζεται. Κάποιος ἄλλος ποὺ δὲν ὀφείλει, ἀλλὰ ποὺ μπορεῖ νὰ τὰ ἐπιστρέψει, ἀφοῦ τὰ δώσει ἐλευθερώνει τὸν ὑπεύθυνο. Ἔτσι ἔγινε καὶ στὸν Ἀδάμ καὶ στὸ Χριστό. Χρεωστοῦσε ὁ Ἀδὰμ τὸ θάνατο, καὶ τὸν κρατοῦσε φυλακισμένο ὁ διάβολος. Δὲ χρεωστοῦσε ὁ Χριστός, οὔτε τὸν κρατοῦσε ὁ διάβολος. Ἦρθε καὶ κατέθεσε τὸ θάνατό του γιὰ χάρη τοῦ φυλακισμένου, μὲ σκοπὸ νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου. Εἶδες τὰ κατορθώματα τῆς ἀνάστασης; εἶδες τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου; εἶδες τὸ μέγεθος τῆς φροντίδας του;
Ἂς μὴ γινόμαστε λοιπόν ἀχάριστοι πρὸς αὐτὸν τὸν τόσο μεγάλο εὐεργέτη, οὔτε ἐπειδὴ πέρασε ἡ νηστεία νὰ γίνουμε πιὸ ἀδιάφοροι. Ἀλλὰ τώρα ἂς φροντίζουμε τὴν ψυχή μας περισσότερο ἀπὸ προηγουμένως, γιὰ νὰ μὴ γίνει πιὸ ἀδύνατη, ἐπειδὴ παχαίνει τὸ σῶμα μας, γιὰ νὰ μὴ παραμελοῦμε τὴν οἰκοδέσποινα φροντίζοντας τὴ δούλη. Γιατὶ ποιὸ εἶναι τὸ ὄφειλος, πές μου, νὰ σκάνουμε ἀπὸ τὴν πολυφαγία καὶ νὰ ξεπερνᾶμε τὸ μέτρο; Αὐτὸ καὶ τὸ σῶμα καταστρέφει καὶ τὴν εὐγένεια τῆς ψυχῆς ζημιώνουμε. Ἀλλὰ ἂς μᾶς ἱκανοποιοῦν τὰ λίγα καὶ τὰ ἀπαραίτητα, γιὰ νὰ ξεπληρώσουμε ἐκεῖνο ποὺ πρέπει καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα, γιὰ νὰ μὴ σκορπίσουμε ἀμέσως ἐκεῖνα ποὺ συγκεντρώσαμε ἀπὸ τὴ νηστεία. Μήπως λοιπὸν σᾶς ἐμποδίζω νὰ ἀπολαμβάνετε τὰ φαγητὰ καὶ νὰ διασκεδάζετε; Δέν ἐμποδίζω αὐτά, ἀλλὰ συμβουλεύω νὰ γίνονται τὰ ἀπαραίτητα, καὶ νὰ σταματήσουμε τὴν πολλὴ διασκέδαση καὶ νὰ μὴ καταστρέφουμε τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς μας ξεπερνώντας τὸ μέτρο. Γιατὶ ἐκεῖνος ποὺ ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τῆς ἀνάγκης δὲ θὰ ἀπολαύσει καμιὰ εὐχαρίστηση, καὶ τὸ γνωρίζουν αὐτὸ πολὺ καλὰ ἐκεῖνοι ποὺ τὸ δοκίμασαν, ἀφοῦ προξενοῦν ἀπὸ αὐτὸ πολλές ἀρρώστιες στὸν ἑαυτό τους καὶ ὑποφέρουν πολλές στενοχώριες. Ἀλλὰ τὸ ὅτι θὰ ὑπακούσετε στὶς παραινέσεις μου, δὲν ἀμφιβάλλω, γιατὶ γνωρίζω πόσο ὑπάκουοι εἶστε.

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015


Γιά νά ζήσουμε τίς γιορτές
- Γέροντα, πῶς μπορεῖ νά ζήση κανείς πνευματικά τίς γιορτές;
- Τίς γιορτές γιά νά τίς ζήσουμε, πρέπει νά ἔχουμε τόν νοῦ μας στίς ἅγιες ἡμέρες καί ὄχι στίς δουλειές πού ἔχουμε νά κάνουμε γιά τίς ἅγιες ἡμέρες. Νά σκεφτώμαστε τά γεγονότα τῆς κάθε ἅγιας ἡμέρας (Χριστούγεννα, Θεοφάνεια, Πάσχα κ.λπ.) καί νά λέμε τήν εὐχή δοξολογώντας τόν Θεό. Ἔτσι θά γιορτάζουμε μέ πολλή εὐλάβεια κάθε γιορτή.
Οἱ κοσμικοί ζητοῦν νά καταλάβουν τά Χριστούγεννα μέ τό χοιρινό, τό Πάσχα μέ τό ἀρνί, τίς Ἀποκριές μέ τό κομφετί. Οἱ ἀληθινοί μοναχοί ὅμως κάθε μέρα ζοῦν τά θεῖα γεγονότα καί ἀγάλλονται συνέχεια. Κάθε ἑβδομάδα ζοῦν τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα. Κάθε Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή ζοῦν τήν Μεγάλη Τετάρτη, τήν Μεγάλη Πέμπτη, τήν Μεγάλη Παρασκευή, δηλαδή τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ, καί κάθε Κυριακή τό Πάσχα, τήν Ἀνάσταση. Τί, θά πρέπη νά ἔρθη ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα, γιά νά θυμηθῆ κανείς τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ;
Πρέπει νά ἔρθη τό Πάσχα μέ τό ἀρνί, γιά νά καταλάβω τό «Χριστός ἀνέστη» σάν τούς κοσμικούς; Ὁ Χριστός τί εἶπε; «Ἕτοιμοι γίνεσθε» εἶπε. Δέν εἶπε, «ἑτοιμασθῆτε τώρα!» Ἀπό τήν στιγμή πού λέει ὁ Χριστός, «ἕτοιμοι γίνεσθε», πρέπει ὁ ἄνθρωπος, καί ἰδίως ὁ μοναχός, νά εἶναι ἕτοιμος συνέχεια. Νά μελετάη καί νά ζῆ τά θεῖα γεγονότα συνέχεια. Ὅταν κανείς μελετάη τά γεγονότα τῆς κάθε γιορτῆς, φυσιολογικά θά συγκινηθῆ καί μέ ἰδιαίτερη εὐλάβεια θά προσευχηθῆ. Ἔπειτα στίς Ἀκολουθίες ὁ νοῦς νά εἶναι στά γεγονότα πού γιορτάζουμε καί μέ εὐλάβεια νά παρακολουθοῦμε τά τροπάρια πού ψάλλονται. Ὅταν ὁ νοῦς εἶναι στά θεῖα νοήματα, ζῆ τά γεγονότα ὁ ἄνθρωπος, καί ἔτσι ἀλλοιώνεται.
Στήν γιορτή, γιά νά νιώση κανείς τό γεγονός, δέν πρέπει νά δουλεύη. Τήν Μεγάλη Παρασκευή λ.χ., ἐάν θέλη νά νιώση κάτι, δέν πρέπει νά κάνη τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό προσευχή. Στόν κόσμο οἱ καημένοι οἱ κοσμικοί τήν Μεγάλη Ἐβδοβάδα ἔχουν δουλειές. Μεγάλη Παρασκευή νά δίνουν εὐχές: «Χρόνια πολλά! Νά ζήσετε! Μέ μία νύφη!»… Δέν κάνει!
Ἐγώ τήν Μεγάλη Παρασκευή κλείνομαι στό Καλύβι. Ὅπως καί μετά τό Ἀγγελικό Σχῆμα ἡ ἑβδομάδα τῆς ἡσυχίας πού ἀκολουθεῖ βοηθάει, γιατί ποτίζει ἡ θεία Χάρις τήν ψυχή καί καταλαβαίνει ὁ μεγαλόσχημος τί ἔγινε, ἔτσι καί στίς γιορτές ἡ ἡσυχία πολύ βοηθάει.
Μᾶς δίνεται περισσότερη εὐκαιρία νά ξεκουρασθοῦμε λίγο, νά μελετήσουμε καί νά προσευχηθοῦμε. Θά ἔρθη ἕνας καλός λογισμός, θά ἐξετάσουμε τόν ἑαυτό μας, θά ποῦμε λίγο τήν εὐχή καί θά νιώσουμε ἔτσι κάτι ἀπό τό θεῖο γεγονός τῆς ἡμέρας. 

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Κυριακή, 12 Απριλίου 2015


Τά κατσικάκια τώρα τήν ἄνοιξη

Ἀντί ἄλλης Πασχάλιας εὐχῆς θά σᾶς μεταφέρω τά χαρμόσυνα ἀναστάσιμα βιώματα τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Πορφυρίου, ὅπως τά ἔζησα μιά Τρίτη Διακαινησίμου στό κελλάκι του.
Μετά τήν καρδιολογική ἐξέταση καί τό συνηθισμένο καρδιογράφημα, μέ παρεκάλεσε νά μή φύγω. Κάθησα στό σκαμνάκι κοντά στό κρεββάτι του. Ἔλαμπε ἀπό χαρά τό πρόσωπό του. Μέ ρώτησε:
– Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν…»;
– Ναί, γέροντα, τό ξέρω.
– Πές το.
Ἄρχισα γρήγορα-γρήγορα:
«Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν˙ καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν πατέρων Θεόν καί ὑπερένδοξον».
– Τό κατάλαβες;
– Ἀσφαλῶς τό κατάλαβα.
Νόμισα πώς μέ ρωτάει γιά τήν ἑρμηνεία του. Ἔκανε μία ἀπότομη κίνηση τοῦ χεριοῦ του καί μοῦ εἶπε:
– Τίποτε δέν κατάλαβες, βρέ Γιωργάκη! Ἐσύ τό εἶπες σάν βιαστικός ψάλτης… Ἄκου τί φοβερά πράγματα λέει αὐτό τό τροπάριο: Ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του δέν μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα ποτάμι, ἀπό ἕνα ρῆγμα γῆς, ἀπό μιά διώρυγα, ἀπό μιά λίμνη ἤ ἀπό τήν Ἐρυθρά Θάλασσα. Μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα χάος, ἀπό μία ἄβυσσο, πού ἦταν ἀδύνατο νά τήν περάσει ὁ ἄνθρωπος μόνος. Αἰῶνες περίμενε ὁ κόσμος αὐτό τό Πάσχα, αὐτό τό πέρασμα. Ὁ Χριστός μᾶς πέρασε ἀπό τόν θάνατο στή ζωή. Γι᾽ αὐτό σήμερα «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾅδου τήν καθαίρεσιν». Χάθηκε ὁ θάνατος. Τό κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε τήν «ἀπαρχή» τῆς «ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου», τῆς ζωῆς κοντά Του.
Μίλαγε μέ ἐνθουσιασμό καί βεβαιότητα. Συγκινήθηκε.
Σιώπησε γιά λίγο καί συνέχισε πιό δυνατά:
– Τώρα δέν ὑπάρχει χάος, θάνατος, νέκρωση, Ἅδης. Τώρα ὅλα εἶναι χαρά, χάρις στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀναστήθηκε μαζί Του ἡ ἀνθρώπινη φύση. Τώρα μποροῦμε κι ἐμεῖς νά ἀναστηθοῦμε, νά ζήσουμε αἰώνια κοντά Του… Τί εὐτυχία ἡ Ἀνάσταση!
«Καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον». Ἒχεις δεῖ τά κατσικάκια τώρα τήν ἄνοιξη νά χοροπηδοῦν πάνω στό γρασίδι; Νά τρῶνε λίγο ἀπό τή μάνα τους καί νά χοροπηδοῦν ξανά; Αὐτό εἶναι τό σκίρτημα, τό χοροπήδημα. Ἔτσι ἔπρεπε κι ἐμεῖς νά χοροπηδοῦμε ἀπό χαρά ἀνείπωτη γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας καί τήν δική μας.
Διέκοψε καί πάλι τόν λόγο του. Ἀνέπνεα μιά εὐφρόσυνη ἀτμόσφαιρα.
-Μπορῶ νά σοῦ δώσω μιά συμβουλή; συνέχισε. Σέ κάθε θλίψη σου, σέ κάθε ἀποτυχία σου, σέ κάθε πόνο σου, νά συγκεντρώνεσαι μισό λεπτό στόν ἑαυτό σου καί νά λές ἀργά-ἀργά αὐτό τό τροπάριο. Θά βλέπεις ὅτι τό μεγαλύτερο πρᾶγμα στή ζωή σου -καί στή ζωή τοῦ κόσμου ὅλου- ἔγινε. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ σωτηρία μας. Καί θα συνειδητοποιεῖς ὅτι ἡ ἀναποδιά πού σοῦ συμβαίνει εἶναι πολύ μικρή γιά νά χαλάσει τήν διάθεσή σου.
Μοῦ ᾽σφιξε τό χέρι, λέγοντας:
-Σοῦ εὔχομαι νά «σκιρτᾶς» ἀπό χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου τό χάος ἀπό τό ὁποῖο μᾶς πέρασε ὁ Ἀναστάς Κύριος, «ὁ μόνος εὐλογητός τῶν Πατέρων». Ψάλλε τώρα καί τό «Χριστός Ἀνέστη»…

Γεώργιος Παπαζάχος

Σάββατο, 11 Απριλίου 2015


Περὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως

Ἀνάσταση λοιπὸν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δική μας ἀνάσταση τῶν κάτω κειμένων. Γιατί πῶς θὰ ἀναστηθεῖ αὐτὸς ποὺ ποτὲ δὲν ἔπεσε σὲ ἁμαρτία, καθὼς εἶναι γραμμένο, μήτε ἀλλοιώθηκε στὸ ἐλάχιστο ἡ δόξα του; Ἢ πῶς θὰ δοξασθεῖ ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ὑπερδεδοξασμένος καὶ ἐξουσιάζει τὰ σύμπαντα;
Ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ, καθὼς εἴπαμε, εἶναι ἡ δική μας δόξα. Ἀφ᾿ ὅτου δηλαδή ἐκεῖνος οἰκειοποιήθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση, ὅσα ἐνεργεῖ σ᾿ ἐμᾶς τὰ ἐπιγράφει στὸν ἑαυτό του. Ἡ ἀνάσταση λοιπὸν τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἕνωσή της μὲ τὴ ζωή. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ νεκρὸ σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει, ἂν δὲ δεχθεῖ μέσα του τὴ ζωντανὴ ψυχὴ καὶ δὲ σμίξει ἄμικτα μ᾿ αὐτήν, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ δὲ μπορεῖ νὰ ζήσει μόνη της, ἂν δὲν ἑνωθεῖ ἀρρήτως κι ἀσυγχύτως μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ ὄντως αἰώνια ζωή. Εἶναι δηλαδή νεκρὴ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐν γνώσει καὶ ὀράσει καὶ αἰσθήσει ἕνωσή της μὲ τὸν Χριστό, κι ἂς εἶναι νοερὴ κι ἀθάνατη ἀπὸ τὴ φύση της.
Οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους πιστεύουν στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, πολὺ λίγοι ὅμως εἶναι αὐτοὶ ποὺ τὴν βλέπουν καθαρά· κι αὐτοὶ ποὺ δὲν τὴν εἶδαν, δὲν μποροῦν νὰ προσκυνήσουν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Ἅγιο καὶ Κύριο.... Καὶ τὸ ἱερότατο λόγιο, ποὺ καθημερινὰ ἔχουμε στὸ στόμα, δὲν λέει «Ἀνάστασιν Χριστοῦ πιστεύοντες» ἀλλὰ τί; «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν τὸν μόνον ἀναμάρτητον».

Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος