Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017


Τὰ πτερόεντα δῶρα

Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως.
Ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ἓν ἄστρον καὶ ἐπὶ τοῦ στέρνου του ἔπαλλε ζωὴ καὶ δύναμις, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξήρχετο πνοὴ θείας γαλήνης. Τὰ τρία ταῦτα δῶρα ἤθελε νὰ μεταδώσῃ εἰς ὅλους ὅσοι προθύμως τὰ δέχονται.
Εἰσῆλθεν ἐν πρώτοις εἰς ἓν ἀρχοντικὸν μέγαρον. Εἶδεν ἐκεῖ τὸ ψεῦδος καὶ τὴν σεμνοτυφίαν, τὴν ἀνίαν καὶ τὸ ἀνωφελὲς τῆς ζωῆς ζωγραφισμένα εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, καὶ ἤκουσε τὰ δύο τεκνία νὰ ψελλίζωσι λέξεις εἰς ἄγνωστον γλῶσσαν. Ὁ Ἄγγελος ἐπῆρε τὰ τρία οὐράνια δῶρά του, καὶ ἔφυγε τρέχων ἐκεῖθεν.
Ἐπῆγεν εἰς τὴν καλύβην πτωχοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀνὴρ ἔλειπεν ὅλην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν ταβέρναν. Ἡ γυνὴ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀποκοιμίσῃ μὲ ὀλίγον ξηρὸν ἄρτον τὰ πέντε τέκνα, βλασφημοῦσα ἅμα τὴν ὥραν ποὺ εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Τὰ μεσάνυχτα ἐπέστρεψεν ὁ σύζυγός της· αὐτὴ τὸν ὕβρισε νευρικὴ μὲ φωνὴν ὀξεῖαν, ἐκεῖνος τὴν ἔδειρε μὲ τὴν ράβδον τὴν ὀζώδη, καὶ μετ᾿ ὀλίγον οἱ δύο ἐπλάγιασαν χωρὶς νὰ κάμουν τὴν προσευχήν των, καὶ ἤρχισαν νὰ ροχαλίζουν μὲ βαρεῖς τόνους. Ἔφυγεν ἐκεῖθεν ὁ Ἄγγελος.
Ἀνέβη εἰς μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ἦσαν ἐκεῖ πολλὰ δωμάτια μὲ τραπέζας, κ᾿ ἐπάνω των ἔκυπτον ἄνθρωποι μετροῦντες ἀδιακόπως χρήματα, παίζοντες μὲ χαρτία. Ὠχροὶ καὶ δυστυχεῖς, ὅλη ἡ ψυχή των ἦτο συγκεντρωμένη εἰς τὴν ἀσχολίαν ταύτην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε τὸ πρόσωπον μὲ τὰς πτέρυγάς του διὰ νὰ μὴ βλέπῃ κ᾿ ἔφυγε δρομαῖος.
Εἰς τὸν δρόμον συνήντησε πολλοὺς ἀνθρώπους, ἄλλους ἐξερχομένους ἀπὸ τὰ καπηλεῖα, οἰνοβαρεῖς, καὶ ἄλλους κατερχομένους ἀπὸ τὰ χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινὰς εἶδε ν᾿ ἀσχημονοῦν, καὶ τινὰς ἤκουσε νὰ βλασφημοῦν τὸν Ἁι-Βασίλην ὡς πταίστην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε μὲ τὰς πτέρυγας τὰ ὦτα, διὰ νὰ μὴν ἀκούῃ, καὶ ἀντιπαρῆλθεν.
Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα!
Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν. Ἐπῆρε τὰ πτερόεντα δῶρά του ― τὸ ἄστρον τὸ προωρισμένον νὰ λάμπῃ εἰς τὰς συνειδήσεις, τὴν αὔραν, τὴν ἱκανὴν διὰ νὰ δροσίζῃ τὰς ψυχάς, καὶ τὴν ζωήν, τὴν πλασμένην διὰ νὰ πάλλῃ εἰς τὰς καρδίας, ἐτάνυσε τὰς πτέρυγας, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίας ἁψῖδας.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017


Ἡ Αἰδὼς καὶ ἡ Δίκη
Τὸ σχολεῖο λοιπὸν κατασκευάζει νέους ἐκπαιδευμένους νὰ ψάλλουν τὸ ἴδιο τροπάρι ποὺ τοὺς ἔμαθαν στὴν ἀγωγὴ τοῦ πολίτη γιὰ τὴν ἀνεκτικότητα, σίγουρα πολὺ «ἀνοιχτοὺς» πρὸς τὸν σύγχρονο κόσμο ‑δηλαδὴ ἐντελῶς ὑποταγμένους στὰ ταμποὺ καὶ τὶς προκαταλήψεις τῆς ἐποχῆς τους- ἀλλὰ στὸ ἔλεος τοῦ χειρότερου δυνατοῦ σκοταδισμοῦ, γιατί ἡ κοινὴ λογικὴ καὶ ἡ ἀκρίβεια ἔχουν ἡττηθεῖ.
Ἡ λατρεία τῆς βραχυπρόθεσμης ἀποδοτικότητας, σὲ συνδυασμὸ μὲ μία καθαρὴ περιφρόνηση γιὰ ὅ,τι δὲν ἔχει πρόσφατη ἡμερομηνία, παντρεύει τοὺς ἰδεολόγους τῆς ἀμνησιακῆς προόδου μὲ τοὺς ἀπαίδευτους μάνατζερ. Αὐτὸς ὁ θεσμός, ποὺ κάποτε ἔφερε τὶς ἐλπίδες χειραφέτησης καὶ ἐλευθερίας ἑνὸς ὁλόκληρου ἔθνους, εἶναι τώρα συνυπεύθυνος γιὰ τὶς ἀποτυχίες τῆς κοινωνίας ποὺ ἤθελε νὰ ἀλλάξει, συνυπεύθυνος γιὰ τὴν ὑποταγὴ στὴν τρέχουσα κατάσταση καὶ τὴν ἀναπαραγωγὴ τῆς κοινωνικῆς ἀνισότητας.
Δὲν τίθεται ζήτημα νὰ γυρίσουμε πίσω στὸ παρελθόν. Οἱ οὐμανιστὲς ποὺ διακήρυσσαν τὸ σεβασμό τους πρὸς τὴ γνώση τῆς ἀρχαιότητας δὲν ζητοῦσαν τὴν ἐπαναφορὰ τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας ἢ τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ἤθελαν νὰ θεμελιώσουν τὸ μέλλον. Καὶ νὰ τὸ θεμελιώσουν πάνω στὴν πλούσια καὶ πλήρη γνώση τοῦ παρελθόντος.
Τὸ νὰ σκεφτοῦμε μία ἀληθινὰ ἀνθρώπινη κοινωνία ἀπαιτεῖ νὰ στοχαστοῦμε τὶς συνθῆκες μὲ τὶς ὁποῖες οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ συνδεθοῦν μεταξύ τους, στὸν κάθετο ἄξονα τῶν γενεῶν καὶ στὸν ὁριζόντιο μίας πολιτικῆς κοινότητας. Στὸν Πρωταγόρα τοῦ Πλάτωνα βρίσκεται ἕνας μύθος, πού, ὅπως ὅλοι οἱ παλιοὶ μύθοι ποὺ ἐπέζησαν στοὺς αἰῶνες, μπορεῖ νὰ μᾶς διαφωτίσει. Λέει ὅτι στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν λάβει τὴ φωτιὰ καὶ τὴν τεχνικὴ ἀπὸ τὸν Προμηθέα, ἐνῶ κατεῖχαν τὸ λόγο, τὴ γλώσσα καὶ τὴ λογική, δὲν μποροῦσαν νὰ ζήσουν σὰν ἄνθρωποι. Εἴτε ἐξοντώνονταν ἀπὸ τὰ ζῶα ἢ συγκεντρώνονταν σὲ πόλεις, ἀλλὰ ἐκεῖ ἀλληλοσκοτώνονταν. Ὁ Δίας τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ αὐτὴ τὴν κατάσταση δίνοντάς τους τὴν Αἰδὼ καί τὴ Δίκη, ἀχώριστες μεταξύ τους, ἀφοῦ ἡ μία δημιουργοῦσε τὸ σεβασμὸ γιὰ τὴν ἄλλη.
Ἡ Αἰδώς, ἡ ἀξιοπρέπεια, ποὺ μεταφράζεται καὶ ὡς σεμνότητα, ντροπὴ ἢ τιμή, ἀνάλογα μὲ τὴν περίσταση, εἶναι μία χαμένη ἀρετή, γιατί εἶναι ἀρετὴ συλλογική, ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ ζωὴ σὲ κοινωνία. Ἡ Αἰδώς εἶναι ἡ ἐνστικτώδης αἴσθηση γιὰ τὸ τί πρέπει νὰ κάνουμε ὥστε νὰ φανοῦμε ἀντάξιοι τοῦ βλέμματος τοῦ ἄλλου. Εἶναι ἡ ἰδέα ὅτι ὁ ἄνθρωπος τρέφεται καὶ ἀπὸ τὸ συλλογικό, τὸ ὁποῖο δὲν τὸν ἀλλοιώνει, ἀλλὰ στερεώνει τὴν ὕπαρξή του. Ἡ ἰδέα ὅτι κάθε ἀνθρώπινη ὁμάδα ὑφίσταται μόνο ἂν λάβει ὑπόψη της καὶ ἀναγνωρίσει συνειδητὰ τὸ χρέος μας πρὸς αὐτὴ τὴ συλλογικότητα, πρὸς αὐτοὺς ποὺ μᾶς περιβάλλουν, αὐτοὺς ποὺ ὑπῆρξαν πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς καὶ αὐτοὺς ποὺ θὰ ἔρθουν μετά. Ἀπίθανα ἀντιδραστικό. Ἀλλὰ καὶ ἀπαραίτητο γιὰ τὴ ζωὴ σὲ κοινωνία, γιὰ κάθε ἀξιοπρεπῆ καὶ δημιουργικὴ ἀνθρώπινη ζωή.
Τὸ νὰ ἐπαναφέρουμε στὴ μόδα τῆς ἐποχῆς μας αὐτὴ τὴν ἀρχαία ἀρετή, τὴν αἰδῶ, νὰ τὴν ξανασκεφτοῦμε σὲ ἕναν σύγχρονο κόσμο ποὺ ἀναγνωρίζει τὴν ἱστορία καὶ τὶς ρίζες του, θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ πρόγραμμα ἑνὸς νέου ἀνθρωπισμοῦ: μία πρόκληση γιὰ τὸν αἰώνα ποὺ ξεκινᾶ, γιὰ τὸ παρὸν τῶν γενεῶν μας καὶ γιὰ ἐκεῖνες ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν.

Νατάσα Πολονὺ

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Γαντζωμένοι σὰν τὰ στρείδια
Στὰ Σεπτεμβριανὰ ὅλες οἱ ἐκκλησίες τῆς Πόλεως καὶ τῶν ὁμόρων Μητροπόλεων ὑπέστησαν δηώσεις, καταστροφὲς καὶ ἱεροσυλίες ἀφάνταστες. Μία, ὅμως, ἐγλύτωσε. Ποιά; Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι στὸ Φερίκιοϊ.
Τὸ τί θὰ συνέβαινε ἐκείνη τὴν φοβερὴ ἀποφράδα νύχτα, στοὺς λεγάμενους (στοὺς τούρκους δηλαδή) ἦταν γνωστὸ ἀπὸ ἡμερῶν πολλῶν. Ἔγινε θέμα συζητήσεως στοὺς θαμῶνες τοῦ ἀπέναντι τοῦ ἱεροῦ ναοῦ καφενείου. Ψιλοκουβεντιάζουν οἱ τοῦρκοι μεταξύ τους. Ἄλλοι ὑπέρ, ἄλλοι κατά. Κάποιος ἐπεμβαίνει.
—Πρέπει νὰ προστατέψουμε τὴν ρωμαίϊκη ἐκκλησία, διότι σ’ αὐτήν, τὸ ξέρετε ὅλοι, εἶναι ἕνας παπὰς ποὺ μᾶς βοηθάει στὶς ἀνάγκες μας, στὶς ἀρρώστιες μας, στὴν ἀνέχειά μας.
—Πάψε, ρέ! Παραμύθια! λένε οἱ φωνασκοῦντες ἀντιτιθέμενοι.
—Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω! Ἀμέσως κιόλας. Δὲν ἔχω οὔτε μία λίρα πάνω μου, ψάξτε με! Θὰ πάω στὸ σπίτι τοῦ παπᾶ καὶ θὰ σᾶς φέρω 500 λίρες!
Πάει, λοιπόν, καὶ χτυπάει τὴν πόρτα. Ζητάει τὰ χρήματα παρακαλώντας, λέγοντας πὼς ἔχει μεγάλη ἀνάγκη, ἄρρωστη γυναίκα καὶ ἄλλα τέτοια. Ὁ παπὰς ἀπαντᾶ:
—Βρὲ παιδί μου, δὲν ἔχω τόσα χρήματα πάνω μου, καὶ μάλιστα τέτοια ὥρα. Θὰ ζητήσω καὶ ἀπὸ τὶς ἀδελφές μου, ὅμως. Περίμενε!
Συγκεντρώνει τὸ ποσὸν καὶ τοῦ τὸ δίδει. Τότε ὁ τοῦρκος τρέχει στὸ καφενεῖο καὶ κρατώντας τὰ χρήματα στὰ χέρια του ψηλὰ καὶ δείχνοντάς τα φωνάζει στοὺς ὁμοφύλους του:
—Βλέπετε, ὅλοι; Αὐτὸς εἶναι ὁ παπάς!
Ἔτσι, λοιπόν, ἐκεῖνο τὸ φρικτὸ βράδυ τοῦ 1955, ὅλοι οἱ τοῦρκοι γείτονες περικύκλωσαν τὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ὅταν ἄρχισαν νὰ ἔρχονται οἱ παρακρατικοὶ τραμποῦκοι καὶ ὁ μαινόμενος ὄχλος μὲ ρόπαλα καὶ μαχαίρια, βρῆκαν τοὺς ὁμοθρήσκους τους νὰ προασπίζονται ἀποφασισμένοι τὸν ἱερὸ ναό· «Θὰ περάσετε πάνω ἀπ’ τὰ πτώματά μας καὶ ὕστερα θὰ πειράξετε τὸν ναὸ καὶ τὸν παπά»!
Τὸ ὄνομα τοῦ ἐφημερίου; Δημήτριος Παπαδόπουλος. «Ἄνους», κατὰ τὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα. Ταπεινὸς καὶ ἀπέριττος, εὐλαβὴς καὶ ἀφανής. Ποιός Δημήτριος; Ὁ κατόπιν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος! Ἀπὸ τοὺς καλυτέρους Πατριάρχας τοῦ 20οῦ αἰῶνος!
Ἂς εἶναι αὐτὰ τὰ ὀλίγα, ταπεινὸ μνημόσυνο γι’ αὐτὸν τὸν ὑπέροχο Πατριάρχη!
Αὐτοὶ οἱ πρεσβύτεροι ἀξίζουν τὸν θαυμασμό μας. Χωρὶς ποίμνιο, χωρὶς «τυχερά», χωρὶς κρατικὴ ἐνίσχυσι, χωρὶς καμμιὰ ἐξουσία (σημειωτέον πὼς ἡ κρατικὴ ἐξουσία ἐκεῖ δὲν ἀναγνωρίζει καθόλου τοὺς κληρικοὺς παρὰ μόνον τοὺς ἐφοροεπιτρόπους τῶν βακουφιῶν, οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ὡς μὴ ὑπάρχοντες), γαντζωμένοι σὰν τὰ στρείδια στὸν βράχο τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, χτυποῦν καμπάνα καὶ μ’ αὐτὴν διαλαλοῦν ὅτι ὑπάρχουν, ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη ζῆ καὶ θὰ ζῆ ἕως ὅτου ἔλθη ὁ Εὐλογημένος. Ἀμήν.

Ἀρχιμανδρίτης Δοσίθεος Κανέλλος

Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017


Ὁ εὐλογημένος Συμεὼν ὁ Μικρασιάτης
Τὸ 1922 ἦρθε ἀπὸ τὴν Μικρασία μὲ τοὺς πρόσφυγες ἕνα ὀρφανὸ Ἑλληνόπουλο, ὀνόματι Συμεών. Ἐγκαταστάθηκε στὸν Πειραιᾶ σὲ μιὰ παραγκούλα καὶ ἐκεῖ μεγάλωσε μόνο του. Εἶχε ἕνα καροτσάκι καὶ ἔκανε τὸν ἀχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Γράμματα δὲν ἤξερε οὔτε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας. Εἶχε τὴν μακαρία ἁπλότητα καὶ πίστη ἁπλὴ καὶ ἀπερίεργη.
Ὅταν ἦρθε σὲ ἡλικία γάμου νυμφεύθηκε, ἔκανε δυὸ παιδιὰ καὶ μετακόμισε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Νίκαια. Κάθε πρωὶ πήγαινε στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ γιὰ νὰ βγάλει τὸ ψωμάκι του. Περνοῦσε ὅμως κάθε μέρα τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἔμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστὰ στὸ τέμπλο, ἔβγαζε τὸ καπελάκι του καὶ ἔλεγε:
«Καλημέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Βοήθησέ με νὰ βγάλω τὸ ψωμάκι μου».
Τὸ βράδυ ποὺ τελείωνε τὴ δουλειά του ξαναπερνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔλεγε:
«Καλησπέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοήθησες καὶ σήμερα».
Καὶ ἔτσι περνοῦσαν τὰ χρόνια τοῦ εὐλογημένου Συμεών.
Περίπου τὸ ἔτος 1950 ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του ἀρρώστησαν ἀπὸ φυματίωση καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ. Ἔμεινε ὁλομόναχος ὁ Συμεὼν καὶ συνέχισε ἀγόγγυστα τὴ δουλειά του ἀλλὰ καὶ δὲν παρέλειπε νὰ περνᾷ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα νὰ καλημερίζει καὶ νὰ καλησπερίζει τὸν Χριστό, ζητώντας τὴν βοήθειά Του καὶ εὐχαριστώντας Τον.
Ὅταν γέρασε ὁ Συμεών, ἀρρώστησε. Μπῆκε στὸ Νοσοκομεῖο καὶ νοσηλεύτηκε περίπου γιὰ ἕνα μῆνα. Μιὰ προϊσταμένη ἀπὸ τὴν Πάτρα τὸν ρώτησε κάποτε:
-Παπποῦ, τόσες μέρες ἐδῶ μέσα δὲν ἦρθε κανεὶς νὰ σὲ δεῖ. Δὲν ἔχεις κανένα δικό σου στὸν κόσμο;
-Ἔρχεται, παιδί μου, κάθε πρωὶ καὶ ἀπόγευμα ὁ Χριστὸς καὶ μὲ παρηγορεῖ.
-Καὶ τί σοῦ λέει, παπποῦ;
-«Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κάνε ὑπομονή».
Ἡ Προϊσταμένη παραξενεύτηκε καὶ κάλεσε τὸν Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, νὰ ἔρθει νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν μήπως πλανήθηκε. Ὁ π. Χριστόδουλος τὸν ἐπισκέφθηκε, τοῦ ἔπιασε κουβέντα, τοῦ ἔκανε τὴν ἐρώτηση τῆς Προϊσταμένης καὶ ὁ Συμεὼν τοῦ ἔδωσε τὴν ἴδια ἀπάντηση.
Τὶς ἴδιες ὧρες πρωὶ καὶ βράδυ, ποὺ ὁ Συμεὼν πήγαινε στὸ ναὸ καὶ χαιρετοῦσε τὸν Χριστό, τώρα καὶ ὁ Χριστὸς χαιρετοῦσε τὸν Συμεών. Τὸν ρώτησε ὁ Πνευματικός:
-Μήπως εἶναι φαντασία σου;
-Ὄχι, πάτερ, δὲν εἶμαι φαντασμένος, ὁ Χριστὸς εἶναι.
-Ἦρθε καὶ σήμερα;
-Ἦρθε.
-Καὶ τί σου εἶπε;
-Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι. Κάνε ὑπομονή, σὲ τρεῖς μέρες θὰ σὲ πάρω κοντά μου πρωῒ-πρωΐ.
Ὁ Πνευματικὸς κάθε μέρα πήγαινε στὸ Νοσοκομεῖο, μιλοῦσε μαζί του καὶ ἔμαθε γιὰ τὴν ζωή του. Κατάλαβε ὅτι πρόκειται περὶ εὐλογημένου ἀνθρώπου. Τὴν τρίτη ἡμέρα πρωῒ-πρωῒ πάλι πῆγε νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν καὶ νὰ διαπιστώσει ἂν θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ πρόρρηση ὅτι θὰ πεθάνει. Πράγματι ἐκεῖ ποὺ κουβέντιαζαν, ὁ Συμεὼν φώναξε ξαφνικά: «Ἦρθε ὁ Χριστός», καὶ ἐκοιμήθη τὸν ὕπνο τοῦ δικαίου.
Αἰωνία του ἡ μνήμη. Ἀμήν.

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο).

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Τῆς δασκάλας τὰ μάγια
Μεγάλο θάμα ἔγινε, εἰς ὅλη τὴ γειτονιά ―καὶ εἰς ὅλο τὸ χωριὸ μάλιστα― ἕνα Σάββατον πρωί, καθὼς ἐπῆγεν ἡ νεαρὰ δασκάλισσα, συνοδευομένη καὶ ἀπὸ τὴν μικρὰν ὑπασπιστίναν της, τὸ Οὐρανιώ, τὸ θυγάτριον τοῦ Παναγῆ τοῦ Κυραντώνη, διὰ ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρταν τοῦ Σχολειοῦ· ἡ μικρὰ ὑπασπίστρια ἐπροπορεύετο κρατοῦσα ἕνα κομψὸν κουτί, καὶ δύο τυλιγμένα ἐργόχειρα, ἔκαμνε χαριτωμένους μορφασμοὺς καὶ τσακίσματα, εἶχε τὴν ξανθὴν πλεξίδα της λοξὰ πρὸς τὸ ἕνα αὐτί, κ᾿ ἦτον ὅλη μειδίαμα καὶ χάρις, ὥστε ἡ μὲν μυτίτσα της ἐγίνετο πλακαρὴ καὶ σχεδὸν ἐξηλείφετο ἀπὸ τοὺς δύο μορφασμοὺς καὶ τ᾿ αὐλακάκια τὰ σχηματιζόμενα ἑκατέρωθεν, ἀπὸ τὸ πτερύγιον τῆς ρινὸς ἕως τὰ κάτω βλέφαρα, καὶ τὰ ματάκια της μισοκλεισμένα ἐτόξευαν ὑγρὸν σπινθῆρα· ἡ δασκάλισσα, χλωμή, μὲ παιδικὸν πρόσωπον, λευκοφορεμένη, καθὼς καὶ ἡ μικρὰ συνοδός της, ἀναδεδεμένη τὸν στέφανον τῆς πλουσίας κόμης της, ἄμεμπτος εἰς τὰ τῆς μόδας· ἀλήθεια, τὰ κορίτσια τοῦ Σχολειοῦ, εἶχαν μάθει καλοὺς πολιτισμένους τρόπους ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς δασκάλες· ἐμάθαιναν γράμματα καὶ χειροτεχνήματα, ἔκαμναν ὡς καὶ γυμναστικήν, ἓν-δύο-τρία, εἰς τὸ προπύλαιον τοῦ Σχολείου· ἡ κόρη τοῦ Ντάκου εἶχε μάθει πῶς νὰ χτενίζῃ τὰ ἀχυρόχροα μαλλιά της, ξέπλεκα, ἁπλωμένα ἐπὶ τῶν νώτων, μέχρι τῆς μέσης, λευκοφοροῦσα ὡσὰν ἀνεράιδα τοῦ βουνοῦ· αἱ παιδίσκαι τοῦ Στόιου καὶ τοῦ Λεγαντῆ εἶχον μάθει μπλὲ μαρέν, καὶ καρρέ, ἀκόμη καὶ τρανσπαράν· καὶ τὸ θυγάτριον τοῦ Σταμάτη τοῦ Μπλατσίνη εἶχε μάθει εἰς ἕνα μονότονον, ἀχρωμάτιστον ἦχον διάφορα ἀνόητα τραγουδάκια· ὅσον ἀφορᾷ τὴν ξανθὴν πλεξίδα λοξὴν πρὸς τὸ αὐτί, ὅλαι σχεδὸν αἱ μαθήτριαι τὴν εἶχον ἀναπετάσει ἐσχάτως· ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ἀπ᾿ ἐκεῖνο τὸ αὐτὶ ἐβγῆκε τὸ μυαλὸ τῆς δασκάλας καὶ τῶν κοριτσιῶν, ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ἐξητμίσθη ἀπὸ τὴν κορυφὴν τῆς κεφαλῆς, διὰ μέσου τῶν ριζῶν ἑκάστης τριχός, καὶ ἄλλοι ἔλεγον ὅτι εἶχε φύγει ἀπ᾿ ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὀροφὴν τοῦ Σχολείου· πλὴν ταῦτα ἦσαν λόγια τῶν γραϊδίων τῆς γειτονιᾶς, τῶν γλωσσαλγῶν, ὁποὺ μεταχειρίζονται τὴν ρόκαν μόνον ὡς συνόδευμα τῶν κινήσεων τῆς γλώσσης, ἢ ἔχουν τὴν κακολογίαν οἱονεὶ ὡς κέλευσμα πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ κόπου τῆς ρόκας.
Ὁ κόσμος θὰ ἐξακολουθῇ πάντοτε νὰ βαδίζῃ ἐμπρός, πότε κούτσα-κούτσα, πότε σήκω-πέσε· μὲ σκιρτήματα μονοπόδαρα, μὲ σκοντάμματα, ἢ μὲ βήματα καρκίνου· καὶ ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ὅσοι ἐγήρασαν, κ᾿ ἐκουράσθησαν, καὶ δὲν δύνανται νὰ παρακολουθήσουν· εἰς ὅσους «ἐπαλαιώθησαν, καὶ ἐχώλαναν ἀπὸ τῶν τρίβων αὑτῶν».

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017


Προσκυνοῦμέν σου τὴν Γένναν Χριστέ

Μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς ὅλου τοῦ κόσμου θὰ κληθοῦμε ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἐκκλησία νὰ προσκυνήσουμε ὡς «παιδίον» εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς ἁγίας Μητρός Του Αὐτὸν ποὺ εἶναι «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος», ὁ «μεγάλης βουλῆς ἄγγελος», ὁ «ἐξουσιαστής», ὁ «ἄρχων τῆς εἰρήνης», ὁ «πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ συμμετέχουν εἰς αὐτὴν τὴν προσκύνησιν. Ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία: «Οἱ ἄγγελοι (προσφέρουν) τὸν ὕμνον, οἱ οὐρανοὶ τὸν ἀστέρα, οἱ μάγοι τὰ δῶρα, οἱ ποιμένες τὸ θαῦμα, ἡ γῆ τὸ σπήλαιον, ἡ ἔρημος τὴν φάτνην» καὶ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων «μητέρα Παρθένον», στὸν νηπιάσαντα Κύριο τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Καὶ τοῦτο, διότι τὸ βρέφος αὐτό, τὸ φαινομενικὰ ἀδύνατο, εἶναι ὁ Παντοκράτωρ, ὁ Λυτρωτής, ὁ Σωτήρ, ὁ Θεάνθρωπος. Θεωροῦντες τὰ πράγματα διὰ τῆς πίστεως γνωρίζομε ὅτι τὸ ἀδύνατο αὐτὸ βρέφος εἶναι ὁ «πρὸ αἰώνων Θεός», ὁ Κύριος τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἱστορίας.
«Μέγα τὸ μυστήριον». Τὸ «μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον», κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό. Δὲν ἔχει προηγούμενο οὔτε μπορεῖ νὰ ἐπαναληφθῇ. Βλέποντες τὴν ἱστορία μὲ τὴν προοπτικὴ αὐτή, μποροῦμε νὰ ἐλπίσουμε ὅτι Αὐτός, ὁ σαρκωθεὶς Θεός, θὰ βοηθήσῃ τὸν λαόν Του νὰ ὑπερβῇ τὴν παροῦσα κρίσι.
Eἶναι πολλὰ τὰ κοινὰ σημεῖα τῆς ἐποχῆς μας μὲ τὴν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία ἐγεννήθη ὁ Χριστὸς ἐπὶ «Καίσαρος Αὐγούστου», «ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας». Καὶ τότε ὑπῆρχε μία μορφὴ παγκοσμιοποιήσεως ἀνάλογη μὲ αὐτὴν ποὺ ἐπιχειρεῖται σήμερα. Ἡ φορολογία ἦταν ἀπάνθρωπη. Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο συνετρίβετο, προκειμένου νὰ ἐπιτευχθοῦν οἱ στόχοι τοῦ Καίσαρος. Εἶναι γνωστοὶ οἱ ἐξανδραποδισμοὶ καὶ τὰ βασανιστήρια ποὺ ὑφίσταντο οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τοὺς τότε δυνάστας. Ἀκόμη εἶναι γνωστὰ τὰ ἔκλυτα ἤθη τῆς τότε κοινωνίας, ἀντίστοιχα πρὸς τὴν φαυλότητα τῶν «θεῶν» ποὺ ἐλάτρευαν οἱ ἄνθρωποι.

Καὶ σήμερα ἡ κρίσις ποὺ ἀντιμετωπίζουμε δὲν εἶναι μόνον οἰκονομικὴ ἀλλὰ καὶ ἠθικὴ καὶ θεολογική. Κρίσις οἰκονομική, διότι ἡ πτωχεία καὶ ἡ ἀνέχεια μαστίζει πολλοὺς ἀδελφούς μας. Κρίσις ἠθική, διότι ὁ πολιτισμός μας ὅλο καὶ περισσότερο ἑδράζεται στὴν φιλαυτία καὶ ὄχι στὴν ἀγάπη.
Κρίσις θεολογική, διότι μεταίρονται ὅρια αἰώνια, τὰ ὁποῖα ἔθεσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες, καὶ ἀντικαθίστανται ἀπὸ ξενόφερτες «θεολογίες». Αὐτὲς οἱ «θεολογίες» ἄδειασαν τὶς Ἐκκλησίες τῆς Εὐρώπης καὶ κινδυνεύουν νὰ ἀδειάσουν καὶ τοὺς δικούς μας Ναούς, ὅπως εἶπε Προτεστάντης θεολόγος, διότι καλλιεργοῦν τὸν ὀρθολογισμὸ καὶ τὸν σκεπτικισμό.
Ὅπως στὸν εὑρισκόμενο «ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου» κόσμο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης «φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς», ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, προσφέροντάς του τὴν λύτρωσι, ἐλπίζουμε ὅτι καὶ στὴν παροῦσα κρίσιμη φάσι τῆς ἱστορίας τοῦ ἔθνους μας ὁ Παντοκράτωρ Κύριος δὲν θὰ μᾶς στερήσῃ τὴν Χάρι Του καὶ τὴν εὐλογία Του καὶ δὲν θὰ ἀφήσῃ νὰ χαθῇ τὸ πολυπαθὲς ἔθνος μας. Ὁ ἅγιος Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου μπορεῖ νὰ ἐπέμβῃ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Μπορεῖ νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ. Σεβόμενος ὅμως τὴν ἐλευθερία μας περιμένει καὶ τὴν δική μας συνέργεια, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν προσευχή μας. Ἐκεῖνος θὰ ἐνεργήσῃ τὴν σωτηρία μας, ἐὰν ἐμεῖς συνεργήσουμε.
Εἶναι πάντοτε ἐπίκαιροι οἱ λόγοι τοῦ μεγάλου Σέρβου Ἱεράρχου, ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, ὁ ὁποῖος τὸ 1929 ἔγραφε: «Μέχρι πότε θὰ διαρκέσει ἡ κρίση; Ὅσο τὸ πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων παραμείνει δίχως ἀλλαγή. Ὥσπου οἱ ὑπερήφανοι ὑπαίτιοι αὐτῆς τῆς κρίσης νὰ παραιτηθοῦν μπροστὰ στὸν Παντοδύναμο. Ὥσπου οἱ ἄνθρωποι καὶ οἱ λαοὶ νὰ θυμηθοῦν, τὴν ἀκαταλαβίστικη λέξη “κρίση”, νὰ τὴ μεταφράζουν στὴ γλώσσα τους, ὥστε μὲ ἀναστεναγμὸ καὶ μετάνοια νὰ φωνάξουν: “ἡ Θεία δίκη”!».
Ὅλος ὁ λαὸς καλούμεθα σὲ μετάνοια καὶ προσευχή, γιὰ νὰ ἐπέμβῃ ὁ Θεός, ὅπως ἔγινε στὴν Νινευΐ. Ἀλλ᾿ ἐὰν δὲν μετανοοῦν καὶ δὲν προσεύχωνται οἱ πολλοί, τοὐλάχιστον ἂς μετανοοῦμε καὶ ἂς προσευχώμεθα οἱ ὀλίγοι πιστοί, καὶ ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς σώσῃ, ὅπως θὰ ἔσωζε τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμμορα, ἐὰν ὑπῆρχαν ἔστω καὶ δέκα δίκαιοι.
Πιστεύουμε ὅτι, ἂν ἔτσι ἐνεργήσουμε, ὁ Φιλάνθρωπος Κύριος, ὄχι μόνο θὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ ὑπερβοῦμε τὴν παροῦσα κρίσι, ἀλλὰ θὰ ἐξαγάγῃ ἀπὸ τὴν πικρίαν τῆς δοκιμασίας αὐτῆς καρποὺς γλυκεῖς καὶ σωτηρίους, ὅπως χαρακτηριστικὰ λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: «Καὶ τοῖς γενομένοις κακοῖς ἀγαθοπρεπῶς κέχρηται πρὸς διόρθωσιν ἡμῶν ὁ Θεός».
Προσκυνοῦμε τὸ Θεῖον Βρέφος μὲ πίστι καὶ ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐπιβλέψῃ εὐμενῶς εἰς τὸν λαόν Του. Εὐλογημένα καὶ Ἅγια Χριστούγεννα!
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017


Χριστὸς γεννᾶται
Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε· Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε. Ἄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ καί, ἵν᾿ ἀμφότερα συνελὼν εἴπω, Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, διὰ τὸν ἐπουράνιον, εἶτα ἐπίγειον.
Κἀγὼ βοήσομαι τῆς ἡμέρας τὴν δύναμιν: Ὁ ἄσαρκος σαρκοῦται. Ὁ Λόγος παχύνεται. Ὁ ἀόρατος ὁρᾶται. Ὁ ἀναφὴς ψηλαφᾶται. Ὁ ἄχρονος ἄρχεται. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας».
Ἓν ἐκ δύο τῶν ἐναντίων, σαρκὸς καὶ Πνεύματος· ὧν τὸ μὲν ἐθέωσε, τὸ δὲ ἐθεώθη. Ὢ τῆς καινῆς μίξεως! ὢ τῆς παραδόξου κράσεως! ὁ ὢν γίνεται καὶ ὁ ἄκτιστος κτίζεται καὶ ὁ ἀχώρητος χωρεῖται, διὰ μέσης ψυχῆς νοερᾶς μεσιτευούσης Θεότητι καὶ σαρκὸς παχύτητι. Καὶ ὁ πλουτίζων πτωχεύει· πτωχεύει γὰρ τὴν ἐμὴν σάρκαν, ἵν᾿ ἐγὼ πλουτήσω τὴν αὐτοῦ Θεότητα. Καὶ ὁ πλήρης κενοῦται· κενοῦται γὰρ τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπὶ μικρόν, ἵν᾿ ἐγὼ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως. Τίς ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Τί τὸ περὶ ἐμὲ τοῦτο μυστήριον; Μετέλαβον τῆς εἰκόνος καὶ οὐκ ἐφύλαξα· μεταλαμβάνει τῆς ἐμῆς σαρκός, ἵνα καὶ τὴν εἰκόνα σώσῃ καὶ τὴν σάρκα ἀθανατίσῃ. Δευτέραν κοινωνεῖ κοινωνίαν, πολὺ τῆς προτέρας παραδοξοτέραν· τότε μὲν τοῦ κρείττονος μετέδωκε, νῦν δὲ μεταλαμβάνει τοῦ χείρονος. Τοῦτο τοῦ προτέρου θεοειδέστερον· τοῦτο τοῖς νοῦν ἔχουσιν ὑψηλότερον.

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Ὁ κὺρ Γιαννακὸς ὁ Σεβίλης
Λέγανε γιὰ τ᾿ Ἀϊβαλὶ πὼς ἔβγαζε τοὺς πιὸ μεγαλόκορμους καὶ τοὺς πιὸ καλοκανωμένους ἄντρες μαζὶ μὲ τὴν Κρήτη. Ἤτανε κι οἱ πιὸ μερακλῆδες στὰ ροῦχα καὶ στὰ φερσίματα. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τοὺς στόλιζε περισσότερο ἤτανε ἡ σεμνότητα κι ἡ εὐσέβεια. Ἔβλεπες παλικάρια θηρία, νὰ στέκουνται στὴν ἐκκλησιὰ μὲ φόβο Θεοῦ, σὰν τὰ μικρὰ τὰ παιδιά. Ἀθῶες ψυχὲς μέσα σὲ κορμιὰ γερά. Καὶ τρία λόγια!
Ὁ πιὸ παλικαρίσιος μαχαλὰς ἤτανε ἡ Κάτω Χώρα. Ἐκεῖ πέρα ἤτανε ἕνα σωρὸ καφενέδες καὶ ταβέρνες, τ᾿ Ἀσημένιου ὁ καφενές, τοῦ Κονταρᾶ, τοῦ Βαγγέλα κι ἄλλοι, οἱ ταβέρνες τοῦ Μπαγιώρη καὶ τοῦ Στριγγάρου. Τὴν Κυριακὴ ἤτανε γεμάτες τέτοιον κόσμο.
Οἱ ταβερνάροι ξεχωρίζανε στὴν παλικαριά, μὰ ἤτανε ἥμεροι στὸ πρόσωπο, γλυκομίλητοι, πλὴν λιγόλογοι καὶ σοβαροί. Νοικοκυραῖοι ἀνθρῶποι, καλοφορεμένοι, μὲ τ᾿ ἄσπρα τὰ πουκάμισα, καλοχτενισμένοι, καλοξουρισμένοι, ἀρχοντικοὶ ἀνθρῶποι. Σὰ νά ῾χανε κάποιο ἀξίωμα. Ἂν τύχαινε νὰ μαλώσουνε τίποτε μουστερῆδες καὶ νὰ τραβήξουνε μαχαίρια, ὁ ταβερνάρης ἔμπαινε στὴ μέση δίχως χειρονομίες καὶ δίχως πολλὰ λόγια καὶ παρευτὺς εἰρηνεύγανε.
Τὸ καλοκαίρι καθόντανε ἀπέξω ἀπὸ τοὺς καφενέδες, καὶ σὰν περνοῦσε κανένας παπάς, βγάζανε τὶς κατσοῦλες τους κι ἀνεσπαζόντανε τὸ χέρι του. Κάθε βράδυ περνοῦσε ὁ Δεσπότης καὶ πήγαινε περίπατο ἴσαμε τὸ Νοσοκομεῖο. Μπροστὰ πήγαινε ὁ καβάης, ὁ Νικόλας ὁ Γιακουπής, καμαρωτός, μὲ τὸ φέσι, μὲ τὰ χρυσὰ τὰ κουμπιά, κι ἀπὸ πίσω ἐρχότανε ὁ Δεσπότης βαστώντας τὸ μπαστούνι μὲ τ᾿ ἀσημένιο τὸ πόμολο, καὶ βλογοῦσε τὸ λαό. Μονομιᾶς σηκωνόντανε ὅλοι ἀπὸ τὶς καρέκλες καὶ στεκόντανε ξεσκούφωτοι, ἴσαμε νὰ περάσει ὁ Δεσπότης.
Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ δεῖς τὸ μπάρμπα Γιαννακὸ τὸ Σεβίλη, γιὰ νὰ πάρεις μίαν ἰδέα γιὰ τοῦτο τὸ γένος ποὺ σοῦ μιλῶ. Ὄχι γιὰ τὴν παλικαριά, γιατὶ ὁ μπάρμπα Γιαννακὸς ἤτανε νοικοκύρης εἰρηνικὸς καὶ περασμένος, ἀλλὰ γιὰ τὸ μεράκι.
Στὸ μπόγι ἤτανε κανονικός, χοντρούτσικος, μορφοκανωμένος, στρογγυλοπρόσωπος, κοκκινομάγουλος, ὁλοένα γελαζούμενος, μ᾿ ὅλο ποὺ τὅνα τὸ μάτι του ἤτανε βλαμμένο. Τὰ χέρια του ἤτανε φουσκωτὰ σὰν δεσποτικά, τὰ ποδάρια του μικροκανωμένα, ὅπως εἶναι στοὺς περισσότερους ἀνατολίτες. Τὰ ροῦχα του σὰν χυτὰ καθόντανε ἀπάνω του, τὰ γιλέκια του, τὰ σαλβάρια του, οἱ κάρτσες του, ὅλα ζωγραφιστά. Στὸ κεφάλι φοροῦσε ἕνα φέσι τουνεζλίδικο ἴδιο μὲ κορῶνα, καὶ γύρω – γύρω τὸ στολίζανε τἄσπρα κατσαρὰ μαλλιά του, σὰ γλάστρα βασιλικός. Τὰ σαλβάρια του ἤτανε μακρυά, ἴσαμε ἀπὸ πάνου ἀπὸ τ᾿ ἀστραγάλι, καὶ τὸ ζουνάρι του μεταξωτὸ ταράμπουλουζ τρία δάχτυλα στενό, ὅπως συνηθίζανε οἱ νοικοκυραῖοι.
Τὸ καλοκαίρι ἔβγαινε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ πάγαινε στὸ παζάρι δίχως σάκκο, πάντα κατακάθαρος, μὲ τὸ πουκάμισο καὶ μὲ τὸ γιλέκι. Ἀπὸ τὴ μία τσέπη τοῦ γιλεκιοῦ του κρεμότανε ἡ χρυσὴ καδένα τοῦ ρολογιοῦ του καὶ στὸ λαιμό του τὸ μαῦρο κορδόνι μὲ τὰ ματογυάλια, ποὺ τά ῾χε στὴν ἀπάνω τσέπη.
Τὸ χειμώνα ἔβαζε μία γούνα ἀκριβῆ, δουλεμένη μὲ πολλὴ ψιλοδουλειά. Φοροῦσε τσουράπια κάτασπρα, καὶ στὰ ποδάρια του ἔβαζε κάτι παπούτσια, τὰ λεγόμενα πάπιες, μὲ πατημένη φτέρνα σὰν παντόφλες. Αὐτὰ τὰ παπούτσια τὰ λέγανε πάπιες, γιατί εἴχανε κάτι μύτες πλατιὲς καὶ στρογγυλὲς σὰν τὴ μύτη τῆς πάπιας, καὶ τὶς φορούσανε οἱ γεροντότεροι κι οἱ καλοὶ – καλοί. Καὶ τὰ βάζανε μὲ πατημένη φτέρνα οἱ μερακλῆδες, ἔτσι τὄχανε μανία, νὰ πατᾶνε στὸ λασπωμένο καλντερίμι τὸ χειμώνα καὶ νὰ μὴ λασπώνονται τὰ τσουράπια.
Ὁ μπάρμπα Γιαννακὸς περπατοῦσε ἀλαφρὰ σὰν παλικαράκι. Τὴν πρωτοχρονιὰ πάγαινε νὰ χαιρετίσει στὸν Ἀπάνω Μαχαλᾶ, πρόφταινε ἀπὸ τὰ Ταμπακαριὰ ἴσαμε τὴν Κάτω Χώρα. Πολλὲς φορὲς τὰ καλντερίμια ἤτανε λασπωμένα καὶ γλυτζερά, μολαταύτα οἱ φτέρνες τοῦ μπάρμπα Γιαννακοῦ ἤτανε κατακάθαρες, μὲ τέτοια προσοχὴ καὶ πιδεξοσύνη περπατοῦσε.
Στὴν τσέπη τοῦ γιλεκιοῦ του εἶχε κι ἕνα κουτάκι στρογγυλὸ ἀσημοπλουμισμένο κι ἔβαζε μέσα τὸν ταμπᾶκο του, εἶχε κι ἕνα ἄλλο κουτάκι τεφαρίκι, στὸ ζουνάρι του, κι εἶχε μέσα ἕνα κομμάτι τεμπεσίρι τὸ λεγόμενο κιμωλία. Σὰ τύχαινε νὰ πιτσιλιστεῖ πουθενὰ ἡ κάρτσα του, ὁ μπάρμπα Γιαννακὸς ἀνεσήκωνε τὸ καλαμοβράκι του, ἔβγαζε τὸ τεμπεσίρι καὶ καλλιγραφοῦσε ὅπου λάχαινε νά ῾ναι πιτσιλισμένο τ᾿ ἄσπρο τὸ τσουράπι του.
Στὸν Ἅγιο Γιώργη ἤτανε ἡ ἐνορία του. Ἤτανε μίαν ἐκκλησιὰ πολὺ μεγάλη κι ἀκριβοχτισμένη στ᾿ ὄνομα τ᾿ Ἅγιου Γιώργη τοῦ Χιοπολίτη ποὺ μαρτύρησε στὸ Ἀϊβαλὶ στὰ 1807, σὲ καιρὸ ποὺ ἤτανε παλικάρι ὁ πατέρας τοῦ μπάρμπα Γιαννακοῦ, κι εἶχε δεῖ μὲ τὰ μάτια του τὸν ἀποκεφαλισμό του.
Ἴσαμε ποὺ γέρασε, ἔψελνε σὲ κείνη τὴν ἐκκλησιά, ἀριστερὸς ψάλτης. Δεξιὸς ἤτανε ἕνας Γιώργης Ρίνας, ὁ λεγόμενος Τρίφτης, ἐπειδὴς ἤτανε βλογιοκομμένος.
Κάνανε μεγάλο πανηγύρι οἱ Ἀϊβαλιῶτες. Ἀποβραδὺς κουβαλούσανε στὸ παζάρι ἕνα ἀγκωνάρι ματωμένο, μία σαρμουσακόπετρα, στὸ μέρος ποὺ μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Γιώργης, κι ὁ κόσμος ἄναβε κεριὰ καὶ τὰ κολλοῦσε σὲ κείνη τὴν πέτρα καὶ στὰ μεγάλα τὰ μανάλια ποὺ τά ῾χε μαστορέψει μὲ πολλὴ τέχνη ὁ Νικόλας ὁ Μπακιρνάκας. Οἱ τοῦρκοι τὰ βλέπανε καὶ δὲ μιλούσανε.
Ἀνήμερα, γινότανε ἡ λειτουργία μὲ μεγάλη κατάνυξη, δὲν ἀπόμνησκε σὲ σπίτι κανένας, μηδὲ μικρὸς μηδὲ μεγάλος, μόνε γέμιζε κείνη ἡ μεγάλη ἐκκλησιὰ ἀπὸ μέσα κι ἀπόξω. Ὁ Δεσπότης κι οἱ παπάδες ἤτανε δακρυσμένοι, οἱ γυναῖκες καὶ τὰ μωρὰ κλαίγανε. Κείνη τὴν ἡμέρα, ἀπὸ τὶς ἕντεκα ἐκκλησιὲς πού ῾χε τ᾿ Ἀϊβαλί, μαζευόντανε στὸν Ἅγιο Γιώργη ὅλοι οἱ παπάδες κι οἱ ψαλτάδες. Ἐκειπέρα ἔβλεπες ἑλληνισμὸ καὶ χριστιανωσύνη! Ἐκειπέρα ἀνετρίχιαζε κι ὁ πιὸ ἀναίσθητος ἄνθρωπος, κι ὅποιος ἤθελε νὰ κλάψει, ἐκειπέρα ἔπρεπε νὰ βρεθεῖ. Νὰ κλάψει καὶ μαζὶ ν᾿ ἀναγαλλιάσει, ὅπως θωροῦσε κεῖνο τὸ μεγαλεῖο πό ῾χει ἡ ὀρθοδοξία, ἡ κατατρεγμένη κι ἡ ματωμένη, κι ἄκουγε εἴκοσι ψαλτάδες καὶ πενήντα κανονάρχους, νὰ ψέλνουνε μία παλικαρίσια ψαλμωδία. Ἀκόμα κι οἱ τοῦρκοι φαινόντανε στεναχωρημένοι, γιατὶ ἤτανε καὶ κεῖνοι γεννημένοι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ μάνα, ποὺ μεταδίνει στὰ παιδιά της τὸ πάθος τῆς καρδιᾶς καὶ κείνη τὴ σπλαχνικιὰ ἀθωότητα ποὺ δὲ βρίσκεται σ᾿ ἄλλον τόπο.
Αὐτὰ τὰ πανηγύρια γινόντανε ἀπὸ ἀνθρώπους θλιμμένους, ἀπάνω σὲ μνημούρια ματωμένα. Ἡ ὀρθοδοξία τότες ἤτανε σὰν καὶ κείνη τὴ μάνα τὴ βασανισμένη, ποὺ τὴν πονᾶνε τὰ παιδιά της πιότερο, παρὰ σὰν εἶναι καλοπερασμένη. Ἀγάπη ἀληθινὴ εἶναι μονάχα κείνη ποὖναι πονεμένη ἀγάπη, ἀπάνου σὲ τέτοιαν ἀγάπη θεμελίωσε ὁ Χριστὸς τὴ γλυκιὰ τὴν πίστη του.
Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι βρέχανε τὸ γιατάκι τους μὲ δάκρυα καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιὰ καὶ δοξολογούσανε τὸ Θεὸ π᾿ ἀξίωσε ν᾿ ἁγιάσει ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτωλός, ποὺ ζοῦσε ἴσαμε ψὲς ἀνάμεσά τους, καὶ παράδωσε τὸ κορμί του κουρμπάνι γιὰ τὴν πίστη μας, ὅπως ὁ Χριστὸς παράδωσε τὸ δικό του τὸ κορμὶ γιὰ νὰ μᾶς δείξει τὴν ἀληθινὴ τὴν ἀγάπη.
Τὸν Ἅγιο Γιώργη τὸν τυράγνησε ὁ μπόγιας πολλὲς ὧρες καὶ τὸν ἀποκεφάλισε τὰ μεσάνυχτα στὶς 26 Νοεμβρίου 1807. Κανένας δὲν κοιμήθηκε κείνη τὴ νύχτα, κανένας δὲν ἀνάπαψε τὸ κορμί του, κι οἱ ἀρρῶστοι ἀγρυπνούσανε στὸ γιατάκι τους καὶ κλαίγανε καὶ λέγανε «Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον!». Ἀλλὰ κι ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσα χρόνια, κάθε παραμονή, λιγοστοὶ σφαλούσανε μάτι, κι ὁ καιρὸς ἤτανε πάντα μπουρινιασμένος καὶ κλαμμένος κείνη τὴν ἡμέρα.
Ἀφοῦ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο ἤτανε κατανυχτικὴ κείνη ἡ μέρα, γιὰ τὸν μπάρμπα Γιαννακὸ ἤτανε ἀκόμα παραπάνου. Μ᾿ ὅλο τὸ πλῆθος τοὺς ψαλτάδες, τὰ πιὸ θλιβερὰ τὰ τροπάρια τἄψελνε ὁ μπάρμπα Γιαννακός. Εἶχε γλυκιὰ φωνή, ἤτανε σπινόφωνος, ὅπως λέγανε οἱ ψαλτάδες, κι ἔψελνε μ᾿ ἕνα πάθος καὶ μ᾿ ἕναν τέτοιον ἐνθουσιασμό, ποὺ τὸν συγκλόνιζε ἀπὸ τὰ ριζοκάρδια του.
Μία χρονιά, ἔτυχε νὰ γυρίσει στ᾿ Ἀϊβαλὶ κεῖνες τὶς μέρες ἕνας ὁπλαρχηγὸς Ἀϊβαλιώτης ποὺ πολέμαγε στὴ Μακεδονία καὶ ποὺ τὸν λέγανε καπετὰν Παλαμίδα, πρωτοπαλίκαρο τοῦ καπετὰν Πουλάκη. Ἤτανε ντυμένος μὲ μαῦρον ντουλαμᾶ, ἕνας ἄνθρωπος θεόρατος, μὲ μαύρη γενειάδα, σὰν κόρακας, γιατὶ ἤτανε καλόγερας. Εἶχε φωνὴ βροντερὴ σὰ λιοντάρι, κι εἶπε τὸν Ἀπόστολο ποὺ κουνιόντανε τὰ στασίδια, «ἐγένετο πάσῃ ψυχῇ φόβος». Τὰ λόγια τὰ ῾βγαζε ἀπὸ τὸ στόμα του ἴδια βόλια, σὰ νὰ βάραγε μὲ μία βαριὰ ἀπάνου στ᾿ ἀμόνι: «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀνάγνωσμα. Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν Ἡρώδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαι τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας· ἀνεῖλε δὲ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν Ἰωάννου μαχαίρᾳ». Μαχαίρα! Θάρριες πὼς ἔβλεπες μπροστά σου τὴν ἀκονισμένη μαχαίρα ποὺ ἔκοψε τὸ κεφάλι τ᾿ Ἅγιου Γιώργη.
Σάλπιγγα ἀρχαγγελικὴ ἤτανε ἡ φωνὴ τοῦ καπετὰν Παλαμίδα πό ῾τρεμε ὁ κόσμος. Μὰ τοῦ μπάρμπα Γιαννακοῦ ἡ φωνὴ ἤτανε γλυκιά, πανηγυρικὴ καὶ κελαϊδιστή. Καὶ τὴν πιὸ μεγάλη τέχνη του τὴν ἔβαζε ὁ καημένος σὰν ἔλεγε τὸ τροπάρι τ᾿ Ἅγιου Γιώργη, ποὺ τό ῾χε συνθεμένο ἕνας παπὰς γέρος κι ἁγιασμένος, Κατσαρέλης λεγόμενος:
«Πλυθὺς Κυδωνιέων, ἐν ᾠδαῖς εὐφημήσωμεν, ἡμῶν τὸν πολιοῦχον καὶ τῆς Χίου τὸ βλάστημα, τῆς πίστεως πρόμαχον θερμόν, Γεώργιον ὁπλίτην τὸν στερρόν. Ἐπλάκη γὰρ γενναίως τῷ δυσμενεῖ, καὶ τούτῳ κατηκόντισεν. Ὅθεν ἐν οὐρανοῖς στεφηφορῶν, μάρτυσι συναγάλλεται εἰς ἡμῖν ἐξευμενίζεται τὸν μόνον φιλάνθρωπον».
Στὰ 1922, σὰ γίνηκε ὁ καταραμένος ὁ διωχμός, πέρασε στὰ ἑλληνικὰ τὰ μέρη κι ὁ μπάρμπα Γιαννακός. Ἴσαμε ποὺ πέθανε δὲν ἀλλάξανε μηδὲ τὰ σαλβάρια του, μηδὲ τὸ φέσι του, μηδὲ τὰ τσουράπια του. Μὰ τὸ πιὸ παράξενο εἶναι ποῦ πῆγε καὶ τὰ κονόμησε κεῖνα τὰ παπούτσια, τὶς πάπιες, ποὺ σκανταλίζανε τοὺς παλιοελλαδίτες;
Πέθανε στὴν Ἀθήνα στὰ 1923. Τὸν σκότωσε ἕνα αὐτοκίνητο.
«Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος».

Φώτης Κόντογλου

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017


Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο
Αὐτὲς τὶς ἡμέρες ὁ ὀρθόδοξος χριστιανικὸς κόσμος καλεῖται νὰ γιορτάσει ἢ μᾶλλον νὰ ζήσει ἀληθινὰ τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λυτρώσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ κόσμου ἀπὸ τὰ δεινὰ τῶν κακῶν καὶ τοῦ διαβόλου. Καλεῖται νὰ δεχθεῖ τὸ μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας καὶ νὰ γεμίσει θεία χάρη καὶ εὐλογία.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς καλοῦν νὰ ἀνοίξουμε τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ μελετήσουμε τὸ μεγάλο αὐτὸ μυστήριο, ποὺ κυριολεκτικὰ ἄλλαξε τὴ μορφὴ τοῦ κόσμου.
Ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου; Ὅλη ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων, γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου περιέχεται στὴ φράση τοῦ Μεγ. Ἀθανασίου : «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, ἵνα τὸν ἄνθρωπον δεκτικὸν θεότητος ποιήσῃ». Ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε στὴ γῆ, γιὰ νὰ μᾶς φέρει ἁπλὰ μιὰ νέα διδασκαλία, ἀλλὰ νὰ μεταδώσει σὲ μᾶς τὴ θεία ζωή, τὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Νὰ μᾶς κάνει μετόχους θείας Ζωῆς κατὰ χάρη. Ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεὸς κατὰ χάρη. Αὐτὸ εἶναι τὸ κεντρικὸ καὶ οὐσιῶδες νόημα τῆς μεγάλης αὐτῆς καὶ σημαντικῆς γιορτῆς.
Πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ὁ κόσμος ζοῦσε στὸ σκοτάδι τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς εἰδωλολατρίας μὲ φωτεινὲς ἑξαιρέσεις.
Ἡ ἀπομάκρυνση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν Δημιουργό του εἶχε δυσάρεστες συνέπειες στὴ ζωή του. Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν ἐγκατέλειψε τὸ πλάσμα του. Στὸν κατάλληλο χρόνο στέλνει στὴ γῆ τὸν μονογενῆ του Υἱὸ, γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο. «Ὁ Θεὸς ἐπὶ γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη».
Ὁ ἀόρατος γίνεται ὁρατός, ὁ ἀπρόσιτος προσιτός, ὁ Θεὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Μέγα καὶ παράδοξον τὸ μυστήριον. Ἦλθε στὴ γῆ ὄχι ὅπως αὐτὸς μποροῦσε, ἀλλὰ ὅπως ἐμεῖς μπορούσαμε νὰ τὸν δοῦμε καὶ νὰ τὸν καταλάβουμε. Γι᾿ αὐτὸ ἔγινε ἄνθρωπος μὲ σάρκα γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσει καλύτερα μὲ μᾶς.
Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει χαρακτηριστικὰ : «Πῶς ἔγινε τοῦτο τὸ ἐκπληκτικὸ καὶ ἀξιοθαύμαστο; Ἕνεκα τῆς δικῆς Του ἀγαθότητος καὶ ὅπως ἕνας βασιλέας βγάζει τὴν βασιλικὴ στολὴ καὶ σὰν ἁπλὸς στρατιώτης ρίχνεται στὴ μάχη, γιὰ νὰ μὴ ἀναγνωρισθεῖ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ καὶ ἔτσι πετύχει τὴ νίκη, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς ἦρθε μὲ ἀνθρώπινη μορφή, γιὰ νὰ μὴν ἀναγνωρισθεῖ καὶ ἀποφύγει ὁ ἐχθρός τη σύγκρουση μαζί του, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴ φοβίσει τοὺς ἀνθρώπους, γιατὶ ἦρθε γιὰ νὰ τοὺς σώσει καὶ λυτρώσει».
Τελικὰ μία εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ ἐξήγηση τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διατυπώνει πολὺ καθαρὰ αὐτὴ τὴν ἐξήγηση. «Διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην, ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς», «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη». Μαζὶ μὲ τὸν μεγάλο Ἀπόστολο κάθε πιστὸς βλέπει πίσω ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ καὶ κοσμοσωτήριο γεγονὸς τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου τὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Ἀγάπη ποὺ ἔφθασε μέχρι τὸ Σταυρό.
Περιμένουμε τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς γεννήσεως. Καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀναμένει τὴν ἀνταπόκριση τῆς δικῆς μας ἀγάπης. Μᾶς ἀγάπησε, νὰ τὸν ἀγαπήσουμε καὶ μεῖς. Νὰ τοῦ ἀνοίξουμε τὴν καρδιὰ καὶ τὴ ζωή μας. Νὰ συνδεθοῦμε μαζί του. Εἶναι ἀσφαλῶς ἡ μεγαλύτερη δωρεὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Τὰ φετεινὰ Χριστούγεννα ἂς εἶναι ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς νέας ζωῆς γεμάτη ἀπὸ τὴ Χάρη καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Περὶ τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας
Ἀληθῶς ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἦτο συναίτιον αἴτιον καὶ συνεργὸς καὶ αἰτία καταλήξεως τῆς ἀληθείας, οὐχὶ δὲ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια, ἥτις ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ τὸ τέρμα τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τὸ τέλος καὶ ὁ σκοπὸς τῆς δράσεως αὐτῆς. Ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ ἀνθρώπου ἐναπελείπετο πάντοτε τι κενόν, ὅπερ ἡ φιλοσοφία ἠδυνάτει νὰ πληρώση· ἡ φιλοσοφία οὐ μόνον δὲν ἐγίνετο πληρωτικὴ τοῦ κενοῦ της καρδίας, ἀλλὰ μᾶλλον ἐμεγέθυνε αὐτὸ ἀνευρίσκουσα μὲν τὸν Θεὸν ἐν τοῖς δημιουργήμασι καὶ ἀναπτύσσουσα ἐν τῇ καρδίᾳ τὸν πρὸς αὐτὸν ἔρωτα, ἀδυνατοῦσα ὅμως νὰ προσπελάση αὐτῷ καὶ ἐγκολπωθῆ αὐτόν· ἡ φιλοσοφία, λέγει ὁ Κλήμης, ἔβλεπε τὴν εἰκόνα τῆς ἀληθείας ὡς ἐν ἐσόπτρῳ ὡς φαντασία καθορᾶται ἐν τοῖς ὕδασιν, καὶ διὰ διαφανῶν καὶ διαυγῶν σωμάτων· ἡ ἀνθρωπότης ὅμως ἤθελε νὰ ἴδῃ καθαρῶς, ἐπεζήτει τὴν μετὰ τοῦ θείου ἕνωσιν· ἡ δὲ φιλοσοφία ἠννόει μὲν τὸν Θεὸν ἐκ τῶν θείων αὐτοῦ ἰδιοτήτων, συνησθάνετο τὸ ἄπειρον αὐτοῦ μεγαλεῖον, ἀλλ᾿ ἔβλεπεν αὐτὸν ὡς ἐν εἰκόνι, ἠδυνάτει δὲ νὰ ἑνώση τὸν ἄνθρωπόν μετὰ τοῦ θείου. Ἡ διὰ τῆς φιλοσοφίας νόησις τῶν θείων ἰδιοτήτων ἐδίδαξεν τὸν ἄνθρωπον τὰς ἠθικὰς ἀρετὰς ὅπως δι᾿ αὐτῶν ἀφομοιωθῆ πρὸς τὸ θεῖον· ἀλλ᾿ ἡ διδασκαλία μόνη ἠδυνάτει νὰ ἀνυψώση τὸν ἄνθρωπον μέχρι τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ πρὸς ὃν ἐπεθύμει νὰ φθάση ἵνα ἴδῃ αὐτὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἠδυνάτει, διότι ἠδυνάτει νὰ ἄρη τὸ μεσότειχον τὸ ἀνεγερθὲν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων· ἠδυνάτει, διότι ἠδυνάτει νὰ διαπλάση τὸν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας διαφθαρέντα ἄνθρωπον στερουμένη θείας διαπλαστικῆς δυνάμεως· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο θείου κύρους· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο πίστεως πληροφορούσης μυστικῶς τὴν καρδίαν πρὸς ἀποδοχὴν τῆς διδασκαλίας ἄνευ ἐπιφυλάξεως· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο ἐλπίδος ἀϊδίου, ἀμειώτου, καθαρᾶς παντὸς φόβου, πάσης μεταμελείας, ἐλπίδος ἐχούσης ἐν ἑαυτῇ τὸ πλήρωμα τῆς εὐδαιμονίας· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο δυνάμεως πρὸς ἀνακούφισιν τῶν καρδιῶν τῆς πασχούσης ἀνθρωπότητος· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο τῆς ἰσχύος τῆς Χριστιανικῆς ἀγάπης τῆς ἀμειβομένης ὑπὸ τῆς θείας ἀγάπης τῆς δαψιλευούσης τὴν εὐδαιμονίαν καὶ μακαριότητα· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο πίστεως πληροφορούσης τὴν καρδίαν τῶν ὀπαδῶν αὐτῆς περὶ τῆς ἀπολύτου ἀληθείας τῶν ἑαυτῆς ἀρχῶν· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο θείας δυνάμεως ἑλκούσης τὴν ἀνθρωπότητα εἰς ἑαυτήν· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο δυνάμεως πειθούσης ἔν τε τοῖς λόγοις καὶ τοῖς ἔργοις· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο τῆς μεγαλουργοῦ δυνάμεως τῆς ἐκθαμβούσης καὶ καταπληττούσης· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο τῶν ἐκ τῶν ἄνωθεν μαρτυρίων πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθείας τῶν ἑαυτῆς λόγων· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο θείων χαρισμάτων δαψιλευομένων τοῖς ὀπαδοῖς ὑπὸ τοῦ οὐρανοῦ· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο τῶν καρπῶν τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο ἁγιασμοῦ καὶ τῆς μεταδοτικῆς τούτου δυνάμεως· ἠδυνάτει τέλος, διότι ἐστερεῖτο θείας ἀποκαλύψεως καὶ θρησκευτικοῦ κύρους ἐπαναπαύοντος τὰς καρδίας τῶν ὀπαδῶν αὐτῆς. Τούτων δὲ ἁπάντων ἐδέετο ἡ ἀνθρωπότης ὅπως πεισθῆ, ὅπως βαδίση τὴν εὐθεῖαν ὁδόν, ἀποστῇ τῆς πλάνης, ἀναπλασθῆ, καὶ τύχῃ τῆς μακαριότητος· ἡ ἔνδεια αὕτη τῆς φιλοσοφίας καθίστα αὐτὴν ἀνίσχυρον ἵνα ἀποβῇ ὁ σκοπὸς καὶ τὸ τέλος τοῦ πνευματικοῦ του ἀνθρώπου βίου· ἐντεῦθεν ἡ πεποίθησις ἡμῶν ὅτι ἡ φιλοσοφία ἐγένετο παιδαγωγὸς εἰς τὸν Χριστιανισμὸν ἐν ᾧ εὑρίσκετο τὸ πλήρωμα τῶν ἐλλείψεων τῆς φιλοσοφίας, καὶ ἡ τελεία ἱκανοποίησις τῶν πόθων τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ οὐχὶ σκοπὸς καὶ τελικὸν ὅριον.
Ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ τελικὸν ὅριον τοῦ πνευματικοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸ πλήρωμα τῶν πόθων τῆς καρδίας αὐτοῦ δείκνυται καὶ ἐκ τῆς ἀδυναμίας ὅπως λύση καὶ τὰ ἑξῆς τρία σπουδαιότατα ζητήματα τὰ ἀπασχολήσαντα ἀπ᾿ αἰώνων τὸ πνεῦμα τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ πείση αὐτὴν ἀδιστάκτως περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἑαυτῆς λόγων. Ἡ ἀνθρωπότης ἐπεθύμει νὰ γνωρίση καὶ πιστεύση τὸν ἀληθῆ Θεόν, διότι ἠσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ προσπελάση αὐτῷ· ἐπεθύμει νὰ γνωρίση καὶ πεισθῆ περὶ τῆς ἀξίας ἑαυτοῦ καὶ τῆς σχέσεως αὐτοῦ πρὸς τὸ θεῖον· καὶ τρίτον ἐπεθύμει νὰ γνωρίση τὰ περὶ τῆς αἰωνιότητός του. Ἡ φιλοσοφία ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ τοὺς φιλοσοφοῦντας πρὸς τὴν ἀλήθειαν ὡς καὶ νὰ φανερώση αὐτοῖς τὴν εἰκόνα τῆς ἀληθείας ὡς ἐν ἐσόπτρῳ καὶ διὰ σωμάτων διαυγῶν καὶ διαφανῶν, ἀλλ᾿ ἠδυνάτει διδάσκουσα περὶ αὐτῶν νὰ πείση, καὶ ἄρη τὸ βάρος τὸ ἐπιβαρῦνον τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων· πρὸς τὰ ζητήματα ταῦτα συνεδέετο ἅπας ὁ ἠθικὸς καὶ πνευματικὸς βίος τοῦ ἀνθρώπου, πᾶσα ἡ ἐν τῷ βίῳ αὐτοῦ δρᾶσις. Ὁ ἄνθρωπος ἐπεθύμει νὰ πληροφορηθῇ καὶ βεβαιωθῇ ὅπως κανονίσῃ τὸν ἠθικὸν αὐτοῦ βίον· διότι οὐδεὶς ἐπὶ ἀβεβαίων καὶ σαλευομένων ἀρχῶν, ἀρχῶν μάλιστα στερουμένων θείου κύρους οἰκοδομεῖ στεῤῥῶς τὸν ἑαυτοῦ ἠθικὸν βίον· ἡ φιλοσοφία ἐδίδαξεν ὑγιεῖς θεωρίας, ἀλλ᾿ οὐδεὶς ἐπείσθη νὰ κανονίσῃ τὸν ἑαυτοῦ βίον πρὸς τὰς καλὰς θεωρίας διὰ τὴν ἔλλειψιν θείου κύρους καὶ ἐνδομύχου πληροφορίας· o ἄνθρωπος ἐπεζήτει πληροφορίας ἐζήτει τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῆς διδασκαλίας τῆς φιλοσοφίας· ἡ δὲ ἀπόδειξις ἔλειπεν. Ἡ ἀπαίτησις αὕτη, ἀπαίτησις τοῦ πνεύματος καὶ τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου, οὖσα τὸ προοίμιον τῆς συγκαταθέσεως τῆς καρδίας καὶ τοῦ νοῦ πρὸς ἄσκησιν ἠθικοῦ βίου, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ μέσον πρὸς κατόρθωσιν, διότι ἀπητοῦντο πάντα, ὅσα ἀνωτέρω ἐδείξαμεν, ὑπῆρξεν ὁ σκόπελος πρὸς ὃν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἅμα ἀναγομένη πλησίστιος καὶ ἐναυάγει προσαράσσουσα ἡ φιλοσοφία. Ἡ ὑπὸ τῆς ἱστορίας μαρτυρουμένη ἀδυναμία καὶ ἀνικανότης πρὸς ἠθικοποίησιν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀκορέστων πόθων τῆς καρδίας καὶ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ νοῦ, δεικνύει τὸ ἀνεπαρκές της φιλοσοφίας πρὸς τὸ μέγα ἔργον τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς διαπλάσεως τῆς ἀνθρωπότητος. Ἡ ἀνθρωπότης ἐζήτει θείαν ἀποκάλυψιν ὅπως μάθη τὴν ἀλήθειαν καὶ βεβαιωθῆ καὶ πεισθῆ· ἡ ἀνθρωπότης ἐδεῖτο θείου διαπλάστου· ἡ δὲ φιλοσοφία ἐστερεῖτο τούτων. Ἡ ἀνθρωπότης εὖρεν ταῦτα ἐν τῷ χριστιανισμῷ πρὸς ὃν ἐποδηγέτει ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία· αὕτη ἡ ἐμὴ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ταπεινὴ γνώμη.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Ἰουνίου 1896.

Ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017


Ἡ γενεαλογία τῆς πολιτικῆς
Ἡ γενεαλογία τῆς πολιτικῆς εἶναι συνεχὴς καὶ γνησία κατὰ τοὺς προγόνους. Ἡ ἀργία ἐγέννησε τὴν πενίαν. Ἡ πενία ἔτεκε τὴν πεῖναν. Ἡ πείνα παρήγαγε τὴν ὄρεξιν. Ἡ ὄρεξις ἐγέννησε τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἡ αὐθαιρεσία ἐγέννησε τὴν ληστείαν. Ἡ ληστεία ἐγέννησε τὴν πολιτικήν. Ἰδοὺ ἡ αὐθεντικὴ καταγωγὴ τοῦ τέρατος τούτου.
Τότε καὶ τώρα, πάντοτε ἡ αὐτή. Τότε διὰ τῆς βίας, τώρα διὰ τοῦ δόλου... καὶ διὰ τῆς βίας. Πάντοτε ἀμετάβλητοι οἱ σχοινοβᾶται οὗτοι οἱ Ἀθίγγανοι, οἱ γελωτοποιοὶ οὗτοι πίθηκοι (καλῶ δ᾿ οὕτως τοὺς λεγόμενους πολιτικούς). Μαῦροι χαλκεῖς κατασκευάζοντες δεσμὰ διὰ τοὺς λαοὺς ἐν τῇ βαθυζόφῳ σκοτίᾳ τοῦ αἰωνίου ἐργαστηρίου των...

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017


Ἀνατολὴ
Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά,
πῶς ἡ ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Εἶναι χυμένη ἀπὸ τὴ μουσική σας
καὶ πάει μὲ τὰ δικά σας τὰ φτερά.
Σᾶς γέννησε καὶ μέσα σας μιλάει
καὶ βογγάει καὶ βαριὰ μοσκοβολάει
μία μάννα· καίει τὸ λάγνο της φιλί,
κ᾿ εἶναι τῆς Μοίρας λάτρισσα καὶ τρέμει,
ψυχὴ ὅλη σάρκα, σκλάβα σὲ χαρέμι,
ἡ λαγγεμένη Ἀνατολή.
Μέσα σας κλαίει τὸ μαῦρο φτωχολόι,
κι ὅλο σας, κ᾿ η χαρά σας, μοιρολόι
πικρὸ κι ἀργό.
Μαῦρος, φτωχὸς καὶ σκλάβος καὶ ἀκαμάτης,
στενόκαρδος, ἀδούλευτος, διαβάτης
μ᾿ ἐσᾶς κ᾿ ἐγώ.
Στὸ γιαλὸ ποὺ τοῦ φύγαν τὰ καΐκια,
καὶ τοῦ μείναν τὰ κρίνα καὶ τὰ φύκια,
στ᾿ ὄνειρο τοῦ πελάου καὶ τ᾿ οὐρανοῦ,
ἄνεργη τὴ ζωὴ νὰ ζοῦσα κ᾿ ἔρμη,
βουβός, χωρὶς καμιᾶς φροντίδας θέρμη,
μὲ τόσο νοῦ,
ὅσος φτάνει σὰ δέντρο γιὰ νὰ στέκει
καὶ καπνιστὴς μὲ τὸν καπνὸ νὰ πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά·
καὶ κάποτε τὸ στόμα νὰ σαλεύω
κι ἀπάνω του νὰ ξαναζωντανεύει
τὸν καημὸ ποὺ βαριὰ σᾶς τυραννᾷ.
Κι ὅλο ἀρχίζει, γυρίζει, δὲν τελειώνει,
καὶ μία φυλὴ ζῇ μέσα σας καὶ λιώνει.
Καὶ μία ζωὴ δεμένη σπαρταρᾷ,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά.

Κωστὴς Παλαμᾶς

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Ὅτι μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεὸς
Χρηστὸν ἀγαθόν τε καὶ ταπεινόν, ἀγάπης ταμεῖον, καὶ ἐλέους τὸν θησαυρόν, κρουνὸν τῆς σοφίας, ἐκφάντορα Πατέρων, τιμῶμεν ἐπαξίως, τὸν Ἐπιφάνιον.
Συνεπληρώθησαν εἴκοσι καὶ ὀκτὼ ἔτη ἀπὸ τῆς εἰς Κύριον ἐκδημίας τοῦ ἀειμνήστου καὶ πολυσεβάστου Γέροντός μας π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, τοῦ χρηστοῦ, ἀγαθοῦ τε καὶ ταπεινοῦ, ἀγάπης ταμείου, καὶ ἐλέους θησαυροῦ, κρουνοῦ τῆς σοφίας, τοῦ ἐκφάντορος τῶν Ἁγίων Πατέρων, τοῦ ἀνυψωθέντος εἰς μέτρα τῶν Πατέρων, τοῦ πνευματικοῦ ἡμῶν Πατρός, Διδασκάλου καὶ Γέροντος, τοῦ ὁποίου σήμερον τελοῦμεν τὸ ἱερὸν μνημόσυνον.
Εἰς τὰς ἡμέρας μας πολὺς γίνεται λόγος διὰ τὰς σχέσεις ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων μετὰ τῶν αἱρετικῶν προτεσταντῶν καὶ παπικῶν. Ἡ θαυμαστὴ καὶ αὐθεντικὴ πατερικὴ πέννα τοῦ Γέροντος διασφαλίζει εἰς τοὺς εἰς αὐτὸν προστρέχοντας τὰς ὀρθοδόξους, ἁγιοπνευματικὰς καὶ κρυσταλλίνους θέσεις, αἱ ὁποῖαι καθορίζονται ὑπὸ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Δεῦτε, ἀδελφοί, ἐκ τῶν κειμένων τοῦ π. Ἐπιφανίου νὰ λάβωμεν τὰς ὀρθοδόξους καὶ σωστικὰς θέσεις καὶ ἀπαντήσεις.
α) Περὶ τῶν Προτεσταντῶν. Εἶναι ἀνεπίτρεπτος ἡ συμμετοχή μας εἰς τὸ «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν».
Ἔγραφε πρὸς ἅπασαν τὴν Σεπτὴν Ἱεραρχίαν τῷ 1958 περὶ τῶν Προτεσταντῶν καὶ περὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Συμβουλίου αὐτῶν ὁ σοφὸς Γέροντάς μας: «Ἀντετάχθημεν, (εἰς τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), διότι ἐπιστεύομεν ὅτι οὐδὲν καλὸν ἔμελλεν ἐκ τῆς τοιαύτης συμμετοχῆς νὰ προκύψη, μᾶλλον δὲ βλάβη διὰ τὴν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ποῖος ἦτο ὁ ἀποχρῶν λόγος τῆς τοιαύτης συμμετοχῆς. Μήπως ἡ προπαρασκευὴ τοῦ ἐδάφους καὶ ἡ δημιουργία προϋποθέσεων, ἔστω καὶ ἐλαχίστων, πρὸς μελλοντικὴν ἕνωσιν; Ἀλλὰ θὰ ἦτο τουλάχιστον φαιδρὰ μία τοιαύτη δικαιολογία. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπάρξη καὶ ἡ πλέον ἀμυδρὰ ἐλπὶς ἑνώσεως, ὅταν ὁ Προτεσταντισμὸς δὲν δύναται νὰ κατορθώση τὴν ἰδίαν ἕνωσιν, κατατετμημένος εἰς Ὁμολογίας μικρὸν ὑπολειπομένας τοῦ ἀριθμοῦ διακόσια;… ὅταν αἱ Ὁμολογίαι αὐταὶ σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου οὐ μόνον δὲν μειοῦνται, ἀλλ’ ἀπεναντίας αὐξάνονται καὶ πληθύνονται; Ἐὰν ποτὲ πνεύση ἐν τῷ δυστήνῳ  Προτεσταντισμῷ πνεῦμα Ἑνότητος, τότε φυσικὸν εἶναι ἡ Ἑνότης νὰ ἐκδηλωθῆ καὶ νὰ συντελεσθῆ πρῶτον ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτοῦ κόλποις καὶ εἶτα νὰ ζητήση ἐπεκτάσεις. Ἐὰν λοιπὸν ἴδωμεν ποτὲ τὸν Προτεσταντισμὸν ὁμονοοῦντα καὶ συντασσόμενον εἰς μίαν ὁμολογίαν, τότε θὰ ἔχη λόγον πᾶσα πρὸς ἕνωσιν κατατείνουσα ἐνέργεια ἡμῶν. Διότι ἡ μεταξὺ αὐτοῦ ἑνότης θὰ ἀποτελῆ ἀμάχητον τεκμήριον ἐκτιμήσεως τῆς εἰλικρινείας τῶν πρὸς Ἕνωσιν μετ’ ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν προθέσεων αὐτοῦ. Μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅμως ἐπιβάλλεται μία μόνη ἀπάντησις εἰς τὰς περὶ ἑνώσεως δῆθεν ἐπιθυμίας καὶ διακηρύξεις τοῦ μυριοκεφάλου Προτεσταντισμοῦ: «Ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν». Τὸ περισσὸν τούτου ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν…».
Εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἔγραφεν ὁ Γέροντας: «…ὅτι μία πρότασις τῶν ἡμετέρων κατὰ τὸ Συνέδριον τοῦ Ἄμστερνταμ, ὅπως προστεθῆ εἰς τὴν δογματικὴν βάσιν τοῦ «Οἰκουμενικοῦ Συμβουλίου» ἡ πίστις καὶ εἰς τὸν «Θεὸν Πατέρα», ὡς καὶ ἑτέρα πρότασις κατὰ τὸ Συνέδριον τοῦ Ἔβανστον, ὅπως τὸ κύριον θέμα «ὁ σταυρωθεὶς Κύριος ἐλπὶς τοῦ κόσμου» συμπληρωθῆ διὰ τῆς φράσεως «καὶ ἀναστὰς», προτάσεις, λέγομεν, τοιαῦται, ἀπερρίφθησαν, ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου!… Καὶ κατόπιν τούτου, οἱ ἡμέτεροι ἀντιπρόσωποι ἠδυνήθησαν νὰ μείνωσιν ἐντὸς αὐτοῦ…». Τέλος ὁ Γέροντας ἔγραφε τοὺς λόγους τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου: «ὃς ἂν μεθοδεύῃ τὰ λόγια του Κυρίου πρὸς τὰς ἰδίας ἐπιθυμίας καὶ λέγῃ μήτε ἀνάστασιν μήτε κρίσιν (εἶναι) οὗτος πρωτότοκός ἐστι τοῦ Σατανᾶ!» Καὶ μετὰ τῶν πρωτοτόκων τοῦ Σατανᾶ δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἔχη σχέσιν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.
β ) Περὶ τῶν Παπικῶν. Τί ἐκ τῶν δύο συνέβη; Ἔγραφεν ὁ ἀείμνηστος Γέροντάς μας πρὸς τὸν Πατριάρχην κυρὸν Ἀθηναγόραν, τῷ 1965: «Παναγιώτατε, ἀλληλογραφεῖτε μετὰ τοῦ Πάπα ἐν πάσῃ ἐκκλησιαστικῇ τάξει, ὡς ἐὰν ἐζῶμεν εἰς τὸν Ε΄ μ.Χ. αἰῶνα… Καλεῖτε αὐτὸν «Πρῶτον Ἐπίσκοπον τῆς Χριστιανωσύνης» καὶ Ὑμᾶς Αὐτὸν δεύτερον… Συμπροσεύχεσθε μετ’ ἀντιπροσώπων αὐτοῦ καὶ φέρεσθε πρὸς αὐτοὺς σχεδὸν ὅπως καὶ πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους… Τί ἐκ τῶν δύο συνέβη; Ὁ Πάπας προσεχώρησεν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν ἤ Ὑμεῖς εἰς τὸν Παπισμόν; Ἐὰν τὸ πρῶτον, ἀναγγείλατε τοῦτο, ἵνα πάντες φαιδρῶς πανηγυρίσωμεν καὶ μετ’ ἀλλήλων χορεύσωμεν. Ἐὰν τὸ δεύτερον, ὁμιλήσατε μετ’ εἰλικρίνειας καὶ εὐθύτητος, ἵνα βεβαιωθῶμεν ὅτι, μετὰ τῆς παλαιᾶς, ἀπώλετο καὶ ἡ νέα Ρώμη καὶ κατεπόθη ὑπὸ τῆς αἱρέσεως. Ἐὰν δὲ οὐδὲν ἐκ τούτων συνέβη, ἀλλὰ καὶ Ὑμεῖς καὶ ὁ Πάπας μένετε ἐν τοῖς οἰκείοις ἕκαστος ὅροις, πῶς ἑρμηνεύονται αἱ προεκτεθεῖσαι ἐνέργειαι Ὑμῶν; Πῶς εἶνε δυνατὸν ὁ αἱρετικὸς Πάπας νὰ εἶνε ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος τῆς Χριστιανωσύνης καὶ Ὑμεῖς ὁ δεύτερος; Πότε ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν συνηρίθμησεν ὁμοῦ μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων τοὺς ἐπισκόπους τῶν αἱρετικῶν; Δογματικῆς καὶ κανονικῆς ἀκριβείας γλῶσσαν ὁμιλεῖτε ἤ εὐελίκτου διπλωματικῆς ὑποκρισίας;».
Εἰς δὲ τὴν τοποθέτησιν ὅτι χρειαζόμεθα τὴν συμμαχίαν τοῦ Βατικανοῦ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν τουρκικῶν βρυχηθμῶν χαρακτηριστικῶς τονίζει ὁ Γέροντάς μας π. Ἐπιφάνιος: «Παναγιώτατε· ἄδεται ὅτι ἐνεργεῖτε ὡς ἐνεργεῖτε, ἵνα προσεταιριζόμενος τὸ πανίσχυρον κοσμικῶς Βατικανόν, ἀντιτάξητε τὴν ἐκ τῆς συμμαχίας αὐτοῦ αἴγλην καὶ δύναμιν πρὸς τοὺς τουρκικοὺς βρυχηθμοὺς καὶ δυνηθῆτε οὕτω νὰ στηρίξητε τὸν δεινῶς ἀπειλούμενον καὶ κλονιζόμενον Θρόνον τῆς πάλαι ποτὲ Βασιλευούσης. Ἐὰν ταῦτα ἔχωνται ἀληθείας, καὶ πλανᾶσθε καὶ ματαιοπονεῖτε. Ἔχομεν τὴν συμμαχίαν τοῦ Θεοῦ, Παναγιώτατε, ναὶ ἤ οὔ; Ἐὰν ναί, τότε «εἷς διώξεται χιλίους καὶ δύο μετακινήσουσι μυριάδας»· τότε «κἄν κύματα διεγείρηται, κἄν πελάγη», κἄν τουρκικῶν θηρίων θυμός, ἀράχνης δι’ ἡμᾶς ἔσονται εὐτελέστερα· τότε «ἐξανθήσει καὶ ὑλοχαρήσει καὶ ἀγαλλιάσεται τὰ ἔρημα τοῦ Ἰορδάνου» καὶ «ἀλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλός, τρανὴ δὲ ἔσται γλῶσσα μογιλάλων»· τότε… ὦ τότε «γνῶτε Ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε ὅτι μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός»!… Ἐὰν ὄχι, τότε πρὸς τί «πεποίθαμεν ἐπ’ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία;».
Τέλος τονίζει ὅτι «οὐδεὶς Ὀρθόδοξος εὔχεται τὴν μετακίνησιν ἤ τὸν θάνατον τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου. Μὴ γένοιτο! Ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς θὰ θυσιάση χάριν αὐτοῦ ἰῶτα ἕν ἤ μίαν κεραίαν ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Ἀγωνίσασθε ὑπὲρ αὐτοῦ πάσῃ δυνάμει. Ὄχι ἁπλῶς ἔχετε δικαίωμα, ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ στηρίξητε αὐτόν, τὸ καθ’ Ὑμᾶς. Θυσιάσατε χάριν αὐτοῦ ὁ,τιδήποτε: Χρήματα, κτήματα, τιμὰς, δόξαν, πολύτιμα κειμήλια, Διακόνους, Πρεσβυτέρους, Ἐπισκόπους· ἀκόμη καὶ τὸν Πατριάρχην Ἀθηναγόραν! Ἕν μόνον κρατήσατε, ἕν φυλάξατε, ἑνὸς φείσασθε, ἕν μὴ θυσιάσητε: Τὴν ὀρθόδοξον Πίστιν! Ὁ Οἰκουμενικὸς Θρόνος ἔχει ἀξίαν καὶ χρησιμότητα μόνον καὶ μόνον, ὅταν ἐκπέμπῃ ἀπανταχοῦ τῆς γῆς τὸ γλυκὺ καὶ ἀνέσπερον τῆς Ὀρθοδοξίας Φῶς. Οἱ Φάροι εἶνε χρήσιμοι, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον φωτίζωσι τοὺς ναυτιλλομένους, ἵνα ἀποφεύγωσι τοὺς σκοπέλους. Ὅταν τὸ φῶς αὐτῶν σβεσθῇ, τότε δὲν εἶνε μόνον ἄχρηστοι ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεῖς, διότι μεταβάλλονται καὶ αὐτοὶ εἰς σκοπέλους…»
Ἀδελφοί μου!
Ἡ ἐναγώνιος ἔκκλησις πρὸς τὸν τότε Πατριάρχην: «Παναγιώτατε, μὴ θέλετε νὰ δημιουργήσητε ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ σχίσματα καὶ διαιρέσεις. Πειρᾶσθε νὰ ἑνώσητε τὰ διεστῶτα καὶ τὸ μόνον ὅπερ θὰ κατορθώσετε, θὰ εἶνε νὰ διασπάσητε τὰ ἡνωμένα καὶ νὰ δημιουργήσητε ρήγματα εἰς ἐδάφη ἕως σήμερον στερεὰ καὶ συμπαγῆ», αὕτη ἡ ἐναγώνιος ἔκκλησις εἴθε νὰ κατευθύνῃ ἅπαντας πρὸς διαφύλαξιν τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας καὶ τῆς Ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, πρεσβείαις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ εὐχαῖς τοῦ μακαριστοῦ Γέροντός μας π. Ἐπιφανίου. Ἀμήν.

Ἀρχιμ. Νικόδημος Ἀεράκης

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Ὁ Χριστιανὸς εἶναι πραγματικὰ ἄνθρωπος
Πολλὲς φορὲς τὴν ἡμέρα ἔρχεται ὁ Χριστὸς καὶ σοῦ χτυπάει, ἀλλὰ ἐσὺ ἔχεις δουλειές...
Ἐκεῖνος ποὺ ταράζεται δὲ σκέφτεται λογικά, ὀρθά. Κάνε ὑπομονὴ καὶ θὰ βραβευτεῖς μὲ στέφανο.
Θέλω νὰ εἶστε ἤρεμες γιὰ νὰ συναντιόμαστε. Ἅμα εἶστε κουρασμένες δὲ λειτουργοῦν οἱ ἀσύρματοι.
Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ μὴ φεύγει ἀπὸ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά σας.
Ὁ Κύριος νὰ σᾶς ἐνισχύει, νὰ κρατήσετε σταθερὰ τὴ σημαία τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἐγκράτειας.
Ὁ Χριστιανὸς εἶναι πραγματικὰ ἄνθρωπος. Ξέρει ὅλους τοὺς τρόπους τῆς εὐγένειας.
Ὅταν ἡ καρδιά μας δὲν ἔχει τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστὸ δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτα. Εἴμαστε σὰν πλοῖα ποὺ δὲν ἔχουν φωτιά, βενζίνη στὴ μηχανή τους.
Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἁπλοποιεῖται, θεοποιεῖται. Γίνεται ἄκακος, ταπεινός, πράος, ἐλεύθερος, γίνεται... γίνεται...
Αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε (πολέμους, σεισμούς, καταστροφές) εἶναι βροντὲς καὶ θὰ ἔρθει καὶ ἡ βροχή... Πρέπει λοιπὸν νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι πρὸς ἀπολογία καὶ μαρτύριο.
Νὰ γίνετε ἄνθρωποι ἄξιοί της ἄνω Ἱερουσαλήμ.
Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐκπέμπει ἀκτίνες. Πρέπει ὅμως ὁ ἄλλος νὰ ἔχει καλὸ δέκτη γιὰ νὰ τὸ καταλάβει.
Πρέπει νὰ ἔχουμε στὸν οὐρανὸ τὰ βλέμματά μας. Τότε δὲ θὰ μᾶς κλονίζει τίποτε.
Παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ σᾶς ἁγιάσει, νὰ σᾶς ὁδηγήσει στὸν Παράδεισο. Αὐτὴν τὴν προίκα παρακαλῶ νὰ σᾶς δώσει ὁ Κύριος.
Οἱ καρδιές σας εἶναι νέες καὶ θέλουν ν᾿ ἀγαποῦν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχει στὴν καρδιά μας μόνο ὁ Χριστός μας, ὁ Νυμφίος σας. Θέλει μόνο Αὐτὸν ν᾿ ἀγαπᾶτε.
Στὴν Θεία Λειτουργία γιὰ νὰ ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ ἔχεις συγκέντρωση, εἰρήνη καὶ νὰ μὴ σκέφτεσαι τίποτα.
Εἶμαι φτωχὸς πατέρας, ἀλλὰ πατρικὴ ἀγάπη ἔχω πολλὴ γιὰ σᾶς.
Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀγαπάει τὸ Θεό, τόσο ἔχει ἀγάπη καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Τοὺς ἀγαπάει σὰν εἰκόνες Θεοῦ, μὲ σεβασμό, λεπτότητα καὶ ἁγιασμό.

Γέρων Ἀμφιλόχιος Μακρῆς

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017


Τώρα κυβέρνα τὰ πράματα μὲ φρόνησιν
Εἴκοσι ἕξι μῆνες ἔκαμα σ᾿ αὐτείνη τὴν ῾πηρεσίαν. Ἂν ἰδῆτε κατάχρησιν παραμικρή, ἢ ληστεία, ἢ ἀδικίαν εἰς τοὺς πολίτες, τότε ἐσεῖς ἀναγνῶστες νὰ μὲ λέτε ἄτιμον ἄνθρωπον. Κι᾿ ἀπ᾿ ὅταν πάψαμεν ὕστερα, τηρᾶτε τί ληστεῖες ἔγιναν καὶ τί ἁρπαγὲς καὶ τί σκοτωμοί. Ὁ Κυβερνήτης μὸ ῾δωσε τὸν βαθμό μου, χιλίαρχο, καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι, καὶ μ᾿ ἔβαλε καὶ εἰς τὸ στρατιωτικὸν δικαστήριον. Δὲν θέλησα νὰ κρίνω κανέναν. Ὁ Κυβερνήτης καταφρόνεσε πολὺ τοῦ Πετρόμπεγη τὸ σπίτι. Ψωμὶ δὲν εἶχαν νὰ φᾶνε. Σήκωσε ντουφέκι ἡ Σπάρτη, ἡ Πελοπόννησο, ἡ Ρούμελη καὶ γύρευαν Συνέλεψη, νὰ κυβερνιῶνται μὲ νόμους. Τότε ἄρχισε ντουφέκι καὶ εἰς τὸν Πόρο. Ἔστειλε στρατέματα, ἦταν καὶ καράβια Ρούσσικα μὲ τὸν Ρικόρδον. Ἔκαψε ὁ Μιαούλης τὴν φεργάδα καὶ παπόρι κι᾿ ἄλλα. Ὑποπτεύονταν ἡ Ἀγγλία νὰ μὴν γένωμεν κι᾿ ἐμεῖς θαλασσοδύναμη καὶ μὲ τὴν εὐκαρίστησιν τοῦ Ἐκλαμπρότατου Μαυροκορδάτου καὶ συντροφιᾶς τά ῾καψαν· καὶ τελειώσαμεν κι᾿ ἀπὸ αὐτά. Καὶ γυμνώθη κι᾿ ὁ Πόρος καὶ σκοτώθηκαν τόσοι ἄνθρωποι. Ὁ Πετρόμπεγης εἶχε φύγῃ κρυφὰ πρωτύτερα ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι. Στὸν δρόμο τὸν ἔπιασαν αὐτόν, ἔπιασαν τ᾿ ἀδέλφια του τὸν Κατζῆ καὶ τὸν Κωσταντήμπεγη, τὸν υἱγιό του τὸν Μπεζαντὲ καὶ τοὺς χάψωσαν εἰς τὸ Παλαμήδι ὅλους.
Καὶ τότε τὸ κακὸ ἄξαινε παντοῦ· κι᾿ ὁ Κολοκοτρώνης κι᾿ ὁ Μεταξᾶς καὶ ἡ συντροφιὰ ὅλη καὶ τ᾿ ἀδέλφια τοῦ Κυβερνήτη βάναν φωτιὰ εἰς τὸ μπαρούτι. Τότε ὁ δυστυχὴς Κυβερνήτης εἶδε ποὺ τὸν κατήντησε αὐτείνη ἡ λοιμική. Ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ κάμῃ τίποτας. Ἔκρινε τοῦ Κυβερνήτη ὁ Κοντάκης καμπόσα, ὅτι τὸν ἀγαποῦσε ὁ Κυβερνήτης. Τοῦ εἶπε νὰ βγάλη τὸν Πετρόμπεγη καὶ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν χάψη· καὶ στρέχτη ὁ Κυβερνήτης νὰ τοὺς βγάλη, ν᾿ ἀγαπηθοῦν. Τὸ ῾μαθε αὐτὸ ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ἡ συντροφιά του καὶ τοῦ εἶπαν, ἂν γένη αὐτό, αὐτεῖνοι τραβοῦνε χέρι ἀπὸ τὸν Κυβερνήτη. Τότε ἄντεσε ὁ δυστυχὴς σὰν τ᾿ αὐγὸ στὰ δυὸ λιθάρια. Δὲν θέλησαν, κι᾿ ἔμεινε ἡ ὁμιλία διὰ τὸν Πετρόμπεγη. Κι᾿ ὁ δυστυχὴς Κυβερνήτης βρέθηκε σὲ μίαν δεινὴ περίστασιν καὶ καταλυπέταν, ὅτι ἀπατήθη ἀπὸ τὴν συντροφιά του.
Ὁ Κοντάκης μοῦ εἶπε αὐτά. Εἶχα πάγη εἰς τὸν Κυβερνήτη, ὅτ᾿ ἦταν κι᾿ ὄντως ἀξιολύπητος. Τοῦ εἶπα· «Κυβερνήτη μου, ἐγώ σου τὰ εἶπα ὅταν μ᾿ ἔστειλες εἰς τὴν περιοδεία· σου εἶπα τὴν ἀλήθεια ὁ δυστυχής. Δὲν θέλησες νὰ μὲ πιστέψῃς ποτέ. Ἐγώ σου εἶπα, πατρίδα δοξάζω, θρησκεία καὶ τὴν Ἐξοχότη σου, ὁποῦ εἶσαι ὁ Κυβερνήτης τῆς πατρίδας μου καὶ μπορεῖς νὰ τὴν σώσῃς καὶ μπορεῖς νὰ τὴν χάσῃς. Τώρα κυβέρνα τὰ πράματα μὲ φρόνησιν κι᾿ ἀγροικήσου μ᾿ ὅλους τοὺς σημαντικοὺς κι᾿ ἑνώσου μ᾿ αὐτούς». Μπῆκε ἕνας μέσα κι᾿ ἀναχώρησα. Καὶ ἦταν πολὺ λυπημένος. Ὅλοι οἱ ἀνθρωποφάγοι ἦταν ἀναντίον του. Ἀφοῦ ὁ Κοντάκης εἶδε τὴν στεναχώρια τοῦ Κυβερνήτη, καὶ τὸ ντουφέκι δούλευε, τοῦ εἶπε τοῦ Κυβερνήτη, ἂν εἶναι μὲ τὴν ἄδειά του, νὰ ξαναπάγη εἰς τὸν Κολοκοτρώνη, εἰς τὸν Μεταξά, εἰς τὸν Τζαβέλα, εἰς τοὺς ἀδελφούς του, εἰς τὸν Σπηλιάδη, ὅτ᾿ ἦταν Γραμματέας τοῦ Ἐσωτερκοῦ, καὶ τοὺς ἄλλους. Τοὺς μαζώνει σ᾿ ἕνα μέρος, λέγει τὴν περίστασιν καὶ τὸν κίντυνο τῆς πατρίδος κι᾿ ὅτι μίλησε καὶ μὲ τοὺς ἀναντίους καὶ θέλουν νὰ πάψη ἡ διχόνοια, ὅμως τοὺς Μαυρομιχαλαίγους νὰ βγάλουν ἀπὸ τὴν φυλακή. Ὅλοι σύνφωνοι, καὶ ἡ κακὴ ψυχὴ ὁ Μεταξᾶς σκύλιασε τὸν Κολοκοτρώνη κι᾿ αὐτοὺς τοὺς ἄλλους καὶ δὲν ἔκαμαν τίποτας.
Τὸ ντουφέκι ἄναψε πολὺ εἰς τὴν Σπάρτη. Σηκώθη ὁ καϊμένος ὁ Κυβερνήτης καὶ πῆγε μόνος του νὰ τὸ σβέση. Πίσου αὐτεῖνοι ὁποῦ μείναν θέλουν νὰ κάμουν ἐξορίαν ὅσους δὲν ἦταν μὲ τὸ πνεῦμα τους, ὁρκισμένοι. Ἔκαμαν κατάλογον εἰς τ᾿ Ἀνάπλι. Ἐδῶ εἰς τ᾿ Ἄργος ὁ Τζόκρης, ὁ Καλλέργης, οἱ ἄλλοι ὅλοι ἦταν ἕνα· εἶπαν κι᾿ ἔκαμαν μίαν μυστικὴ συνέλεψη οἱ Ἀργίτες νὰ διώξουν ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι κι᾿ ἀπὸ δῶ ὅλους τοὺς ἀναντίους κι᾿ ἐμένα. Τότε μαθαίνω ἐγὼ αὐτὸ κι᾿ ἁρμάτωσα καμπόσους. Ἔρχονται ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι βλέπουν αὐτό, βαστιῶνται σὲ κουράγιο κι᾿ ἐκεῖνοι. Μαλλώσαμεν μὲ λόγια. Δὲν ἄφησα νὰ πιάσουν κανέναν. Γράφουν αὐτὰ τοῦ Κυβερνήτη, γυρίζει ὀπίσου. Πῆγα ἐγὼ νὰ παρουσιαστὼ εἰς τὸν Κυβερνήτη, μοῦ λέγει· «Τί εἶναι αὐτὰ ὁποῦ ῾καμες; – Μυστικὲς συνέλεψες κάμαν· θέλουν νὰ διώξουν τοὺς ξένους κι᾿ ἐμένα. – Σὰν δὲν σᾶς θέλουν, δὲν μπορεῖτε νὰ καθίσετε στανικῶς, μοῦ λέγει ὁ Κυβερνήτης. –Δεν εἴμαστε ξένοι, Κυβερνήτη. Ὅταν ἦρθε ὁ Ἀράπης, αὐτεῖνοι ὅλοι ἦταν πηγιωμένοι ἄλλοι στὰ νησιὰ κι᾿ ἄλλοι στῆς σπηλιὲς καὶ ἦταν ἀσφαλισμένοι, κι᾿ ἐγὼ μ᾿ ἐκείνους ὁποῦ θέλουν νὰ διώξουν σκοτωνόμαστε. Καὶ τὴν ἔχομεν τὴν πατρίδα ἀντάμα. Πιθαμή, πιθαμὴ θὰ τὴν μεράσουμεν κι᾿ ὄχι νὰ μᾶς διώξουν! Δὲν μᾶς εἶχαν σκλάβους φερμένους. – Λέγει ἡ Ἐξοχότη του, ὅλοι ἐσεῖς σύνταμα γυρεύετε, καὶ σᾶς κυβερνῶ ὅλους ἐσᾶς. – Εἶσαι νοικοκύρης, Ἐξοχώτατε, καὶ κᾶμε ὅ,τι ἀγαπᾶς. (Ὅσους ἦταν νὰ διώξουνε ῾νεργούσαν ὁλοένα). Μὲ λύπη μου σοῦ λέγω, ἂν πειράξουν κανέναν, θὰ πεθάνωμεν· κι᾿ ὁ αἴτιος ἂς δώσῃ λόγον εἰς τὸν Θεόν. Κι᾿ ἀπὸ μέρος μου σιχάθηκα τέτοια λευτεριά!» Καὶ σηκώθηκα κι᾿ ἔφυγα χωρὶς νὰ τοῦ κρίνω ἄλλο.
Σᾶς λέγω ὡς τίμιος ἄνθρωπος, ποτὲ δὲν θέλησα νὰ εἶμαι ἀναντίον του, ὅτι μπεζερίσαμεν ἀπὸ τῆς ἀκαταστασίες. Ἀλλὰ οἱ Κολοκοτρωναῖγοι καὶ ἡ συντροφιά τους μὲ κατάτρεχαν διὰ μέσον τοῦ Κυβερνήτη κι᾿ ἀδελφῶν του. Τότε στέλνουν ἕναν λοχαγὸν μὲ καμπόσους ἀνθρώπους ἐδῶ εἰς τ᾿ Ἄργος νὰ μὲ πιάσουνε, ἢ ἂν ἀντισταθῶ, νὰ μὲ βαρέσουνε. Τότε μὸ ῾στειλαν ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι χαμπέρι κι᾿ ἔφυγα κρυφίως καὶ πῆγα εἰς τ᾿ Ἀνάπλι καὶ κρύφτηκα. Τὴν αὐγή, ἦταν Κυργιακή, πῆγε ὁ Κυβερνήτης εἰς τὴν ἐκκλησιά, κι᾿ ἐγὼ πῆγα καὶ τὸ ῾πιασα τὸ σπίτι. Ἦρθε, μ᾿ εἶδε. «Τί θέλεις;» μοῦ λέγει. – Τὸν Κυβερνήτη τῆς πατρίδας μου. – Δὲν ἔχω καιρό, μοῦ λέγει. – Δὲν ἔχω κι᾿ ἐγὼ καιρὸ νὰ σὲ ἰδῶ ἄλλη βολὰ (ὅτι ψάχναν νὰ μὲ βροῦνε νὰ μὲ πᾶνε εἰς τὸ Παλαμήδι). – Φεύγα, μοῦ λέγει· δὲν ἀδειάζω. – Πουθενὰ δὲν πάγω!» Ἄρχισαν οἱ ἄνθρωποί του νὰ μὲ κακομεταχειρίζωνται. Τότε μαλλώσαμεν. Ἔστειλε καὶ πῆγα μέσα. «Τί θέλεις;» μοῦ λέγει. Νὰ μ᾿ ἀκούσῃς· τὴν κατάστασή μου τὴν ξόδιασα, τὰ ὑποστατικά μου καὶ σπίτι μου τά ῾χασα. Εἰκοσιέξι ἀνθρώπους πῆγαν νὰ μᾶς κρεμάσουνε, μόνος μου γλύτωσα. Ἑβδομήντα πέντε ἡμέρες μὲ τυραγνοῦσαν μὲ σίδερα εἰς τὰ ποδάρια κι᾿ ἄλλους παιδεμοὺς νὰ μαρτυρήσω τὸ μυστικὸν τῆς Ἐταιρίας, τρόμαξα νὰ γλυτώσω. Πέντε πληγὲς πῆρα εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδας. Τοῦτα τ᾿ ἄρματα δὲν μοῦ τὰ ντρόπιασε ὁ Θεός, ὁποῦ τά ῾χω ἀπὸ δέκα πέντε χρονῶν παιδὶ –θέλει νὰ μοῦ τὰ ντροπιάσῃ ὁ Κυβερνήτης τῆς πατρίδας μου. Λάβε τα. (Ἔβγαλα τὸ σπαθί, τῆς πιστιόλες τὰ ῾βαλα στὸ τραπέζι). Κᾶμε ὅ,τι ἀγαπᾶς τώρα· στεῖλε με ἐκεῖ ὁποῦ θέλεις (Παίρνει καὶ ματαβαίνει ὀπίσου τ᾿ ἄρματα εἰς τὸ ζουνάρι μου). Δὲν τὰ θέλω, τοῦ λέγω. Κᾶμε μου ὅρκον ὅτι δὲν μὲ ντροπιάζεις, κι᾿ ἔτζι τὰ βαίνω ἀπάνου μου». Τότε μό ῾καμεν ὅρκο καὶ τὰ πῆρα κι᾿ ἔφυγα. Καὶ δὲν ἔκαμεν ἐξορία καὶ τοὺς ἄλλους στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς οὔτε ἀπὸ τ᾿ Ἄργος, οὔτε ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι.

Στρατηγὸς Μακρυγιάννης