Σάββατο, 23 Μαΐου 2015


Ἡ μέλλουσα Κρίση
- Γέροντα, πῶς θὰ γίνει ἡ μέλλουσα Κρίση;
- Στὴν μέλλουσα Κρίση θὰ ἀποκαλυφθεῖ σὲ μιὰ στιγμὴ ἡ κατάσταση τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ μόνος του καθένας θὰ τραβήξει γιὰ 'κεῖ ποὺ εἶναι. Καθένας θὰ βλέπει σὰν σὲ τηλεόραση τὰ δικά του χάλια καὶ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἄλλου. Θὰ καθρεφτίζει τὸν ἑαυτό του στὸν ἄλλον καὶ θὰ σκύβει τὸ κεφάλι καὶ θὰ πηγαίνει στὴν θέση του.
Δὲν θὰ μπορεῖ λ.χ. νὰ πεῖ μιὰ νύφη ποὺ καθόταν μπροστὰ στὴν πεθερὰ της σταυροπόδι καὶ ἡ πεθερά της μὲ σπασμένο πόδι φρόντιζε τὸ ἐγγονάκι: «γιατί, Χριστέ μου, βάζεις τὴν πεθερά μου στὸν Παράδεισο κι ἐμένα δὲν μὲ βάζεις;», ἐπειδὴ θὰ ἔρχεται μπροστά της ἐκείνη ἡ σκηνή. Θὰ θυμᾶται τὴν πεθερά της ποὺ στεκόταν ὄρθια μὲ σπασμένο πόδι καὶ φρόντιζε τὸ ἐγγονάκι της καὶ δὲν θὰ ἔχει μοῦτρα νὰ πάει στὸν Παράδεισο, ἀλλὰ οὔτε καὶ θὰ χωράει στὸν Παράδεισο.
Ἢ οἱ μοναχοὶ θὰ βλέπουν τί δυσκολίες, τί δοκιμασίες εἶχαν οἱ κοσμικοὶ καὶ πῶς τὶς ἀντιμετώπισαν καί, ἂν δὲν ἔχουν ζήσει σωστά, θὰ σκύψουν τὸ κεφάλι καὶ θὰ τραβήξουν μόνοι τους γιὰ ἐκεῖ ποὺ θὰ εἶναι.
Θὰ δοῦν ἐκεῖ οἱ μοναχὲς ποὺ δὲν εὐαρέστησαν στὸν Θεό, ἡρωίδες μάνες ποὺ οὔτε ὑποσχέσεις ἔδωσαν, οὔτε τὶς εὐλογίες καὶ τὶς εὐκαιρίες τὶς δικές τους εἶχαν, πῶς ἀγωνίσθηκαν καὶ σὲ τί κατάσταση πνευματικὴ ἔφθασαν, καὶ ἐκεῖνες, καλόγριες, μὲ τί μικροπρέπειες ἀσχολοῦνταν καὶ βασανίζονταν, καὶ θὰ ντρέπονται! 
Ἔτσι μοῦ λέει ὁ λογισμὸς ὅτι θὰ γίνει ἡ Κρίση. Δὲν θὰ πεῖ δηλαδὴ ὁ Χριστός: «ἔλα ἐδῶ ἐσύ, τί ἔκανες;» ἢ «ἐσὺ θὰ πᾶς στὴν κόλαση, ἐσὺ στὸν Παράδεισο», ἀλλὰ ὁ καθένας θὰ συγκρίνει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν ἄλλον καὶ θὰ τραβήξει γιὰ ἐκεῖ ποὺ θὰ εἶναι.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015


Κύριε, δὲν ξέρω
Κύριε, δὲν ξέρω τί νὰ ζητιανέψω ἀπὸ Ἐσένα. Μόνον Ἐσὺ γνωρίζεις τί μοῦ χρειάζεται.
Σὺ μὲ ἀγαπᾶς περισσότερο ἀπὸ ὅσο ἐγὼ ξέρω νὰ ἀγαπῶ τὸν ἑαυτό μου.
Κύριέ μου, δῶσε στὸν δοῦλο Σου ἐκεῖνο ποὺ οὔτε νὰ ζητήσω δὲν μπορῶ.
Δὲν τολμῶ νὰ σοῦ ζητιανέψω οὔτε ἀπαλλαγὴ ἀπὸ πάθη, οὔτε ἀρετές, οὔτε ἀπόλαυση χάριτος, παρὰ μόνο στέκομαι μπροστά Σου μὲ τὴν καρδιά μου ἀνοιχτὴ ἀπέναντί Σου.
Σὺ βλέπεις τὶς ἀνάγκες ποὺ ἐγὼ δὲν βλέπω, κοίταξέ με καὶ πράξε κατὰ τὸ ἔλεός Σου. Χτύπησε καὶ θεράπευσε, ρίξε με καὶ ἀνύψωσέ με. Πάλλομαι καὶ σιωπῶ μπροστὰ στὴν ἅγια θέλησή Σου καὶ μπροστὰ στὶς κρίσεις Σου γιὰ μένα.
Προσφέρω τὸν ἑαυτό μου ὡς θυσία πρὸς Ἐσένα. Δὲν ὑπάρχει μέσα μου ἄλλη ἐπιθυμία παρὰ μόνο νὰ ἐκπληρώσω τὸ θέλημά Σου.
Μάθε με νὰ προσεύχομαι. Ἔλα Ἐσὺ ὁ Ἴδιος μέσα μου νὰ προσεύχεσαι. Ἀμήν.

Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015


Διαβάζοντας Παπαδιαμάντη
Διαβάζοντας κανεὶς τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη ἔχει τὴν αἴσθηση πὼς βρίσκεται ἐδῶ καὶ κάπου ἀλλοῦ ταυτόχρονα. Πὼς βρίσκεται ἐδῶ, στὰ πάθια καὶ τοὺς καϋμοὺς τοῦ κόσμου καὶ συγχρόνως στὰ Ρόδινα ἀκρογιάλια τῆς Θείας Βασιλείας. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι γνήσιον τέκνον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Καὶ ὅλα μέσα σ᾿ αὐτὴν εἶναι θεανθρώπινα.
Καὶ ζῶντας μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν θεανθρώπινη διάσταση τῆς Ἐκκλησίας ὁ κὺρ-Ἀλέξανδρος, μεταξύ της ἀνθρώπινης ἀδυναμίας καὶ τῆς Πηγῆς τῆς Παντοδυναμίας σχοινοβατοῦσε κι ἀγωνιζότανε. Ἄφηνε τὴν ὀντότητά του στὴν Ἀγκάλη τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴ στοργὴ τῆς Παναγίας, ποὺ Τοὺς ὑπεραγαποῦσε. Ὑμνοῦσε «μετὰ λατρείας τὸν Χριστό του».
Ἐπόνεσεν ἀμέτρητα στὴ ζωή του. Πέρασε φτώχεια σὰν ἀσκητής, μὰ ἔμεινε στὴν ἔντιμη πενία του, ὅπως ἔγραψε κάποτε στὸν ἱερέα πατέρα του, καὶ εἶχε τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Πέρασε μοναξιὰ καὶ δυσκολίες «σὰν σκοτεινὸ καὶ ἄμοιρο τρυγόνι». Κατέφευγεν ὅμως στὴν ἁγία Ἐκκλησιά, ἐκεῖ ποὺ «τὸ χελιδόνι ηὖρε φωλιὰ καὶ τὸ τρυγόνι σκέπη».
Δὲν ἔγινε ὁ ἴδιος ἱερέας, μὰ ἱερουργοῦσε μὲ τὰ ἀθάνατα γραφτά του τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Καὶ πόσους δὲν ὠφέλησε καὶ ὠφελεῖ.
Λένε πὼς κάποια φορὰ ἀπελπισμένος ἐπῆγε νὰ ἐξομολογηθεῖ (πίστευε στὴν Ἐξομολόγηση). Καὶ εἶπε στὸν παπὰ πὼς δυσκολεύεται καὶ ὑποφέρει πολύ. Καὶ ὁ παπάς, χωρὶς νὰ τὸν ξέρει, ἀφοῦ τὸν παρηγόρησε δεόντως, τοῦ συνέστησε νὰ διαβάζει τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη.
Ἀναφέρει ὁ Μικρασιάτης λογοτέχνης καὶ μακαριστὸς πλέον Ἠλίας Βενέζης πὼς ἐνῶ εὑρίσκοντο στὰ περίφημα τάγματα ἐργασίας κι ἔμεναν σ᾿ ἕνα σταῦλο κλεισμένοι, βρῆκε κάποιος πεταμένο μέσα ἐκεῖ ἕνα φύλλο ἀπὸ περιοδικὸ καὶ ἄρχισε νὰ τὸ διαβάζει, γιὰ νὰ περνᾶ ἡ ὥρα. Καὶ καθὼς ἐδιάβαζε ἄρχισαν ὅλοι ν' ἀκοῦνε μ᾿ ἐνδιαφέρον. Μαλάκωσαν καὶ γαλήνεψαν οἱ ταλαίπωρες ψυχές τους. Καὶ καθὼς τελείωσε τὸ διάβασμα, ἔβγαλαν ὅλοι ἀνακουφισμένοι μιὰ φωνή: «Ρὲ αὐτὸ ἦταν Εὐαγγέλιο. Λὲς κι εἴμαστε στὴν Ἐκκλησία». Καὶ τί λέτε πὼς ἦταν; Ἕνα κομμάτι ἀπ᾿ τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη «Ὑπὸ τὴν Βασιλικὴν Δρῦν».
Θυμᾶμαι κάποια φορὰ ἦρθε καὶ μὲ βρῆκε στὴν ἐκκλησία ἕνας πολὺ πονεμένος. Ἤθελε νὰ πεθάνει, μοῦ ἔλεγε. Δὲν ἤξερα τί νὰ κάνω. Ἦταν Μεγαλοβδομάδα. Εἶχα μαζί μου τὰ «Πασχαλινὰ Διηγήματα» τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου καὶ σκέφθηκα νὰ ζητήσω κι ἐγὼ μιὰ ἐξυπηρέτηση ἀπὸ τὸν πονεμένο ἀδελφό μας. Τὸν παρακάλεσα νὰ μοῦ διαβάσει, ἂν ἤθελε, ἕνα διήγημα πασχαλινό. Τοῦ εἶπα πὼς ἤμουν πολὺ κουρασμένος, καὶ ἤμουν, καὶ θὰ μὲ ἐξυπηρετοῦσε μ᾿ αὐτό. Κι ὕστερα θὰ μιλάγαμε γιὰ τὰ δικά του. Ἐκεῖνος σάστισε γιὰ λίγο, μὰ ὑποχώρησε στὸ αἴτημά μου καὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει σιγὰ-σιγὰ τὸν «Λαμπριάτικο Ψάλτη». Καὶ διαβάζοντας ἄρχισε λίγο λίγο νὰ συνέρχεται. Ἔβλεπα τὸ πρόσωπό του ν᾿ ἀλλάζει. Ἔλαμπε ἀγάλι ἀγάλι ἡ θωριά του. Διάβασεν ἀρκετά. Καὶ κάποια στιγμὴ ἄρχισε νὰ κλαίει. Ἔσκυψε καὶ μοῦ φίλησε τὸ χέρι. Κι εἶπε μὲ χαρμολύπη: «Παππούλη, τί μοῦ ἔκανες; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ διαβάζω; Γιατί ἔφυγεν ὁ πόνος ἀπὸ μέσα μου κι ἀλάφρωσεν ἡ ψυχή μου;» Κι ἔκλαιγεν, ὅλο ἔκλαιγεν ἀπὸ χαρὰ καὶ θαυμασμό. Τοῦ εἶπα γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸ ἔργο του. «Μὰ τοῦτος εἶναι ἅγιος, ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, σοφός, ποιητὴς μεγάλος, μάγος τοῦ λόγου», μοῦ εἶπε. Καὶ ἔφυγεν ὁ ἄνθρωπος πουλάκι. Ἤθελε νὰ ζήσει.
Αὐτὸς εἶναι ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος. Μιλάει ὅμως μὲ γλύκα καὶ ἀποδοχὴ γιὰ τοὺς ἀρχαίους. Καὶ συναιρεῖ στὸ ἔργο του τὸ διαιώνιο Ἑλληνισμό. Καταγράφει τὴ γλώσσα μας ἀπ᾿ τὶς ἀμμουδιὲς τ᾿ Ὁμήρου μέχρι σήμερα.
Εἶναι λάτρης τοῦ Χριστοῦ καὶ μέγιστος πατριώτης. Καὶ συνάμα ἀγαπᾶ «πάντα τὰ ἔθνη», λέγοντας σὲ κάποιο διήγημά του «πὼς κι ὁ Ἑβραῖος ἔχει ψυχή».
Εὐχαριστοῦμε τὸν Θεό, ποὺ μᾶς ἔδωκε τὸν κυρ-Ἀλέξανδρο. Εὐχαριστοῦμε καὶ τὸν ἴδιο, ποὺ ἀφῆκε σὲ μᾶς «ἄλλο, τὰς βίβλους, στόμα του».

π. Ἀνανίας Κουστένης

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015


Σ' Αὐτόν νά γονατίζεις
Ἕνας ἄνδρας ἀπὸ τὴ Ρόδο συνήθιζε νὰ γονατίζει ἀπὸ σεβασμό, ὅταν ἐπικοινωνοῦσε τηλεφωνικῶς μὲ τὸν Γέροντα. Ἀλλὰ μία μέρα ποὺ τὸν εἶχε πάρει νὰ ζητήσει εὐχὴ γιὰ τὸν ἴδιο καὶ γιὰ τὸ παιδί του, τὸν ἄκουσε νὰ ρωτᾶ:
- Δὲν μοῦ λές, ποιός εἶναι πίσω σου, στὸ δεξιὸ μέρος; Ὃ ἄνθρωπος κοίταξε, ἀλλὰ δὲν εἶδε κάποιον.
- Κανένας, Γέροντα.
- Κανένας, ἔ; Δὲν εἶναι ὁ Κύριος;
Ὁ ἄλλος τότε πρόσεξε. Ὑπῆρχε ὄντως στὸν τοῖχο μία εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἐσταυρωμένου.
- Ναί, Γέροντα, ψέλλισε.
-Ἔ, ἀπ' Αὐτὸν νὰ ζητᾶς τὴν εὐχὴ καὶ τὴν προστασία, καὶ σ' Αὐτὸν νὰ γονατίζεις καὶ νὰ προσεύχεσαι, τοῦ ἀπάντησε ἀπὸ τὸ Δαδὶ ἐκεῖνος, πού, ἐννοεῖται, δὲν ἤξερε τίποτε γιὰ τὸ πῶς συμπεριφέρεται ὁ ἄνθρωπος ἢ γιὰ τὸ πῶς εἶναι διαμορφωμένο τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ σπιτιοῦ του.

Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015


Περὶ ὑπακοῆς
Γνωστός θεολόγος εἶπε στόν π. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο ὅτι δυσκολευόταν νά βρῆ κατάλληλο Γέροντα.
Τότε ὁ π. Ἐπιφάνιος ἀπάντησε:

—Ἀγαπητέ μου, δέν ἔχεις πρόβλημα Γέροντα. Πρόβλημα μέ τόν ἑαυτό σου ἔχεις. Ἄν εἶχες πρόβλημα Γέροντα, θά ἔβγαινες στό δρόμο, θά ἔστριβες δεξιά, θά περπατοῦσες ἑκατό μέτρα, θά ἔστριβες ἀριστερά, θά βάδιζες ἄλλα πενῆντα μέτρα, θά σταματοῦσες καί θά περίμενες ἐκεῖ μέχρι πού νά περνοῦσε ὁ πρῶτος Πνευματικός. Θά τοῦ ἔκανες ἀδιάκριτη ὑπακοή καί δέν θά εἶχες οὔτε πρόβλημα Γέροντα οὔτε πρόβλημα σωτηρίας. Δέν εἶναι τόσο ἀπό ἁγίους Γεροντάδες πού ἔχουμε ἀνάγκη, ὅσο ἀπό ἁγία ὑπακοή. Αὐτή μᾶς λείπει. Μήπως ὅλοι οἱ μεγάλοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν κάποιον ἅγιο Γέροντα; Ὄχι! Αὐτό τό ὁποῖο εἶχαν ἦταν ἡ ἁγία ταπείνωσι καί ἡ ἁγία ὑπακοή. Γι᾽ αὐτό καί ἁγίασαν.

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015


Θὰ δεχθεῖς;
Ἂν πεῖς σὲ κάποιον ποὺ δὲν εἶναι κτίστης, νὰ σοῦ κτίσει σπίτι, θὰ σοῦ εἰπεῖ, χωρὶς νὰ ντραπεῖ, πὼς δὲν μπορεῖ. Ὅσο καὶ νὰ τὸν πιέσεις, δὲν θὰ ὑποχωρήσει! Κανείς, λοιπόν, δὲν φτιάχνει σπίτι, ἂν δὲν ξέρει τὴν τέχνη. Καὶ ὁ γεωργὸς δὲν θὰ ἀποφάσιζε ποτὲ νὰ γίνει καπετάνιος, οὔτε ὁ καπετάνιος στρατηγός, ἔστω καὶ ἂν τοὺς ἀπειλοῦσαν μὲ μυρίους θανάτους! Λόγω ἀκριβῶς τοῦ ὅτι στεροῦνται ἐμπειρίας, φοβοῦνται νὰ ἀναλάβουν τέτοιες εὐθύνες.
Τί λές; Ὅταν θελήσεις νὰ γίνεις ποιμένας ψυχῶν, δὲν θὰ πρέπει πρῶτα νὰ ἐξετάσεις τὸν ἑαυτό σου, νὰ δεῖς ἂν κάνεις; Θὰ δεχθεῖς τὸ ἀξίωμα, καὶ ἂς μὴν ἔχεις ἰδέα ἀπὸ ἐπιμέλεια ψυχῶν; Ἐπειδὴ καὶ μόνο σὲ διατάζει ἢ σὲ ἐκβιάζει ὁ δείνα, γιὰ νὰ μὴν ἔρθεις τάχα σὲ σύγκρουση μαζί του; Ὥστε, λοιπόν, ἐδῶ ποὺ ἡ ζημιὰ εἶναι πνευματική, ὑποχωρεῖς! Ἐπειδὴ τάχα σὲ πιέζουν! 

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Κυριακή, 17 Μαΐου 2015


Ἀνατολὴ καὶ Δύση
Ἡ Δύση εὑρίσκεται στήν σπασμώδη ταραχή, ἐνῶ ἡ Ἀνατολή στήν παραίτηση καί τήν ὑποταγή στό πεπρωμένο.
Δύση συνεχῶς τρώγει ἐκ τοῦ Δένδρου τῆς Γνώσεως καί αἰσθάνεται ὁλοένα καί περισσότερον τήν πείνα διά τήν γνώση, Ἀνατολή κάθεται κάτωθεν τοῦ Δένδρου τῆς ζωῆς, ἀλλὰ δέν μπορεῖ νά φθάση ἕως τόν καρπόν.
Ἡ Δύση ἔχει μανία διά τήν ὀργάνωση. Ἡ Ἀνατολή ἔχει μανία διά τόν ὀργανισμό.
Ἡ Δύση ἀπαύστως τακτοποιεῖ τά ἐξωτερικά πράγματα, ἐνῶ οἱ ἐσωτερικές ἀξίες ἡ μία μετά τήν ἄλλη ἐξαφανίζονται. Ἡ Ἀνατολή ἀπαύστως καλλιεργεῖ τάς ἐσωτερικός ἀξίας, καθώς αἱ ἐξωτερικαί πίπτουν καί χάνονται.
Δύση κτίζει τούς τερατώδεις βαβυλώνιους πύργους, ἀλλἐπειδή οἱ πύργοι αὐτοί κτίζονται ἀπό ἀκατέργαστο πέτρα καί ἐπειδή πάντοτε τείνουν πρός μία πλευρά, ταχέως καταρρέουν· Ἀνατολή ἐν ἰδρώτι κατεργάζεται «πέτρα τήν πέτραν» καί κατάφερε νά κατεργασθεῖ τάς ὡραιοτέρας πέτρας, ὅμως, καθόλου δέν μπορεῖ νά τάς συναρμολόγηση σέ ἕνα οἰκοδόμημα.
Στήν Δύση καλλιεργοῦνται τά πράγματα καί τά πράγματα λάμπουν, καθώς ὁ ἄνθρωπος ὁλοένα καί περισσότερον ἐξαγριώνεται καί σκεπάζεται μέ τό σκότος.
Στήν Ἀνατολή καλλιεργοῦνται μόνον μερικοί ἄνθρωποι καί αὐτοί λάμπουν, καθώς τά πράγματα εἶναι ξεχασμένα στόν ἀγριότοπο καί μεγαλώνουν ἐκεῖ ἐντός τῶν ζιζανίων.
Ἡ Δύση πιστεύει πρωτίστως εἰς τά ἔργα τοῦ ἀνθρώπου, ἔπειτα εἰς τά ἔργα τοῦ Θεοῦ καί τελικῶς εἰς τόν Θεόν Ἡ Ἀνατολή πιστεύει εἰς τόν Θεόν, ἀλλά ἐκμηδενίζει τά ἔργα τοῦ Θεοῦ καί ἀπορρίπτει τά ἔργα τοῦ ἀνθρώπου. Διὰ τοῦτο ἡ Δύση δέν ἔχει τήν ἑνότητα, οὔτε μπορεῖ νά φθάση μέχρι τήν ἑνότητα, διότι ἡ ἑνότητα ὑπάρχει μόνον ἐν Θεῷ• οὕτως ἡ Ἀνατολή ἔχει τήν ἑνότητα ἐσωτερική, ἀλλά δέν θέλει νά τήν ἐφαρμόσει καί στά ἐσωτερικά. Διὰ τοῦτο τόσον συχνά ἡ δραστηριότητα τῆς Δύσεως μετατρέπεται στόν πόλεμο καί τήν εἰρήνη καί τῆς Ἀνατολῆς εἰς τήν παραίτηση καί τήν ὑποταγή στό πεπρωμένο.
Διατί ὅλα γίνονται οὕτω διερωτᾶσαι, παιδί μου;
Ἐπειδή ἡ Δύση δέν μπορεῖ νά δεχθεῖ τόν Χριστόν, καί ἐπειδή ἡ Ἀνατολή δέν μπορεῖ νά δεχθεῖ τόν Ἰησοῦν.
Ἤ ἐπειδή ἡ Δύση ἀνεγνώρισε τόν ἄνθρωπον καί δέν ἀναγνωρίζει τόν Θεόν, ἐνῶ ἡ Ἀνατολή ἀνεγνώρισε τόν Θεόν καί δέν ἀναγνωρίζει τόν ἄνθρωπον.
Διὰ τοῦτο ἡ Δύση εὑρίσκεται στήν σπασμώδη ταραχή καί ἡ Ἀνατολή στήν παραίτηση στό πεπρωμένο. Καθώς ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἁπλώνει καί τά δικά του χέρια, διά νά ἐναγκαλιστεῖ εἰς μίαν ἀγκάλη καί τήν Ἀνατολή καί τήν Δύση, ἀλλά δέν μπορεῖ. Δέν μπορεῖ νά ἐναγκαλιστεῖ τήν Ἀνατολή, λόγω τῆς νιρβάνας, οὔτε τήν Δύση λόγω τῶν ξιφῶν.
Ἰδού ἡ Ἀνατολή καί ἡ Δύση εἶναι στήν ψυχή σου. Ὁ σπασμός καί ἡ παραίτησις εἶναι σπόροι στόν ἴδιο ἀγρό. Τό Δένδρον τῆς Γνώσεως καί τό Δένδρον τῆς Ζωῆς μεγαλώνουν τό ἕνα πλάι εἰς τό ἄλλο. Ἡ Ἀνατολή καί ἡ Δύση συγκρούονται εἰς ἕκαστο ἄνθρωπον. Καί δέν σημαίνουν τήν συγκατοίκησα, ἀλλά τήν σύγκρουσιν. Ἐάν ἡ Ἀνατολή καί ἡ Δύση σήμαιναν τήν συγκατοίκηση καί ὄχι τήν σύγκρουση, στόν ἄνθρωπον θά βασίλευεν ἡ εἰρήνη, ὡς καί εἰς τόν κόσμον τότε εἰς τήν θέση τῆς σπασμώδους ταραχῆς καί τῆς παραιτήσεως στό πεπρωμένο θά ἦσαν ἄλλες δυνάμεις, θετικές καί ἤπιες
Γνώρισε τό Δένδρον τῆς Ζωῆς καί θά θεραπευθεῖς ἀπό τάς ἀσθενείας καί τῆς Δύσεως καί τῆς Ἀνατολῆς.
Καί θά γίνεις ὑγιής καί πλήρης ἄνθρωπος. Ἕνας ὑγιής καί πλήρης ἄνθρωπος εἶναι αἰσιόδοξος.
Τότε ἡ δραστηριότητα καί ἡ πίστη —τά ἀντίθετα τῶν ἐν λόγῳ ἀσθενειῶν— θά ἀνθίσουν στόν σκουπιδότοπο τῆς σπασμώδους ταραχῆς καί τῆς παραιτήσεως στό πεπρωμένο.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015


Ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ
Ἕνας γέροντας εἶπε: «Τά πάθη πού ἔχουμε παρά φύση οἱ ἄνθρωποι, οἱ εἰδωλολάτρες τά θεοποίησαν καί τά προσκυνοῦσαν, ἐνῶ ὅσους δέν ἤθελαν νά τά προσκυνοῦν τούς βασάνιζαν καί τούς σκότωναν καί, χωρίς νά θέλουν, τούς ἔκαναν μάρτυρεςΚαί ἐμεῖς λοιπόν, ἄν ὑποκύπτουμε στά πάθη, δέν διαφέρουμε σέ τίποτε ἀπό τούς εἰδωλολάτρες. 
Ἐκεῖνος, γιά παράδειγμα, πού νικιέται καί ὑποδουλώνεται ἀπό τήν ὀργή καί τόν θυμό καί δέν κόβει ἀπό τόν ἑαυτό του τή μανία αὐτοῦ τοῦ πάθους, ἀρνεῖται τόν Ἰησοῦ, κάνει θεό του τόν Ἄρη καί προσκυνᾶ τό εἴδωλο τῆς ὀργῆς ὅπως καί οἱ εἰδωλολάτρες.
Ἐπίσης καί ὁ φιλάργυρος, ὁ ὁποίος δέν σπλαχνίζεται τόν ἀδελφό του καί δέν συμπονεῖ τόν συνάνθρωπό του, εἶναι εἰδωλολάτρης πού σέβεται τό εἰδωλο τοῦ Ἑρμῆ καί λατρεύει τό δημιούργημα καί ὄχι τόν Δημιουργό. Τό ἴδιο ἰσχύει καί μέ τά ἄλλα πάθη· γιατί ἀπό ὅ,τι ἔχει νικηθεῖ ὁ καθένας, σέ αὐτό καί ὑποδουλώθηκε, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, ὁ ὁποῖος μάλιστα τή φιλαργυρία τήν ὀνόμασε δεύτερη εἰδωλολατρία.

Ὅποιος ὅμως νίκησε αὐτά τά πάθη καί τά ἔδιωξε ἀπό ἐπάνω του, ἤ τουλάχιστο συγκρατεῖ τόν ἑαυτό του ἀπό αὐτά, αὐτός ποδοπάτησε τά εἴδωλα καί ἀρνήθηκε τή λατρεία τῶν δαιμόνων καί ἔγινε μάρτυρας ἀναίμακτος, δίνοντας τήν καλή ὁμολογία».

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015


Τά ἀπαραίτητα
Ὅτι μὲ τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα περνάει κανεὶς ἐξίσου καλὰ ὅπως μὲ τὰ πολλά, δὲν χρειάζονται ἄλλες ἀποδείξεις ἀπὸ τὰ σπίτια τριῶν σπουδαίων ποιητῶν. Τοῦ Τάσου Λειβαδίτη, τοῦ Νίκου Καρούζου καὶ τοῦ Μίλτου Σαχτούρη. Σ' ἕνα μικροαστικὸ διαμέρισμα τῆς γωνίας Ἀχαρνῶν καὶ Ἠπείρου ὁ πρῶτος, σ' ἕνα ἡμιυπόγειο ἑνάμισι δωματίου τῆς ὁδοῦ Σούτσου ὁ δεύτερος καὶ σ' ἕνα δυαράκι τῆς ὁδοῦ Μηθύμνης, ποὺ ἔβλεπε μάλιστα στὸν «ἀκάλυπτο», ὁ τρίτος.
Ὅπως ἀναλογίζεται κανεὶς τὴ ζωή τους, δὲν θὰ συμπέραινε πὼς ὑπῆρξαν ἄνθρωποι δυστυχισμένοι γιατί ἔμεναν σὲ ταπεινά, ταπεινότατα σπίτια.
Ἐπιπλέον στὶς κουβέντες τους δὲν θὰ διέκρινε κανεὶς τὴν ἐλαχιστότερη ἐπιθυμία γιὰ νὰ ἀλλάξει, μετακομίζοντας, ἡ ζωή τους. Ἀντίθετα αἰσθανόσουν τὰ σπίτια αὐτὰ νὰ εἶναι ἡ εὐτυχία τους καὶ ἂν δυστυχήσανε ἦταν γιατί τὸ εἶχαν ἐπιλέξει οἱ ἴδιοι νὰ δυστυχήσουν. Ἔτσι ὥστε μόνο δυστυχεῖς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς χαρακτηρίσει κανείς.
Μὲ σπίτια μάλιστα ποὺ κανεὶς δὲν θὰ ζήλευε νὰ μένει σὲ ἀντίστοιχά τους, θὰ προσθέταμε πὼς εἶχαν ἐπαναστατήσει ὡς συνειδήσεις πολὺ πρὶν ἐκφραστοῦν ἐπαναστατικὰ μὲ τὴν ποίησή τους.
Καροῦζος, μάλιστα, ὅταν θέλησε νὰ τοῦ χαρίσει κάποιος ἕνα ἠλεκτρικὸ ψυγεῖο τὸν ἀποπῆρε λέγοντάς του πὼς: «Δὲν μ' ἐνδιαφέρει ἄνεση, μ' ἐνδιαφέρει νὰ βλέπω τὴν πραγματικότητα τῆς ζωῆς».
Ἐνῶ Ἐλύτης σὲ ὅποιον τὸν ρωτοῦσε «Πῶς βολεύεται σὲ ἕνα διαμέρισμα δυὸ δωματίων» ἀπαντοῦσε: «Μὰ τί νὰ τὰ κάνω τ' ἄλλα δωμάτια, γιὰ νὰ βάλω μέσα μπουφέδες;».
Ἐλύτης συνειδητοποιοῦσε ἀπόλυτα τὴ σημασία τῆς ἐπιλογῆς του καὶ τῶν λόγων του, ποὺ σὲ ἐλεύθερη ἀπόδοση θὰ μποροῦσε νὰ διαβαστοῦν «Ὅταν οἱ μνῆμες τῆς ἐσωτερικῆς περιπέτειας εἶναι συγκλονιστικές, δὲν χρειάζονται τὰ ἀντικείμενα καὶ ἄνεση γιὰ νὰ θυμᾶται κανεὶς ποιὸς ὑπῆρξε ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔζησε πραγματικὰ στὰ γεμάτα».
Στὸν κατάλογο θὰ πρόσθετε κανεὶς καὶ τὸ σπίτι τοῦ Γιάννη Τσαρούχη ποὺ ἀκαταστασία του ὅπως κορυφωνόταν σὲ λόφο, τὸ μετέβαλλε σὲ μίαν ἐκκρεμότητα ποὺ τακτοποίησή της, ὡστόσο, ἀναβαλλόταν συνεχῶς, γιατί δὲν γινόταν μὲ τίποτα στὸν κόσμο νὰ ἀναβληθεῖ ἐκκρεμότης τοῦ ἔργου ποὺ ἔπρεπε νὰ πραγματοποιηθεῖ. Ἡ μιᾶς σκέψης ποὺ ἀπαιτοῦσε πάραυτα νὰ ὁλοκληρωθεῖ, ἡ ἑνὸς φίλου ποὺ ἔπρεπε νὰ τὸν ἀκούσει ὁ ζωγράφος. Θὰ πρόσθετε κανεὶς πὼς ἀφοῦ ἡ ἀκαταστασία αὐτὴ δὲν ἔπνιγε, ἀλλὰ ἀντίθετα βοηθοῦσε ἕναν καλλιτέχνη νὰ ἐργασθεῖ, ὡς πνιγηρὴ θὰ ἔπρεπε νὰ εἰσπράττεται ἡ ὑπογραμμισμένη ὡς πλεονέκτημα ἀποστειρωμένη τάξη ἑνὸς μεγαλοαστικοῦ σπιτιοῦ.
γιὰ νὰ τὸ γράψουμε διαφορετικά, ἀφοῦ τὸ πλαστικὸ τραπεζομάντιλο πάνω στὸ τραπέζι ποὺ ἔγραφε, δὲν ἐμπόδιζε σὲ τίποτα τὸν Σαχτούρη νὰ γράφει τὰ ποιήματά του, πισίνα ποὺ διαθέτει ἀξιωματοῦχος τῆς πολιτικῆς ζωῆς πρέπει νὰ τὸν χαρακτηρίζει ὡς ἐντελῶς ἀκατάλληλο, μᾶλλον ἐπιζήμιο, γιὰ τὸ «ἐπάγγελμά» του.

Θανάσης Νιάρχος

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015


Μπορεῖ ὁ χριστιανός νά κάνει πολιτικό γάμο;
Ἄς ἰδοῦμε, πῶς ἀπάντησε στό ἐρώτημα, ἕνας μεγάλος πολιτικός τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, τό 1930:
«… Ἠμπορεῖ κανείς νά εἶναι Χριστιανός καί νά μή θέλῃ νά κάμῃ ἱεροτελεστία, ἀλλά δέν ἠμπορεῖ νά εἶναι ὀρθόδοξος, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ τόν γάμον μυστήριον. Δέν ἠμπορεῖς, κύριε, νά μοῦ λέγῃς ὅτι εἶσαι χριστιανός ὀρθόδοξος, ἐφ’ ὅσον δέν δέχεσαι τά δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Δέν λέγω, ὅτι εἶσαι ὑποχρεωμένος νά κάμῃς δήλωσιν ἐνώπιον τοῦ ληξιάρχου, ὅτι εἶσαι χριστιανός ὀρθόδοξος, ἀλλἀφἧς στιγμῆς ὁμολογεῖς σαυτόν ὀρθόδοξον χριστιανόν, ὀφείλεις νά τελέσῃς τό μυστήριον τοῦ γάμου, διότι ἄλλως δέν ἀνήκεις πραγματικῶς εἰς τό ποίμνιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀλλά νά μή μοῦ λέγῃ κανείς ὅτι θέλει καί ὀρθόδοξος χριστιανός νά εἶναι, ἀλλά νά μή κάμῃ τόν γάμον μέ ἱεροτελεστία […].
Ἐνῶ εἶμαι πλήρως σύμφωνος ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, λέγω μόνον εἰς τόν πολίτην νά εἶναι καί αὐτός εἰλικρινής. Τοῦ λέγω: Θέλεις τήν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεώς σου; Τήν ἔχεις. Ἀλλά μή μοῦ λέγῃς ὅτι εἶσαι χριστιανός ὀρθόδοξος, ἐφ’ ὅσον δέν ἀναγνωρίζεις καί τά δόγματα καί τά μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας!»

Ἐλευθέριος Βενιζέλος

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015


Καποδίστριας
Πολλοί ἔχουν πεῖ πώς ὁ Καποδίστριας ἦταν ἕνας Εὐρωπαϊστής, ἕνας ἄνθρωπος πού «ἤθελε νά μετατρέψει τούς Ρωμηούς σέ Ἕλληνες», ἰσχύει ὅμως κάτι τέτοιο;
Τό 1819 γράφει στόν πατέρα του: «Εἶναι ἔργον μοναδικόν τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ καί τῶν θαυματουργῶν Ἁγίων πού ἀναξίως ἐπεκαλέσθην μέ δάκρυα εἰλικρινοῦς καρδίας καί ἀφοσιωμένης», προσθέτοντας τήν φράση: «Πίπτων εἰς τούς πόδας τοῦ Θαυματουργοῦ Ἁγίου μας καί τῆς Ἀειπαρθένου Πλατυτέρας (=Θεοτόκου)». Εἶναι ἔκδηλη ἡ ἡσυχαστική του συνείδηση σέ ἕνα ἰδιωτικό γράμμα πού τοῦ ἐπιτρέπει νά ἀποκαλύψει τά μύχια της καρδιᾶς του. Εἶναι δέ γεγονός ὅτι ἔβλεπε τήν ἱστορική ὕπαρξη τοῦ Γένους ζυμωμένη μέ τήν πίστη.
Γράφει σέ ἄλλη περίπτωση: «Ἡ Χριστιανική Θρησκεία ἐσυντήρησεν εἰς τούς Ἕλληνας καί γλώσσα καί πατρίδα καί ἀρχαίας ἐνδόξους ἀναμνήσεις καί ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτούς τήν πολιτικήν ὕπαρξιν τῆς ὁποίας εἶναι στύλος καί ἑδραίωμα». Συνδύαζε δηλαδή ὁ Καποδίστριας τήν ἀνάσταση καί τήν ἱστορική συνέχεια τοῦ Ἔθνους, ὄχι μέ τήν Εὐρώπη καί τήν ὁποιαδήποτε βοήθειά της, ἀλλά μέ τήν παράδοση τοῦ γένους καί τά πνευματικά ἀποθέματά του. Ἀνάλογα θά δηλώσει καί στόν J. B. Georges Bory de Saint Vincent: «Πρῶτα εἶμαι Ἕλληνας... γιατί γεννήθηκα σέ αὐτή τήν χώρα... Εἶμαι Ἕλληνας ἀπό πατέρα καί μητέρα. Εἶμαι μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ πού μοῦ ἀνέθεσε τήν κυβέρνησιν αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ... Εἶμαι Ἕλληνας ἐκ γενετῆς, ἀπό καθαρή ἀγάπη, ἀπό αἴσθημα, ἀπό καθῆκον καί ἀπό Θρησκεία».
Ἡ ἀποστασιοποίησή του ἀπό τό φράγκικο περιβάλλον τῆς γενέτειράς του εἶναι τόσο ἐμφανής τό 1815 ὥστε νά δικαιώνεται ὁ χαρακτηρισμός του ἀπό τόν Π. Χριστόπουλο ὡς «ταξικοῦ ἀποστάτου». Παρατηρεῖ ὁ Καποδίστριας: «Ἡ ἑνετική πολιτεία ἐκυβέρνα τάς Ἰονίους νήσους μέ τό σύστημα τῆς διαφθορᾶς. Οἱ Ἀντιπρόσωποι ἐκλέγοντο ἐκ τῆς κλάσεως (=τάξεως) τῶν εὐγενῶν ἀρχόντων ἥτις ἦτο ἡ εὐκαταφρονεστέρα καί ἡ μᾶλλον διεφθαρμένη δί’ ἀνηθικότητα καί ἐλεεινότητα... Ἡ πολιτεία τῆς Βενετίας ἐφοβεῖτο τό ἔξοχον τῆς φυσικῆς μεγαλοφυΐας τῶν Ἑλλήνων καί ἐπροσπάθει νά τό καταβάλη μέ τήν ἀμάθειαν». Ἦταν εὐγενής στήν καταγωγή, ἀλλά Ρωμηός στήν καρδιά!
Ὁ Καποδίστριας γνώριζε καί τίς ἀρρώστιες τῆς Εὐρώπης, κάτι πού θά τό ἐκφράσει σαφέστερα καί συχνότερα κατά τήν πολιτική του δράση στήν Ἑλλάδα. Στό πρόσωπο τοῦ Μεττερνιχ ἀντιμετώπισε τήν μεσαιωνική Εὐρωπαϊκή τυραννία, πού προσπαθοῦσε νά ἐπιβιώσει. Στό πρόσωπο τοῦ Βοναπάρτη καί τῆς μετεπαναστατικῆς Γαλλίας πολέμησε τήν ἀλλοτριωμένη δημοκρατία πού ὡς ἀστισμός ὑποκατέστησε τήν κληρονομική ὀλιγαρχία μέ τήν οἰκονομική. Αὐτό ἐκφράζει τό 1815: «ἔχομεν ἤδη τήν ἀπόδειξιν τούτου εἰς τάς ταχείας ἐπιτυχίας τῆς κακοηθείας καί τῆς δολιότητος τῶν Γάλλων. Δέν εἶναι εἷς μόνον ἀνήρ, τόν ὁποῖον ἡ Εὐρώπη εἶναι ἀποφασισμένη νά πολεμήσει. Εἶναι μία γενεά ἀνθρώπων χωρίς θρησκείαν, χωρίς τιμήν, χωρίς πατρίδα, χωρίς ἀρχάς, μία γενεά τήν ὁποία πρέπει νά τιμωρήσωμεν καί νά διορθώσωμεν». Διατηρώντας τήν ἀρχαία Ἑλληνική ἀρετή πού διατυπώνει ὁ Πλάτων στήν Ἐπινομίδα του «ὅ,τι περ ἄν Ἕλληνες Βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τοῦτο εἰς τέλος ἀπεργάζονται», προσέλαβε ἐπιλεκτικά στοιχεῖα ἀπό τήν εὐρωπαϊκή πραγματικότητα, ἀλλ’ ὄχι τήν Εὐρώπη στό σύνολό της.
Γι’ αὐτό θά ἐπιδιώκει ἡ νεολαία, πού μέ τήν συνδρομή του σπούδαζε στήν Ἐλβετία, «νά σχηματισθῆ πρῶτον ἑλληνιστί καί ὄχι ἐλβετιστί ἤ γαλλιστί. Ἡ Ἑλλάς πρέπει πρῶτον νά μορφώνη Ἑλληνικῶς τήν ἁπαλήν ψυχήν τῶν τέκνων της. Ἡ δέ Εὐρώπη νά τελειοποιῆ ὕστερον τούς ἤδη ἐσχηματισμένους νέους». Ἡ αἰτία δηλώνεται στήν ἑπόμενη φράση: «Οὕτω τό Ἔθνος φυλάττει τόν ἐθνικόν χαρακτήρα του, δέν νοθεύεται».
Ἄν δέν γνωρίζαμε πώς τό γράμμα ἀνήκει στόν Καποδίστρια, θά μποροῦσε ἀβίαστα νά ἀποδοθεῖ σέ κάποιον ἀπό τούς Κολλυβάδες Πατέρες!

π. Γεώργιος Μεταλληνὸς