Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017


Ἡ περιοδεία τοῦ Καποδίστρια

Συνοδοὺς δὲ κατὰ τὴν παροῦσαν περιήγησιν ὁ Καποδίστριας εἶχε τὸν Γεν. Γραμματέα, τὸν Κολοκοτρώνην, τὸν Νικήταν, τὸν χαράξαντα τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Πατρῶν μηχανικὸν Βούλγαρην, τοὺς δύο ἰδιαιτέρους αὐτοῦ γραμματεῖς καὶ τοὺς δύο νεωτέρους συντάκτας.
Προηγεῖτο δὲ ὁδηγὸς ὁ κύριος τῶν ταχυδρομικῶν ἵππων, φορῶν ἔνδυμα ἑλληνικὸν χρυσοπόρφυρον καὶ ἀναβαίνων ἵππον ὑψαύχενα. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ συρρέοντες εἰς προϋπάντησιν τοῦ Κυβερνήτου, συνηθισμένοι εἰς τὰς πολυτελεῖς καὶ πομπικὰς παρατάξεις τῶν πασάδων καὶ τὰς χρυσοϋφάντους στολὰς τῶν τετυφωμένων καπιταναίων καὶ κοτζαμπασίδων, ἐκλαμβάνοντες τὸν κοκκινοφόρον καὶ κυδρούμενον ταχυδρόμον ἀντ’ ἐκείνου, προσεκύνουν αὐτὸν πίπτοντες εἰς ἔδαφος· δὲν ἐνόουν πῶς ἦτο δυνατὸν ἀρχηγὸς ἔθνους νὰ ἀναβαίνῃ ἵππον κυφαγωγόν, οὐχὶ ζωηρότερον τοῦ πώλου τοῦ Ἰησοῦ, καὶ νὰ φορῇ ἔνδυμα οἷον οἱ πολλοί.
Ἀλλ’ οὐδ’ ἁψίδες ἢ θριαμβικὰ τόξα ἀνηγείροντο, ὡς σήμερον, οὐδὲ μουσικαὶ ἐπαιάνιζον, οὐδὲ πυροτεχνήματα ἐξηκοντίζοντο εἰς οὐρανούς, καθ’ ὅσον αἱ ἐπιδείξεις αὖται, γινόμεναι ἐπιμελείᾳ καὶ ἀξιώσει τῶν ἀρχῶν, διαθρύπτουσι μὲν τὴν ματαιότητα, βλάπτουσιν ὅμως τοὺς ἡγέτας τῶν ἐθνῶν, ἀποκρύπτουσαι τὸ ἀληθὲς φρόνημα. Οἱ δὲ λαοί, ἀκούοντες ἀπροσδοκήτως ὅτι ἤρχετο ὁ Κυβερνήτης, ἔτρεχον αὐθόρμητοι εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, οὐχὶ κράζοντες γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ, Ζήτω! ἀλλὰ κλαίοντες καὶ σφραγιζόμενοι διὰ τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ, καὶ βάλλοντες μετανοίας καὶ καίοντες λιβανωτὸν καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν, τὸν σώσαντα αὐτοὺς ἀπὸ τῆς δουλείας καὶ τῆς ὀλεθριωτέρας ἀναρχίας.
Ἰδὼν δὲ ὁ Κολοκοτρώνης ὅτι ὁ λαὸς προσεκύνει τὸν ταχυδρόμον Καρδαρᾶν, πλησιάσας εἶπε:
-Τὸ πρᾶγμα, ὑπερεξοχώτατε, δὲν ‘πάγει καὶ πρέπει ὁ κόσμος νὰ γνωρίσῃ τὸν Κυβερνήτην του.
-Καὶ τί θέλεις νὰ κάμω;

-Νὰ βάλῃ ἡ ὑπερεξοχότης σου τὴν στολήν σου.
Καὶ πεζεύσας εἰς μικράν τινὰ καὶ σκιερὰν κοιλάδα, ἀνέλαβε τὴν στολὴν αὐτοῦ, πενιχροτέραν καὶ τῆς τῶν δασονόμων τῆς ἀντιβασιλείας.
Ὅτε δὲ ἐπλησιάσαμεν εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον:
-Ποῦ θὰ καταλύσωμεν ἀπόψε; ἠρώτησε τὸν παρ΄ ἵππον στρατάρχην τῆς Πελοποννήσου.
-Εἰς τοῦ Δεσπότου.
-Πρέπει λοιπὸν νὰ φροντίσω, ἐπανέλαβε μετὰ βραχεῖαν σιωπήν, νὰ πληρωθῶσιν ὅλα τὰ ἔξοδα.
-Ποῖα ἔξοδα; ἠρώτησεν ὁ γέρων.
-Τῆς τροφῆς μας, τῆς τροφῆς τῶν ἀλόγων καὶ καθεξῆς.
-Καὶ ποῖος, ὑπερεξοχώτατε, πληρώνει τοιαῦτα ἔξοδα; …
-Δὲν τὰ πληρώνετε σεῖς, ἀνεφώνησεν ὀργίλως ὁ Κυβερνήτης, καὶ διὰ τοῦτο παραπονεῖται ἐξ αἰτίας σας ὁ λαός.
-Καὶ τί ἔχει νὰ κάμῃ, ὑπερεξοχώτατε, ὁ λαὸς μὲ τὸ φαγητὸν τοῦ Δεσπότου;
-Τί ἔχει νὰ κάμῃ! ἀνέκραξεν ἐντόνως ὁ Κυβερνήτης, προσβλέψας βλοσυρῶς τὸν ἐρωτήσαντα. Μόλις αὔριον θ’ ἀναχωρήσωμεν καὶ θὰ ρίψουν ἔρανον εἰς τοὺς χωρικοὺς διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Κυβερνήτου, καί, τὸ χειρότερον, θὰ τὰ συνάξουν διπλά. Οὕτω πως εἶσθε συνηθισμένοι σεῖς.
-Ἠξεύρεις πῶς τὸ πάγει ἡ ὑπερεξοχότης σου; εἶπε γελῶν ὁ Κολοκοτρώνης. Μίαν φορὰν ἔπεσ’ ἕνας ποντικὸς εἰς ἕνα πιθάρι λάδι κ’ ἐπνίγηκεν. Ὁ οἰκοκύρης τὸν ηὖρε μετὰ δύο ἡμέρας καί, ἐνῶ τὸν ἀνέσυρεν, ἐφώναζεν ἡ οἰκοκυρά: «Πρόσεξε μὴ στάξ’ ἡ οὐρά του καὶ βρωμίσῃ τὸ λάδι».
-Δὲν ἐννοῶ ποίαν σχέσιν ἔχει ὁ μύθος σου μὲ τὰ ἔξοδα τοῦ Δεσπότου, εἶπεν ἀδημονῶν ὁ Κυβερνήτης.
-Μεγάλην, ὑπερεξοχώτατε, διότι, εἴτε πληρώσωμεν εἴτε μή, ὁ Δεσπότης θὰ συνάξη τὰ γρόσια. Τὰ ἐδικά μας τὰ ἔξοδα εἶναι τὸ λάδι τῆς οὐρᾶς τοῦ ποντικοῦ.
Καὶ ἐσιώπησε μὲν ὁ Κυβερνήτης, τὴν δ’ ἐπιοῦσαν ἀπέτισε μέχρι λεπτοῦ τὰ δαπανηθέντα.
Ἐκεῖθεν δὲ ἀπελθόντες εἰς Ἄργος, ἐξενίσθημεν ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Τσώκρη. Ὅτε δ’ ἐζητήθη ὁ λογαριασμὸς τῆς δαπάνης, ὁ οἰκοδεσπότης, προσβληθείς, ἐγέλασεν ὑπεροπτικῶς. Μαθὼν ὅμως ὅτι τοιαύτη ἦν ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυβερνήτου, τοσοῦτον ὠργίσθη, ὥστε ἐσημείωσεν καὶ τοῦ ἅλατος τὴν ἀξίαν.
Νικόλαος Δραγούμης
Ἱστορικαὶ Ἀναμνήσεις

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017


Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ

Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ρίζα κάθε καλοῦ ἔργου. Οὔτε ἕνα λεπτὸ νὰ μὴν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν καρδιά σας. Σὰν τὸ κερὶ ν’ ἀνάβει καὶ νὰ φωτίζει ὅλους τοὺς λογισμούς, ὅλες τὶς ἐσωτερικὲς κινήσεις τῆς καρδιᾶς σας.
Αὐτὸς θὰ σᾶς διδάξει νὰ βαδίζετε σωστά, νὰ ἐργάζεσθε τὸ κάθε τί σὰν ἔργο Θεοῦ. Αὐτὸς θὰ σᾶς διδάξει νὰ στέκεστε, ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκονται μπροστὰ στὸν βασιλέα. Αὐτὸς θὰ σᾶς διδάξει νὰ προχωρεῖτε, ὅπως προχωροῦν ἐκεῖνοι ποὺ κρατοῦν ἕνα ποτήρι γεμάτο νερό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν πρέπει νὰ στάξει οὔτε μία σταγόνα.
Ὁ Θεὸς βρίσκεται παντοῦ. Καὶ σὰν βρεῖ καρδιὰ ποὺ δὲν Τοῦ ἐναντιώνεται, καρδιὰ ταπεινή, μπαίνει μέσα της καὶ τὴ γεμίζει χαρά. Τόση εἶναι ἡ χαρὰ τῆς καρδιᾶς ποὺ ἔχει μέσα τῆς τὸ Θεό, ὥστε κολλάει πάνω Του καὶ δὲν θέλει ποτὲ νὰ Τὸν ἀποχωριστεῖ. Σὲ καρδιὰ φουσκωμένη ἀπὸ ἐγωισμὸ δὲν πλησιάζει ὁ Κύριος. Κι ἔτσι αὐτὴ καταθλίβεται, μαραζώνει καὶ σιγολιώνει, βυθισμένη στὴν ἄγνοια, τὴ λύπη καὶ τὸ σκοτάδι.
Ὅσο ἁμαρτωλοὶ κι ἂν εἴμαστε, μόλις στραφοῦμε μὲ μετάνοια καὶ πόθο πρὸς τὸν Κύριο, ἡ θύρα τῆς καρδιᾶς μᾶς ἀνοίγει σ’ Ἐκεῖνον. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀκαθαρσία ξεχύνεται ἔξω, γιὰ νὰ παραχωρήσει τὴ θέση της στὴν καθαρότητα, τὴν ἀρετή, τὸν ἴδιο τὸ Σωτήρα, τὸν μεγάλο Ἐπισκέπτη τῆς ψυχῆς, τὸν κομιστὴ τῆς χαρᾶς, τοῦ φωτός, τοῦ ἐλέους. Θεῖο δῶρο εἶναι αὐτὴ ἡ εὐλογημένη κατάσταση, ὄχι δικό μας κατόρθωμα. Καὶ ἀφοῦ εἶναι δῶρο, πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ δωρητὴ μὲ ταπείνωση.
Ταπείνωση! Ἡ βάση κάθε αρετης καὶ ἡ προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς καρποφορίας! Ἔχετε ταπείνωση; Ἔχετε τὸ Θεό. Τὰ ἔχετε ὅλα! Δὲν ἔχετε ταπείνωση; Τὰ χάνετε ὅλα! Νὰ συντηρεῖτε, λοιπόν, στὴν καρδιὰ σᾶς τὸ αἴσθημα τῆς ταπεινοφροσύνης.
Ἡ φυσικὴ καὶ ὁμαλὴ σχέση μας μὲ τὸ Θεὸ προϋποθέτει καρδιὰ ἔμπονη, συντριμμένη καὶ ὁλοκληρωτικὰ ἀφοσιωμένη σ’ Αὐτόν, καρδιὰ ποὺ μυστικὰ ἀναφωνεῖ κάθε στιγμή: “Κύριε, ἐσὺ τὰ γνωρίζεις ὅλα· σῶσε μέ!”.
Ἂν παραδοθοῦμε στὰ χέρια Του, ἡ σοφὴ καὶ ἅγια βουλή Του θὰ κάνει μ’ ἐμᾶς καὶ σ’ ἐμᾶς ὅ,τι εἶναι πρόσφορο γιὰ τὴ σωτηρία μας… Τὸ ἔργο τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς δὲν εἶναι μόνο γιὰ τοὺς ἡσυχαστές, ἀλλὰ γιὰ ὅλους τους χριστιανούς, στοὺς ὁποίους ὁ Κύριος, μέσω τοῦ ἁγίου ἀποστόλου, παραγγέλλει: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε».
Ὑπάρχουν διάφορες βαθμίδες προσευχῆς μέχρι τὴν ἀδιάλειπτη. Ὅλες εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ, ποὺ παρακολουθεῖ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ἐξίσου, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἰδιότητά τους ὡς μοναχῶν ἢ κοσμικῶν. Καὶ ὅταν μία καρδιά, ὅποια κι ἂν εἶναι, στρέφεται σ’ Αὐτόν, τὴν πλησιάζει μὲ ἀγάπη καὶ ἑνώνεται μαζί της.

Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017


Ἕνας Ἕλληνας - ὁ Μακρυγιάννης

Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι ποὺ σπρώχνουν τὸν Μακρυγιάννη νὰ ὀργανώσει τὴ συνωμοσία ποὺ καταλήγει στὸ Σύνταγμα τῆς Γ´ Σεπτεμβρίου. Ὁρκίζει σ᾿ ὅλο τὸ κράτος. Ἰδοὺ πῶς ὁρκίζει. Ἡ σκηνὴ εἶναι στὸ σπίτι τοῦ Μακρυγιάννη ἕνα βράδυ· ἕνας ἀγωνιστὴς κάθεται μαζί του· καθὼς τσουγκρίζουν τὰ ποτήρια, ἡ κουβέντα τελειώνει ἔτσι:
»- Ποῦ τὸ τσάκισες αὐτὸ τὸ χέρι;
»- Στὸ Μεσολόγγι, μοῦ λέγει.
»- Ποῦ τὸ τσάκισα ἐγὼ αὐτό;
»- Στοὺς Μύλους τ᾿ Ἀναπλιοῦ.
»- Γιατί τὰ τσακίσαμε;
»- Γιὰ τὴ λευτεριὰ τῆς πατρίδος.
»- Ποῦ 'ναι ἡ λευτεριὰ κι ἡ δικαιοσύνη; Σήκω ἀπάνου!
»-Τὸν παίρνω καὶ πᾶμε καὶ τὸν ὁρκίζω.
Καὶ γίνεται τὸ Σύνταγμα καὶ πέφτει στὰ χέρια τῶν πολιτικῶν καὶ ἐξευτελίζεται, κι ὁ Μακρυγιάννης ὁλοένα ἀποτραβιέται ἀπὸ τὸν κόσμο.
«Ὅσοι ἔχουν τὴν τύχη μας σήμερο στὰ χέρια τους» γράφει κατὰ τὸ 1851 «ὅσοι μας κυβερνοῦν, μεγάλοι καὶ μικροί, καὶ ὑπουργοὶ καὶ βουλευταί, τό 'χουν σὲ δόξα, τό 'χουν σὲ τιμή, τό 'χουν σὲ ἰκανότη τὸ νὰ τοὺς εἰπεῖς ὅτι ἔκλεψαν, ὅτι πρόδωσαν, ὅτι ἤφεραν τόσα κακὰ στὴν πατρίδα. Εἶναι ἄξιοι ἄνθρωποι καὶ τιμῶνται καὶ βραβεύονται. Ὅσοι εἶναι τίμιοι κατατρέχονται ὡς ἀνάξιοι τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας».
Καὶ πάλι:

«Φανήκετε ὅλοι τί ἀξίζετε καὶ τί κάμετε στὴν πατρίδα, ἀρχὴ καὶ τέλος. Σᾶς θεωροῦσαν οἱ μέσα καὶ οἱ ἔξω πὼς κάτι ἤσασταν. Κι εἶστε ὅ,τι εἶστε. Ἤσασταν ὅ,τι θεωροῦσαν οἱ Εὐρωπαῖοι τὸ Σουλτάνο καὶ δὲν τολμοῦσαν νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν τὸν τίτλο τοῦ ‘Γκρανσινιόρη´. Ὅσο ἔβλεπαν τὸ τζαμὶ στὴ Βιένα σκιάζονταν κι ἔτρεμαν νὰ μὴν πάγει καὶ παραμέσα καὶ φκιάσει κι ἄλλα τζαμιά. Κι ἀπὸ αὐτὸ τὸ φόβο κάποτε τοῦ πλέρωναν καὶ φόρο. Κι ὅταν βγῆκαν μία χοῦφτα ἄνθρωποι καὶ τοὺς ἀπόδειξαν ὅτι δὲν ἔχει πλέον ὁ Γκρανσινιόρης μαστόρους νὰ χτίσει τζαμιά· ὅτι θὰ πέσουν κι αὐτὰ ποὺ ἔχει, ἀπὸ τότε τὸν λένε «ὁ Τοῦρκος». Καὶ γι᾿ αὐτὸ οἱ εὐεργέτες μας βάνουν τὰ φῶτα τους νὰ μᾶς προκόψουν. Ὅμως καὶ χωρὶς κανένας ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μᾶς πειράξει μ᾿ ἔργα, ἂς εἶστε καλὰ ἐσεῖς, ποὺ δὲν ἀφήσατε κανένα κουσοῦρι καὶ μᾶς καταντήσετε τέτοιους ποὺ εἴμαστε».
Μόνο οἱ παλιοί του σύντροφοι τὸν βλέπουν. Ὡστόσο ἡ Κυβέρνηση πάντα τὸν ὑποψιάζεται. Ὁ Ὄθων ποτὲ δὲν τοῦ συγχώρεσε τὴ συνωμοσία τοῦ '43. Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι πάντα γι᾿ αὐτοὺς ἕνα ἄγριο θηρίο ποὺ πρέπει νὰ κλειστεῖ στὸ κλουβί. Ἔτσι κατὰ τὸ Σεπτέμβριο τοῦ '51 ἀρχίζουν καὶ κυκλοφοροῦν οἱ κατηγορίες -ἀνυπόστατες, ἀστήριχτες, ποὺ δὲν ἀποδείχτηκαν ποτέ: Ὁ Μακρυγιάννης θέλει νὰ σκοτώσει τὸ βασιλιά, θέλει νὰ κάνει δημοκρατία. Ὁ Μακρυγιάννης συνεννοεῖται μὲ κάτι πρόσφυγες Πολωνοὺς ποὺ κυκλοφοροῦν ἀνατρεπτικὲς προκηρύξεις. Ὁ Μακρυγιάννης εἶπε ὕποπτες κουβέντες σ᾿ ἕναν Ν. Στεφανίδη, διαβόητο βωμολόχο, ποὺ εἶναι καὶ ὁ μοναδικὸς μάρτυρας στὴ δίκη του. Ἔτσι τὸν περιορίζουν στὸ σπίτι του. Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι σάπιος ἀπὸ τὶς ἑφτὰ πληγὲς ποὺ μάζεψε στὸν ἀγῶνα.
«Αἱ πληγαὶ συχνὰ ἠνοίγοντο αἱμορροοῦσαι» γράφει ὁ γιατρὸς Γούδας ποὺ μίλησε στὴ κηδεία του· «ὁ ἐξ αὐτῶν πυρετὸς κατεβίβρωσκεν αὐτόν. Βαρεῖαι νόσοι ἐπήρχοντο, ἡ δὲ ἀνάρρωσις ἐγένετο βραδυτάτη. Ταῦτα ἦσαν τὰ ἀγαθὰ ὧν ἔλαχεν ὁ Μακρυγιάννης ὡς ἀμοιβὴν τῶν ὑπὲρ πατρίδος ἐξόχων ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ. Πληγαὶ καὶ ἀσθένειαι πολυώδυνοι καὶ μετ᾿ αὐτῶν πενία δυσθεράπευτος ὡς ἐκεῖναι».
Οἱ πληγὲς τοῦ κεφαλιοῦ, ποὺ πῆρε στὴ μάχη τοῦ Σερπετζέ, τὸν κάνουν κάποτε ἔξαλλο. Τρεῖς μέρες προτοῦ τὸν πᾶνε στὶς φυλακὲς τοῦ Μεντρεσέ, μὴ ἔχοντας ἄλλον κριτὴ νὰ τὸν δικαιώσει, ὅπως στὰ νιάτα του στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ Ἁϊγιάννη, κάθεται καὶ γράφει στὸν ἴδιο τὸ Θεό:
«Καὶ δὲ μᾶς ἀκοῦς καὶ δὲ μᾶς βλέπεις [...]. Καὶ νὰ σκούζω νύχτα καὶ μέρα ἀπὸ τὶς πληγές μου. Καὶ νὰ βλέπω τὴ δυστυχισμένη μου φαμίλια καὶ τὰ παιδιά μου πνιγμένα στὰ κλάματα καὶ ξυπόλυτα. Καὶ ἕξι μῆνες φυλακωμένος σὲ δυὸ ἀδρασκελιὲς κάμαρη. Καὶ γιατρὸ νὰ μὴ βλέπομε, οὔτε ν᾿ ἀφήνουν κανένα νὰ πλησιάσει νὰ μᾶς ἰδεῖ. [...]. Ὅλοι θέλουν νὰ χαθοῦμε. Μᾶς κάνουν ἀνάκρισες ὁλωνῶν, κατ᾿ οἶκον ἔρευνα σπίτια, κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εἰκόνες δικές σου [...]. Καὶ στὶς 13 τουτουνοῦ τοῦ μῆνα [...] ἦρθε ὁ μοίραρχος μὲ τὴ στολή του, ὅπου μᾶς φύλαγε, καὶ μοῦ λέγει νὰ πάγω στὴ φυλακὴ τοῦ Μεντρεσέ, ὅπου φυλακώνουν τοὺς κακούργους...».
Δὲν εἶναι πολλὰ χρόνια, ψάχνοντας στὸ Ἐθνολογικὸ Μουσεῖο νὰ βρῶ ἐνθύμια του Μακρυγιάννη, εἶδα τὸ γύψινο ἀποτύπωμα τοῦ νεκροῦ κεφαλιοῦ του. Ἦταν σὰν ἕνα μαραγκιασμένο μῆλο ἢ ἕνα πετράδι τῆς ἀκρογιαλιᾶς, βαθιὰ γλυμμένο ἀπὸ τὸ ἀκαταπόνητο κῦμα, λίγο μεγαλύτερο ἀπὸ μία γροθιά. Αὐτὸ τὸ ταλαίπωρο πρᾶγμα ἦταν ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει, τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, ἀπὸ τὴν ὡραία καὶ τὴν εὐγενικιὰ μορφὴ τοῦ μεγαλόψυχου ἄντρα.
Γιῶργος Σεφέρης

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017


Ὅλα δένονται καὶ λύνονται μὲ πνευματικὸ τρόπο
Ὅλα ὅσα κάνει ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζουν στὸν ἀόρατο, δηλαδὴ στὸν μυστικὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς του. Ὅταν βάλεις κάτι στὸν νοῦ σου, ὁ Θεὸς τὸ βλέπει καὶ ἂν ἔχεις πάρει ἀπόφαση γι’ αὐτὸ τὸ κάτι εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ κάποτε στὴ ζωή σου.
Ἀκοῦστε ἕνα παράδειγμα. Κάποιος μοναχὸς μοῦ εἶπε: «Μάλωσα μὲ ἕναν μοναχό (νομίζω ἀπὸ ἄλλη μονή), ἀλλὰ ὕστερα μετάνιωσα καὶ ἤθελα νὰ τοῦ ζητήσω συγγνώμη. Ἐκεῖνος ὅμως οὔτε ποὺ ἤθελε νὰ ἀκούσει γιὰ μένα -τόσο πληγωμένος ἦταν. Καὶ σκεφτόμουν: Τί νὰ κάνω; Αὔριο μεθαύριο πρέπει νὰ φύγω, καὶ θέλω καὶ νὰ κοινωνήσω. Πλήγωσα τὸν ἀδελφό μου, πῶς νὰ πλησιάσω στὴ θεία Κοινωνία; Ἀλλὰ καὶ πῶς νὰ συνεχίσω τὴ ζωὴ τῆς μετάνοιας ἀφοῦ δὲν μὲ θέλει πιά. Ἐγὼ θέλω νὰ τοῦ ζητήσω συγγνώμη ἀλλὰ αὐτὸς οὔτε ποὺ θέλει νὰ ἀκούσει γιὰ μένα. Θυμήθηκα τότε, λέει, ἕναν λόγο τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Στὰ Δίπτυχα, μετὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων, ὁ ἱερέας λέει: «Μνήσθητι, Κύριε, τῶν εὐσεβεστάτων καὶ πιστοτάτων ἡμῶν βασιλέων... λάλησον εἰς τὴν καρδίαν αὐτῶν ἀγαθὰ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας σου καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ σου».
Ὁ μοναχὸς αὐτὸς θυμήθηκε αὐτὸ τὸ «λάλησον» καὶ εἶπε: «Κύριε, λάλησε Ἐσὺ στὴν καρδιά του γιὰ τὴ μετάνοιά μου, πές του ὅτι μετανιώνω γιὰ ὅ,τι ἔκανα, ὅτι τοῦ ζητάω συγγνώμη καὶ ὅτι καὶ ἐγὼ τὸν συγχωρῶ». Καὶ συνέχισε λέγοντας: «Τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ τὸν εἶδα ἦταν σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε ποτὲ σύννεφο στὸν οὐρανό, ὅλα ἐξαφανίστηκαν καὶ ἡ συμφιλίωση ἔγινε». Ὅταν ἔμαθα αὐτὸ τὸ περιστατικό, συμβούλεψα καὶ ἄλλους νὰ πράττουν ἔτσι, καὶ σχεδὸν κάθε φορὰ γίνονταν θαύματα.

Μία μοναχή, ποὺ εἶχε πρωτοπάει σὲ μία μονή, μοῦ ἔλεγε: «Πάτερ, φοβᾶμαι ὅλους τοὺς ἀνθρώπους». Ἦταν πολὺ εὐαίσθητη καὶ πληγωμένη, ἰδιαίτερα ἀπὸ κάποια ἡλικιωμένη μοναχὴ ποὺ ἦταν πολὺ αὐταρχική. Μοῦ ἔλεγε: «Ὅταν μπαίνω στὸ μαγειρεῖο, μὲ πιάνει τρόμος, δὲν ξέρω τί νὰ κάνω!» Τῆς εἶπα νὰ προσευχηθεῖ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο: «Κύριε, πὲς στὴν καρδιά της γιὰ μένα ἕναν καλὸ λόγο». Μία μέρα, λοιπόν, ἔρχεται τρέχοντας καὶ μοῦ λέει: «Πάτερ, ξέρετε τί συνέβη; Ἦρθε ἡ ἀδελφὴ τάδε καὶ μὲ ξανάπιασε ὁ τρόμος καὶ εἶπα “Κύριε, πές της ὅτι τὴν ἀγαπάω!” Καὶ τότε, πάτερ -δὲν ξέρω, ἴσως νὰ ἦταν σύμπτωση- μὲ κοίταξε γλυκὰ καὶ μοῦ μίλησε πολὺ ὡραῖα». Πέρυσι, ὅταν τὴν ξαναεῖδα, εἶχε τὸ ἴδιο λαμπερὸ πρόσωπο ὅπως τότε, καὶ ἂς εἶχαν περάσει δέκα ὁλόκληρα χρόνια, καὶ εἶχε εἰρήνη μὲ ὅλους. Καὶ πιστεύω ὅτι αὐτὲς οἱ «συμπτώσεις» της συνεχίστηκαν.
Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι ὅλα δένονται καὶ λύνονται μὲ πνευματικὸ τρόπο στὸν μυστικὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς. Καὶ μοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ πῶ καὶ τοῦτο: πρέπει νὰ ἀσκούμαστε σὲ αὐτὸ ποὺ οἱ πρόγονοί μας τὸ ἔκαναν πολὺ φυσικά. Οἱ πρόγονοί μας, ποὺ ἦταν πιὸ κοντὰ στὸν Θεὸ ἀπ’ ὅ,τι ἐμεῖς, μὲ πολὺ φυσικότητα, σὲ κάθε περίσταση, ἐπικαλοῦνταν τὸν Θεό. Φέρ’ εἰπεῖν, ὅταν αἰσθανόμαστε ἕναν κίνδυνο, νὰ ποῦμε: «Κύριε!» Καὶ πὲς κάτι στὸν Θεό. Βλέπεις μία ἁμαρτία μέσα σου, πές: «Κύριε, κοίτα τί ἔχω μέσα μου, μὴ μὲ ἀφήνεις ἔτσι!» Βλέπεις ὅτι κάποιος σὲ στενοχωρεῖ καὶ δυσκολεύεσαι νὰ φιλιώσεις μαζί του· πὲς πάλι: «Κύριε, μίλησε στὴν καρδιά μου γιὰ τὸν πλησίον μου!» κ.λπ.
Νὰ ἐπικαλεῖσθε, λοιπόν, τὸν Θεό. Εἶναι πίστη μας ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρας μας, εἶναι ὁ μόνος μεσίτης μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ἄρα, λοιπόν, τολμῶ νὰ πῶ ὅτι ἀρέσει στὸν Θεὸ νὰ μεσιτεύει μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Κάλεσε λοιπὸν τὸν Θεὸ καὶ κάνε Τον μεσίτη ἀνάμεσα σ’ ἐσένα καὶ στὸν ἐχθρό σου, ἀνάμεσα σ’ ἐσένα καὶ σὲ αὐτοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἔχεις μαλώσει, καὶ θὰ δεῖς τὴν «σύμπτωση» ποὺ θὰ συμβεῖ.
Λίγες μέρες πρὶν μοῦ ἔλεγε κάποιος ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Καὶ τοῦ ἀπαντῶ: «Ὄχι! Παριστάνει πολὺ καλὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει! Κάνε λοιπὸν ἐσὺ ὅτι πιστεύεις, καὶ θὰ δεῖς πὼς καὶ ὁ Θεὸς θὰ κάνει ὅτι ὑπάρχει!» Καὶ ἔτσι θὰ συμβαίνουν καὶ σ’ ἐμᾶς παρόμοιες «συμπτώσεις».
Συνοψίζω λέγοντας: Νὰ μάθουμε, ἀδελφοί μου, νὰ καλοῦμε τὸν Θεὸ σὲ κάθε περίπτωση καὶ μὲ κάθε ἀφορμὴ καὶ νὰ ζητᾶμε τὴ συμβουλή Του. Νὰ θέτουμε στὸν Θεὸ ὅλες τὶς ἀπορίες μας, νὰ Τὸν ρωτᾶμε τί νόημα καὶ τί σκοπὸ ἔχει τὸ καθετί.
Καὶ νὰ μὴν ξεχνᾶμε νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε κάθε φορὰ ποὺ μᾶς δίνει ὅ,τι Τοῦ ἔχουμε ζητήσει. Τὸ «Κύριε!» νὰ ἔχουμε πρῶτα πρῶτα στὴν καρδιά μας, καὶ ὕστερα ὅλα τὰ ἄλλα. Στὴν περίπτωση ποὺ θέλεις νὰ μιλήσεις μὲ τὸν πνευματικό σου καὶ βρίσκεται σὲ κάποια ἀπόσταση ἀπὸ σένα, πρέπει νὰ περπατήσεις αὐτὴ τὴν ἀπόσταση (καὶ στὸ μεταξὺ μπορεῖ κάποιος ἄλλος νὰ σὲ ἔχει προλάβει), ἢ πρέπει νὰ πάρεις τηλέφωνο καὶ νὰ σχηματίσεις ἕναν ἀριθμό. Γιὰ τὸν Θεὸ ὅμως δὲν χρειάζεται οὔτε κάν αὐτό -μπορεῖς ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ πεῖς «Κύριε!» καί, ὅπως ἔλεγε κάποιος, συνδέθηκες μὲ τὸν «δορυφόρο “Κύριε!”». Καὶ τότε θὰ δεῖς πῶς αὐτὸς ὁ Θεὸς «παριστάνει» ὅτι ὑπάρχει!
Ἱερομόναχος Ραφαὴλ Νόϊκα

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Ὁ πρῶτος Κυβερνήτης
Ὁ Νικόλαος Σπηλιάδης (1780-1867), πού ὡς «Γραµµατεύς Ἐπικρατείας» (πρωθυπουργός) γνώριζε καλά τόν Καποδίστρια, παραδίδει τήν πληροφορία ὃτι ὁ πρῶτος µας Κυβερνήτης ἢθελε νά δηµιουργήσει «Νεορωµαϊκήν αὐτοκρατορίαν», ἐπισηµαίνοντας ἒτσι τόν οἰκουµενικό µεγαλοϊδεατισµό του. Ὁ Καποδίστριας ἢθελε νά ἀναστηθεῖ τό «ρωµαίικο», ἡ Βυζαντινή αὐτοκρατορία. Εἶναι, ἂλλωστε, γνωστή µιά σχετική διπλωµατική ἐνέργειά του. Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1828 προσπάθησε νά πείσει τόν τσάρο Νικόλαο νά ἱδρυθεῖ Ὁµοσπονδία ἀπό πέντε αὐτόνοµα κράτη στήν Βαλκανική: Ἑλλάδος, Ἠπείρου, Μακεδονίας, Σερβίας καί ∆ακίας µέ ἐλεύθερη πόλη τήν Κωνσταντινούπολη, προσβλέποντας στήν µελλοντική ἓνωσή τους καί ἒτσι τήν ἀποκατάσταση µεγάλου µέρους τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώµης. Ἐξ ἂλλου, ἢδη τό 1819 σέ ἐπώνυµο ὑπόµνηµά του ἀπό τήν Κέρκυρα, ὑπεστήριζε τήν ἀναβολή τῆς ἑτοιµαζοµένης ἐπαναστάσεως, διότι προέβλεπε τήν χειραγώγησή της ἀπό τίς ∆υτικές ∆υνάµεις, καί τήν θεµελίωση τῆς «Φιλικῆς Ἑταιρείας» οὐχί ἐπί τῆς ἀρχῆς τῆς ἐθνότητος, ἀλλά ἐπί τῆς εὐρείας καί ζώσης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Καί ὁ Καποδίστριας ἢθελε ἀνάσταση τοῦ ρωµαίικου, πού συνεχιζόταν στά ὃρια τῆς Ἐθναρχίας. Μέ τήν Ὀρθοδοξία καί ὂχι τήν ἀποχριστιανοποιηµένη Εὐρώπη συνέδεε καί αὐτός τό µέλλον τοῦ Ἑλληνισµοῦ.

Ἀκραιφνῶς ἑλληνορθόδοξο ἦταν τό φρόνηµά του γιά τό Ἒθνος.Ὃπως ἒγραφε στὸν ὑφυπουργό Πολέµου καί Ἀποικιῶν Οὐίλµοτ Χόρτον (15 Ὀκτωβρίου 1825): «Τό ἑλληνικόν Ἒθνος ἀποτελεῖται ἀπό ἂτοµα τά ὁποῖα, µετά τήν κατάκτησιν (=ἃλωση) τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δέν ἒπαυσαν νά πρεσβεύουν τήν ὀρθόδοξον θρησκείαν, νά ὁµιλοῦν τήν γλῶσσαν τῶν πατέρων των καί τά ὁποῖα τελοῦν ὑπό τήν πνευµατικήν ἢ κοσµικήν (=ἐθναρχικήν) δικαιοδοσίαν τῆς Ἐκκλησίας των, ἀσχέτως τοῦ τόπου πού διαµένουν ἐν Τουρκίᾳ… Τά ὃρια τῆς Ἑλλάδος ἒχουν χαραχθῆ ἀπό τεσσάρων αἰώνων διά τῶν δικαίων τά ὁποῖα οὒτε ὁ χρόνος οὒτε πάσης φύσεως δεινά οὒτε ἡ κατάκτησις ἠδυνήθησαν ποτέ νά διαγράψουν». Μέσα σέ λίγες γραµµές προσδιορίζεται ἡ ἑλληνική ταυτότητα, µέ κύρια στοιχεῖα τήν Ὀρθόδοξη πίστη καί τή γλώσσα. «Ἡ χριστιανική θρησκεία -σηµειώνει ἀλλοῦ- ἐσυντήρησεν εἰς τούς Ἓλληνας καί γλῶσσαν καί πατρίδα καί ἀρχαίας ἐνδόξους ἀναµνήσεις, καί ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτούς τήν πολιτικήν ὓπαρξιν, τῆς ὁποίας εἶναι «στύλος καί ἑδραίωµα». Ἀληθινή κιβωτός τοῦ ἀναγεννώµενου Ἒθνους ἦταν, κατά τόν Καποδίστρια, ἡ Ὀρθοδοξία.Ἡ στυγερή δολοφονία του δέν ἀνέκοψε µόνο τήν ὁµαλή πορεία τοῦ Ἒθνους πρός τήν πλήρη ἀποκατάστασή του, ἀλλά καί τήν πορεία ὃλης τῆς ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς, τῶν λοιπῶν βαλκανικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἐθναρχίας.
Ὁ Καποδίστριας δέν ἀνῆκε ποτέ, πνευµατικά καί πολιτιστικά, στήν Εὐρώπη, παραµένοντας πάνω ἀπ’ ὃλα Ἓλλην. Ὑποστήριξε τήν εὐρωπαϊκή ἑνότητα, χωρίς ὃµως στό ἐλάχιστο νά ὑποτιµήσει ἢ νοθεύσει τή δική του ταυτότητα. Σήµερα θά λέγαµε ὃτι ἐργάσθηκε γιά µιάν Εὐρώπη «τῶν Λαῶν καί τῶν πολιτισµῶν». Ἀλλ’ αὐτό ἀκριβῶς δέν θέλει νά εἶναι ἡ σηµερινή Εὐρώπη, ἐπιµένοντας στόν φραγκοτευτονικό ρατσιστικό φεουδαρχισµό της. Ὁ Καποδίστριας ὁραµατιζόταν τήν συνέχεια τοῦ Ἒθνους µέσα στήν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή του. Ἒτσι δέν ἂργησε νά ἒλθει σέ σύγκρουση µέ τίς δυνάµεις ἐκεῖνες, ξένες καί ἐγχώριες, πού ἐπεδίωκαν τόν ἐξευρωπαϊσµό τῆς Χώρας, µέ τήν ἀποσύνδεσή της ἀπό τόν ἑλληνορθόδοξο πολιτισµό της. Ὁ Κυβερνήτης ὃµως πίστευε καί διεκήρυττε ὃτι «ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης»!
Ἑλληνορθόδοξο ἦταν καί τό ὃραµά του γιά τήν παιδεία τοῦ Ἒθνους. Παιδεία καί Ἐκκλησία ἦταν στή συνείδησή του ἀλληλένδετα. Γι’ αὐτό καί συνέστησε Γραµµατεία (=Ὑπουργεῖο) «τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς ∆ηµοσίου Παιδείας», διότι, ὃπως ἒλεγε, ἦσαν «δύο ὑπηρεσίαι ἀχώριστοι, πρός ἓνα συντρέχουσαι σκοπόν, τήν ἠθικήν τῶν πολιτῶν µόρφωσιν, ἣτις εἶναι ἡ βάσις τῆς κοινωνικῆς καί πολιτικῆς τοῦ ἒθνους ἀνορθώσεως». Τήν σηµασία αὐτῆς τῆς ἐπιλογῆς φωτίζει ἡ καλβινίζουσα σύζευξη ἀπό τόν Κοραῆ τῆς Παιδείας µέ τήν Ἀστυνοµία, σέ ἓνα κοινό ὑπουργεῖο…
Ἒτσι ὃµως ἐξηγεῖται ἡ ἐφεκτική στάση τοῦ Καποδίστρια ἒναντι τῶν Ξένων, ὂχι µόνο στή σφαῖρα τῆς πολιτικῆς, ἀλλά περισσότερο στόν χῶρο πού µποροῦσαν νά ἀλλοιώσουν τήν αὐτοσυνειδησία τοῦ Ἒθνους, τήν Ἐκπαίδευση. Μία ἀπό τίς βασικότερες ἐναντίον του κατηγορίες τῶν δυτικῶν Μισσιοναρίων ἦταν ὃτι τά σχολεῖα τοῦ Καποδίστρια εἶχαν µοναστηριακή ὀργάνωση, συνδυάζοντας τήν σπουδή µέ τή λατρεία καί τήν ἀνάγνωση στήν τράπεζα βίων Ἁγίων. Ὁ δραστήριος Μισσιονάριος L. Korck, πού θά ἐλέγχει τήν ἑλληνική ἐκπαίδευση ἐπί Βαυαρῶν, λέγει γιά τόν Καποδίστρια: «Ἐπέµενε ἒντονα στό νά µή ἐπιτραπῇ νά διδάσκεται τίποτε στά σχολεῖα τῶν Μισσιοναρίων χωρίς νά ἒχει λάβει προηγουµένως γνώση ἡ Κυβέρνηση», προέβαλλε δέ ἀντιρρήσεις στήν κυκλοφορία προτεσταντικῶν φυλλαδίων, πού προσέβαλλαν τήν θρησκευτική παράδοση τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ Καποδίστριας ἒγραφε καί στόν ἀµερικανό Μισσιονάριο Rufus Anderson ὃτι οἱ Ἓλληνες θά δέχονταν εὐαρέστως σχολεῖα καί βιβλία καί εἰκόνες καί κάθε τι πού δέν θά τούς ἀποσποῦσε ἢ δέν θά ὑπονόµευε τήν πίστη τους στήν Ἐκκλησία τοῦ Ἒθνους τους. Ὁ Κυβερνήτης ἦταν ὁ µόνος πολιτικός µας πού ἀπέκρουσε τήν διαρπαγή, δήµευση ἢ ἀπαλλοτρίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἐπιδιώκοντας τήν ἀξιοποίησή της γιά τήν µισθοδοσία τοῦ Κλήρου καί τήν συντήρηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σχολείου. Εἶναι δε γνωστό ὃτι οὐδεµία ἀποζηµίωση δέχθηκε ποτέ ἀπό τήν Ἑλληνική Πατρίδα, προσφέροντάς της ὃλη τήν ἀτοµική του περιουσία. Ὁ χαρακτηρισµός τοῦ Καποδίστρια ὡς «τοῦ πρώτου καί τελευταίου Κυβερνήτου πού ἀγάπησε καί ἐνδιεφέρθη εἰλικρινῶς διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος» δέν εἶναι, µετά τά παραπάνω, ὑπερβολή. Θά διαψευσθῆ ὃµως ἀπό ἐκείνους, πού θά ἀναλάβουν τήν περαιτέρω ὀργάνωση τῆς πορείας τοῦ Ἔθνους.
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017


Ἑλληνισμὸς καὶ Χριστιανισμὸς
Τήν αὐθεντική ἕνωση Ἑλληνισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας διασώζουν διαχρονικά οἱ Ἅγιοί μας, Πατέρες καί Μητέρες, δίνοντας στή σύζευξη αὐτή προτεραιότητα στό σωτηριολογικό περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀποφεύγοντας ἔτσι τή νόθο συζυγία (αἵρεση). Μέσῳ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων ἡ Ὀρθοδοξία προσέλαβε τόν Ἑλληνισμό χωρίς νά ὑποδουλωθεῖ στό πρόσλημμα. Προσέλαβε ἔτσι τόν ἑλληνικό λόγο, ἀλλά ἀνανοηματοδοτώντας τον καί μεταβάλλοντάς τον σέ ἐκκλησιαστικό λόγο. Αὐτό διακηρύσσει ὁ Ἕλληνας Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς: «Κἄν τις τῶν Πατέρων τά αὐτά τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ’ ἐπί τῶν ρημάτων μόνον· ἐπί δέ τῶν νοημάτων πολύ τό μεταξύ» (ἡ ταύτιση περιορίζεται στούς ὅρους, στά νοήματα ὑπάρχει μεγάλη διαφορά).
Ἐδῶ ἀναδύεται καί τό σκανδαλιστικό γιά τόν μή πλήρως ἐκχριστιανισμένο Ἑλληνισμό τῆς (αἱρετίζουσας παγανίζουσας) διανόησης, ὅτιπαρά τήν πανηγυρική κατάφαση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας ὀρθόδοξη θεολόγηση εἶναι συνέχεια τῆς προφητικῆς θεολογικῆς παραδόσεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ὄχι τῆς ἑλληνικῆς (θεολογοῦσας) σκέψεως, χωρίς βέβαια νά μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ (τουλάχιστον ἀφελῶς) ἑβραϊκή, ἀφοῦ, ὅπως ἐλέχθη, Παλαιὰ Διαθήκη, χριστοκεντρικά θεωρούμενη, ἀνήκει στούς Χριστιανούς καί ὄχι στούς Ἑβραίους.
Ὁ Ἕλλην λόγος, σ’ ὅλο τό πλάτος καί τό δυναμισμό του, γίνεται βασικό ὄργανο ἐκφράσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά ἡ Ἑλληνική Φιλοσοφία μόνο παιδευτικό χαρακτήρα ἔχει στήν Ὀρθοδοξία· τό περιεχόμενό της μένει τελείως ἔξω ἀπό τή θεολογία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Αὐτό διατυπώνει, συγκεφαλαιώνοντας ὅλη τή σχετική πατερική παράδοση, τό «Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας» (9-14ος αἰ.): «Τοῖς τά ἑλληνικά διεξιοῦσι μαθήματα καί μή διά παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλά καί ταῖς ματαίαις αὐτῶν δόξαις ἑπομένοις καί ὡς ἀληθέσι πιστεύουσιν… ἀνάθεμα».
Ἔτσι, μένει ἔξω ἀπό τήν Ὀρθόδοξη – πατερική θεολογία ἡ μυθολογοῦσα ἑλληνική σκέψη, ὁ διονυσιακός αἰσθησιασμός καί γενικά ὅ,τι ἐμποδίζει τόν ἄνθρωπο στήν ἔνταξή του στήν ἐν Χριστῷ ὕπαρξη. Ἡ ζήτηση ὅμως τῆς ἀλήθειας (παιδεία – ἐπιστήμη), ἡ ἀγάπη πρός τό ὡραῖο (φιλοκαλία), ἡ πολιτική ὡς διευθέτηση τῶν κοινῶν καί γενικά ἡ «ζήτηση τῆς ἀλήθειας», ὡς θεμελιώδης ἑλληνική ἀρετή, καταξιώνονται χριστιανικά καί συνεχίζονται στά πρόσωπα τῶν ἐξ ἴσου Ἑλλήνων, ὅπως καί οἱ ἀρχαῖοι, Πατέρων.

Συνείδηση τῆς ἑλληνικῆς κληρονομιᾶς τους ἔχουν ἔντονα ὅλοι οἱ Ἕλληνες Πατέρες ( Μ. Βασίλειος ἐκαυχᾶτο ὅτι μητέρα του Ἐμμέλεια καταγόταν ἀπό τούς Ἠρακλεῖδες), βλέποντας ὅμως ταυτόχρονα τήν ἑλληνικότητά τους ἀναγεννημένη στήν ἁγιοτριαδική χάρη. Εἶναι ἐντυπωσιακό ὅτι σύγχρονη ἐπιστήμη (Ἀρχαιολογία) ἔχει ἀναθεωρήσει παλαιότερες ἑρμηνεῖες γιά τήν ἀνέγερση χριστιανικῶν . Ναῶν στή θέση ἀρχαίων.
Σήμερα οἱ «βυζαντινοί» ἀρχαιολόγοι στίς περιπτώσεις αὐτές βλέπουν ὄχι διάθεση καταστροφῆς, ἀλλά συνείδηση τῆς συνέχειας ὡς ὑπέρβαση καί εἴσοδο στό βασίλειο τῆς χάρης (χωρίς νά λείπουν φυσικά καί οἱ καταδικαστέες περιπτώσεις ἄλογου φανατισμοῦ καί στίς δύο πλευρές). Ἐκφραστικό καί πρόχειρο γιά μᾶς παράδειγμα: ἡ μικρή μητρόπολη (Ἅγιος Ἐλευθέριος) δίπλα στή Μητρόπολη τῶν Ἀθηνῶν. Πλάκες μέ ἀρχαῖες παραστάσεις ἀπό τόν ἀρχαῖο ναό σώζονται ἐμφανέστατα, περιγεγραμμένες στήν ἐξωτερική ἐπιφάνεια τοῦ χριστιανικοῦ. Ἀκόμη: στήν Καταπολιανή τῆς Πάρου ὁ ἀρχαῖος ναός σώζεται κάτω ἀπό τά θεμέλια του χριστιανικοῦ (ἔκφραση τῆς ὑπερβάσεως, γιά τήν ὁποία μιλήσαμε παραπάνω). Οἱ Χριστιανοί Ἕλληνες πού ἔκτισαν τήν Ἁγιά Σοφιά, ἤξεραν πῶς οἱ πρόγονοί τους εἶχαν κτίσει τόν Παρθενώνα!
Ὁ Ἑλληνισμός στίς θεόνομες καί λυτρωτικές ἀναζητήσεις του δέν ἀπορρίφθηκε. Αὐτό πού ἀποκρούεται ἀπό τούς Ἕλληνες Πατέρες (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης, Ἰωάννης Χρυσόστομος κ.λπ.) εἶναι ἡ ἐκφιλοσόφηση τῆς πίστεως (μεταφυσική θεολόγηση) ἤ ἡ ἐκνομίκευσή της. Ἀντίθετα, ἐξελληνισμό τοῦ Χριστιανισμοῦ συνιστᾶ ἡ αἵρεση καί ἡ αἱρετίζουσα διανόηση (ἐμμονή στό μή ἀνακαινισμένο ἀνθρώπινο).
Ὁ Χριστιανικός Ἑλληνισμός ἐκφράζεται μέ τόν ὅρο (ἀπό τόν 4ο αἰ.) Ὀρθοδοξία καί γι’ αὐτό ἱστορικά -ὄχι νομικά- ὁ Ἕλληνας μόνο ὡς ὀρθόδοξος χριστιανός μπορεῖ νά νοηθεῖ. Ὁ ἀείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ρῶσος κληρικός τῆς διασπορᾶς, πού ἐντάχθηκε ὅμως ἑκούσια στή δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (!), καθηγητής τοῦ Χάρβαρντ καί τοῦ Πρίστον, ὁ μεγαλύτερος ὀρθόδοξος θεολόγος τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἄφησε στήν ἐποχή μας δύο ὑπέροχες γιά μᾶς τούς κατά σάρκα Ἕλληνες ὁμολογίες:
α) Ὁ Ἑλληνισμός ὁλοκληρώθηκε μέσα στήν Ἐκκλησία, ὡς αἰωνία κατηγορία τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως· καί
β) δέν μπορεῖ κανείς νά γίνει χριστιανός (ὀρθόδοξος), ἄν δέν γίνει πρῶτα Ἕλληνας.
Ἄν δέν κυριαρχεῖται δηλαδή ἀπό τή «ζήτηση τῆς ἀλήθειας», πού εἶναι τό κύριο στοιχεῖο τῆς Ἑλληνικότητας (Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς).
Σέ τελευταία ἀνάλυση, γιά τόν Ὀρθόδοξο Ἕλληνα ὅλων τῶν αἰώνων αὐτή εἶναι μεγαλύτερη τιμή· καταξίωσή του ἀπό τή Θεία Χάρη, στήν ὑμνογραφία τῶν Χριστουγέννων, γραμμένη στήν Ἑλληνική γλῶσσα, νά διατρανώνει σὅλη τήν κτίση: «Εὕρομεν τήν Ἀλήθειαν»! Ἐν Χριστῷ τό ζητούμενο ἀπό τήν ἑλληνική ψυχή ἔχει τελεσίδικα βρεθεῖ. Γι’ αὐτό ὁ μεγάλος γερμανός Θεολόγος ΑΙ Jeremias ἔλεγε ὅτι, ἄν ὁ Πλάτων συναντοῦσε τόν Χριστό, θά γονάτιζε ἐνώπιόν του, λέγοντας: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου»! Ὁ σημερινός παγανιστικός «Ἑλληνισμός» (Julianus Redivivus) —ὅπου ὑπάρχει— δέν εἶναι συνέχεια τοῦ ἀρχαίου, ἀλλά ἄρνησή του. Διότι ἀρνεῖται αὐτό πού ὁ Ἑλληνισμός βρῆκε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τή σωτηρία.
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017


Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι
Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι
στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή.
Ξέρω μιὰ πράσινη ραχούλα...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
Ξέρω στὴ χώρα τὴ μεγάλη
τὸν πλούσιο δρόμο τὸν πλατύ,
μὲ τὰ παλάτια καὶ τοὺς κήπους...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
Ξέρω τὸ πρόσχαρο ἀκρογιάλι
ὅλο τὸ κῦμα τὸ φιλεῖ,
κρινόσπαρτη εἶναι ἡ ἀμμουδιά του...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ
Ἀτέλειωτη τραβάει μιὰ στράτα
σκίζει μιὰ χέρσα ἁπλοχωριά
σκληρὰ τὴ δέρνει τὸ ἀγριοκαίρι
κι ὁ λίβας τὴ χτυπᾶ.
Μιὰ στράτα χιλιοπατημένη,
τὸν καβαλλάρη νηστικό,
τὸν πεζοδρόμο διψασμένο
θάφτει στὸν κουρνιαχτό.
Ἐκεῖ τὸ σπίτι μου θὰ χτίσω
μὲ μιὰ βρυσούλα στὴν αὐλή,
πάντα ἡ γωνιά του θὰ καπνίζει
κι ἡ θύρα του θἆναι ἀνοιχτή.

Κωστὴς Παλαμᾶς

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017


Κάνε κι ἐσὺ μία θυσία
Ἂν ζητοῦμε κάτι ἀπὸ τὸν Θεό, χωρὶς νὰ θυσιάζουμε καὶ κάτι, δὲν ἔχει ἀξία. Ἄν κάθομαι καὶ λέω: «Θεέ μου, Σὲ παρακαλῶ, κάνε καλὰ τὸν τάδε ἄρρωστο», χωρὶς νὰ κάνω κάποια θυσία, εἶναι σὰν νὰ λέω ἁπλῶς καλὰ λόγια. Ὁ Χριστὸς νὰ δῆ τὴν ἀγάπη μου, τὴν θυσία μου, καὶ τότε θὰ ἐκπληρώση τὸ αἴτημά μου, ἂν βέβαια αὐτὸ εἶναι γιὰ τὸ πνευματικὸ καλὸ τοῦ ἄλλου. Γι’ αὐτό, ὅταν οἱ ἄνθρωποι σᾶς ζητοῦν νὰ προσευχηθῆτε γιὰ κάποιον ἄρρωστο, νὰ τοὺς λέτε νὰ προσευχηθοῦν καὶ αὐτοὶ ἢ τουλάχιστον νὰ ἀγωνισθοῦν νὰ κόψουν τὰ κουσούρια τους. Μερικοὶ ἄνθρωποι ἔρχονται καὶ μοῦ λένε: «Κάνε με καλά· ἔμαθα ὅτι μπορεῖς νὰ μὲ βοηθήσης». Θέλουν ὅμως νὰ βοηθηθοῦν, χωρὶς οἱ ἴδιοι νὰ καταβάλλουν καθόλου προσπάθεια. Λὲς λ.χ. στὸν ἄλλον: «μὴν τρῶς γλυκά, κάνε αὐτὴν τὴν θυσία, γιὰ νὰ σὲ βοηθήση ὁ Θεός», καὶ σοῦ λένε: «Γιατί; Δὲν μπορεῖ νὰ μὲ κάνη καλὰ ὁ Θεός;». 
Δὲν κάνουν μία θυσία γιὰ τὸν ἑαυτό τους, πόσο μᾶλλον νὰ θυσιασθοῦν γιὰ τὸν ἄλλον. Ἄλλος δὲν τρώει γλυκά, γιὰ νὰ βοηθήση ὁ Χριστὸς ὅσους πάσχουν ἀπὸ ζάχαρο, ἢ δὲν κοιμᾶται, γιὰ νὰ δώση λίγο ὕπνο ὁ Χριστὸς σ’ αὐτοὺς ποὺ πάσχουν ἀπὸ ἀϋπνίες. Ἔτσι συγγενεύει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεό. Τότε ὁ Θεὸς δίνει τὴν Χάρη Του. Ἐγώ, ὅταν μοῦ λέη κάποιος πὼς δὲν μπορεῖ νὰ προσευχηθῆ γιὰ κάποιον δικό του ποὺ εἶναι ἄρρωστος, τοῦ λέω νὰ κάνη καὶ αὐτὸς μία θυσία γιὰ τὸν ἄρρωστο. Συνήθως τοῦ λέω νὰ κάνη κάτι ποὺ θὰ εἶναι καλὸ καὶ γιὰ τὴν δική του ὑγεία.
Ἦρθε κάποτε ἀπὸ τὴν Γερμανία στὸ Καλύβι ἕνας πατέρας, ποὺ τὸ κοριτσάκι του εἶχε ἀρχίσει νὰ παραλύη. Οἱ γιατροὶ τὸ εἶχαν ξεγράψει. Ἦταν ὁ καημένος τελείως ἀπελπισμένος. «Κάνε κι ἐσὺ μία θυσία, τοῦ εἶπα, γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ παιδιοῦ σου. Νὰ κάνης μετάνοιες, δὲν μπορεῖς· νὰ προσευχηθῆς, δὲν μπορεῖς, ἐντάξει. Πόσα τσιγάρα καπνίζεις τὴν ἡμέρα;». «Τεσσεράμισι κουτιά», μοῦ λέει. «Νὰ καπνίζης ἕνα κουτί, τοῦ λέω, καὶ τὰ χρήματα ποὺ θὰ ἔδινες γιὰ τὰ ὑπόλοιπα νὰ τὰ δίνης σὲ κανέναν φτωχό». «Νὰ γίνη, Πάτερ, καλὰ τὸ παιδί, μοῦ λέει, καὶ ἐγὼ θὰ τὸ κόψω τὸ τσιγάρο». «Ἔ, τότε δὲν θὰ ἔχη ἀξία· τώρα πρέπει νὰ τὸ κόψης· πέταξε τὸ τσιγάρο, τοῦ λέω. Δὲν ἀγαπᾶς τὸ παιδί σου;». «Ἐγὼ δὲ ἀγαπῶ τὸ παιδί μου; Ἀπὸ τὸν πέμπτο ὄροφο πετιέμαι κάτω γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ παιδιοῦ μου», μοῦ λέει. «Ἐγὼ δὲν σοῦ λέω νὰ πεταχτῆς ἀπὸ τὸν πέμπτο ὄροφο κάτω, θὰ ἀφήσης τὸ παιδί σου στὸν δρόμο κι ἐσὺ θὰ χάσης τὴν ψυχή σου. Ἐγώ σοῦ λέω νὰ κάνης κάτι εὔκολο. Νά, πέταξε τώρα τὰ τσιγάρα!». Μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἤθελε νὰ τὰ πετάξη. Καὶ τελικὰ ἔφυγε ἔτσι καὶ ἔκλαιγε! Πῶς νὰ βοηθηθῆ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Ἐνῶ ὅσοι ἀκοῦν βοηθιοῦνται.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017


Τὸν εὐχαριστῶ γιὰ τὸ ψάρι ποὺ μοῦ ΄στειλε!
Σ’ ἕνα αἰγαιοπελαγίτικο νησὶ ζοῦσε πρὸ ἐτῶν ἕνας ἱερέας εὐλαβέστατος. Ἡ ψυχούλα του ἦταν γεμάτη στοργὴ γιὰ τὸ ποίμνιό του καὶ εἰδικὰ γιὰ τοὺς πονεμένους. Ἔφτασε ὅμως ἡ μέρα ποὺ δοκιμάστηκε κι ἐκεῖνος καὶ πόνεσε πολύ.
Ἡ κόρη του, μιὰ ἐξαιρετικὴ κοπέλα, εἶχε παντρευτεῖ πρόσφατα μ’ ἕνα νοικοκυρεμένο παληκάρι. Ἔφτασε λοιπὸν ὁ καιρὸς νὰ φέρει στὸν κόσμο τὸ πρῶτο παιδάκι της. Κατὰ τὸν τοκετὸ ὅμως πέθανε! Πῆγε μάρτυρας νὰ συναντήσει τὸν Πλάστη της, ἀφήνοντας πολὺ πόνο πίσω της.
Ὀ ἱερέας πατέρας της πόνεσε κι αὐτὸς πολὺ στὸν χωρισμό, ἀλλὰ μὲ ἀκλόνητη πίστη στὸν Θεὸ πρόσφερε δοξολογία στὸ ἅγιο ὄνομά Του. Τὴν ἀγάπη του δὲ γιὰ τὴν θυγατέρα του ἐξέφραζε μὲ θερμὲς προσευχὲς γιὰ τὴν ψυχή της καὶ μὲ κρυφὲς ἐλεημοσύνες.
Ὁ ἱερέας εἶχε ἕναν ἀδελφὸ καπετάνιο, πού, ἀπόμαχος πιὰ τῆς θάλασσας, εἶχε γίνει στεριανὸς γιὰ τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς του. Εἶχε δημιουργήσει περιουσία κι ἀπολάμβανε πλέον τοὺς κόπους του. Δυστυχῶς ὅμως ἦταν σχεδὸν ἄπιστος, παρ’ ὅλο ποὺ εἶχε καλὴ καρδιά. Τὰ βραδάκια, ὅταν μαζεύονταν στὸ φιλόξενο σπίτι τοῦ παπᾶ μαζὶ μὲ μερικοὺς φίλους, κάποιους ἀγαθοὺς νησιῶτες ποὺ πρόσφεραν τὶς ὑπηρεσίες τους στὴν ἐκκλησία, ἔπιναν τὸ ζεστό τους φασκόμηλο καὶ κουβέντιαζαν. Ὁ καπετάνιος ἕνα βράδυ εἰρωνεύτηκε τὸν ἱερέα καὶ τοῦ εἶπε:
- Σιγά, καημένε παπά, μὴν ὑπάρχει ἄλλη ζωὴ καὶ βλέπει ἡ κόρη σου τί λέμε καὶ τί κάνουμε!
Ὀ ἱερέας μὲ πραότητα προσπάθησε νὰ τὸν βοηθήσει ν’ ἀποβάλει τὴν ἀπιστία, γιατὶ ἤξερε πὼς κατὰ βάθος ὑπέφερε ἡ ψυχή του μέσα στὴν θανατερὴ παγωνιά της. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν φάνηκε νὰ ἐπηρεάζεται.
Ἕνα βράδυ, λοιπόν, ὁ ἱερέας βλέπει τὴν θυγατέρα του στὸν ὕπνο του. Ἦταν ὁλόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, καὶ τοῦ λέει: «Πατέρα, σ’ εὐχαριστῶ γιὰ ὅλα. Γιὰ τὴν ἀγάπη σου, τὶς προσευχές σου καὶ τὶς ἐλεημοσύνες ποὺ κάνεις γιὰ τὴν ψυχή μου. Πές, σὲ παρακαλῶ, καὶ στὸν θεῖο μου (τὸν καπετάνιο) ὅτι τὸν εὐχαριστῶ γιὰ τὸ ψάρι ποὺ μοῦ ΄στειλε!».
Αὐτὰ εἶπε καί, ἐνῶ χαμογελοῦσε ἀγγελικά, τὸ ὄνειρο ἔσβησε…

 Ο ἱερέας, ὅταν σηκώθηκε τὸ πρωί, αἰσθανόταν μεγάλη χαρὰ καὶ συγκίνηση.Τὸ βράδυ διηγήθηκε τὸ ὄνειρο στὴν συντροφιά. Ὅλοι συγκινήθηκαν, μόνο ὁ καπετάνιος κοιτοῦσε δύσπιστα τὸν ἀδελφό του. Ὅταν ὅμως τοῦ εἶπε ὅτι ἡ ἀνηψιά του τὸν εὐχαριστεῖ γιὰ τὸ ψάρι ποὺ τῆς ἔστειλε, κι ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει αὐτὰ τὰ λόγια της, ὁ καπετάνιος τινάχθηκε ὄρθιος. Τὰ μάτια του γέμισαν δάκρυα καὶ τὰ χέρια του ἄρχισαν νὰ τρέμουν. Ἀπ’ τὸ στόμα του βγῆκε ἡ κρυφὴ πίστη τῆς καρδιᾶς του:
- «Θεέ μου!», ψιθύρισε, καὶ μιὰ κοίταζε τὸν ἕνα καὶ μιὰ τὸν ἄλλον σαστισμένος.
Ὅλοι τὸν ρώτησαν τί συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Ἐκεῖνος, ὅταν συνῆλθε κάπως, ξανακάθησε στὴν καρέκλα του καί, χωρὶς νὰ ἐμποδίζει τὰ δάκρυά του νὰ τρέχουν στὸ ἡλιοψημένο πρόσωπό του, τοὺς εἶπε μὲ ταπεινὴ φωνή:
- «Ναί, εἶναι ἀλήθεια, ζοῦν οἱ ψυχὲς καὶ μᾶς βλέπουν! Ἀνήμερα στὴν κηδεία της ἑτοιμαζόμουν νὰ κατέβω στὴν ἐκκλησία, ὅπου θὰ τὴν διαβάζατε. Εἶχα πολὺ πόνο μέσα μου. Τὸ ξέρεις, παπά, πόσο ἀγαποῦσα αὐτὴ τὴν θυγατέρα σου. Ἦταν πάντα ἄγγελος…
Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔφθασε ἕνας φίλος μου ψαρὰς κάτω ἀπ’ τὸν πέρα γιαλό. Τοῦ ΄χα πεῖ πώς, ὅταν ἔπιανε καλὸ ψάρι, νὰ μοῦ τό ΄φερνε κι ἐγὼ θὰ τὸ πλήρωνα ὅσο ὅσο. Ἐκείνη ὅμως τὴν στιγμὴ μὲ νευρίασε ἡ παρουσία του, καθὼς κρατοῦσε τὸν ροφὸ κρεμασμένο στὸ πλάι του. Τοῦ εἶπα λοιπὸν ἀπότομα:
- Δὲν θέλω ψάρια σήμερα, δὲν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω τὴν ἀνηψιά μου!
Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν τ΄ ἄκουσε, πάγωσε καὶ μὲ κοίταζε ἀμίλητος. Τὸν λυπήθηκα καὶ τοῦ εἶπα:
- Ὅμως, νά, στὸ πληρώνω καὶ σὺ δῶστο σὲ κανένα φτωχὸ γιὰ τὴν ψυχή της!
Ἐκεῖνος πῆρε τὰ χρήματα, μὲ συλλυπήθηκε κι ἔφυγε γρήγορα. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ δὲν τό ΄πα σὲ κανέναν καὶ τὸ εἶχα ξεχάσει. Ἀλλὰ ἡ ψυχούλα της δὲν τὸ ξέχασε καὶ μοῦ ΄στειλε τὶς εὐχαριστίες της», εἶπε καὶ σκούπισε μὲ τὴν ἀνάστροφη τοῦ χεριοῦ του τὰ δάκρυά του. Μετὰ χαμογέλασε γλυκά, μὰ τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ χαριτωμένο χαμόγελο ὁ ἱερέας διέκρινε τὸ γλυκοχάραμα τῆς ἀναγεννημένης πίστεώς του. Ἠ νύχτα τῆς ἀπιστίας ἔφυγε…
- «Δοξασμένο τὸ ὄνομά Σου, Πολυέλεε Κύριε», ψιθύρισε ὁ ἱερέας καὶ τὸν ἀγκάλιασε μὲ τὸ βλέμμα του…

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017


Ἄχ, αὐτή ἡ Γερόντισσα!
Ἐπισκέφθηκα πρό ἐτῶν μεγάλη γυναικεία Μονή. Μεταξύ τῶν μοναζουσῶν, τίς ὁποῖες γνώριζα, ἦταν καί μία σχεδόν αἰωνόβια. Ὕπαρξη ὀλιγογράμματη, ἀλλά ἁγιασμένη. Λόγῳ τοῦ γήρατος δέν σηκωνόταν πλέον ἀπ’ τό κρεβάτι. Καθόταν μόνο πάνω σ’ αὐτό. Πῆγα στό κελλί της.
Κλαίγοντας μοῦ εἶπε τό… παράπονό της:
«Ἄχ, αὐτή ἡ Γερόντισσα! Τήν παρακαλῶ νά μοῦ δίνη δουλειά νά κάνω ἐδῶ πάνω στό κρεβάτι, ἀφοῦ δέν μπορῶ νά σηκωθῶ ἄν δέν μέ κρατοῦν, καί αὐτή δέν μοῦ δίνει. Μπορῶ νά τυλίγω κουβάρια. Δέν μέ ἀφήνει, ὅμως. Μοῦ λέει ὅτι δούλεψα ὀγδόντα χρόνια στό Μοναστήρι. (Εἶχε μεταβῆ ἐκεῖ σέ ἡλικία 16 ἐτῶν.) Ἀλλά ἔτσι ἐγώ τρώω δωρεάν τό ψωμί μου. Δουλεύουν ἄλλες καί ταΐζουν ἐμένα. Τί νά κάνω, ὅμως; Ἡ Γερόντισσα δέν ὑποχωρεῖ. Στενοχωρήθηκα τόσο πού δέν ἤθελα νά τρώω.
Ἀλλά μετά σκέφθηκα κάτι καί ἀναπαύθηκα. Σκέφθηκα νά κάνω συνέχεια προσευχή γιά ὅλους. Ἔτσι μοῦ φαίνεται σάν νά δουλεύω κι ἐγώ. Βλέπεις αὐτό τό κομποσχοίνι; (Μοῦ ἔδειξε ἕνα κομποσχοίνι πού εἶχε πολύ μεγάλους κόμπους.) Δέν τό ἀφήνω καθόλου ἀπ’ τά χέρια μου μέρα-νύκτα, ἐκτός ἀπό δύο-τρεῖς ὧρες κατά τίς ὁποῖες κοιμᾶμαι. Κάνω συνέχεια προσευχή γιά τή Γερόντισσα καί γιά τίς καλόγριες πού δουλεύουν γιά νά τρώω ἐγώ. 
Ἀλλά κάνω καί γιά ἄλλους. Γιά τόν Δεσπότη μας καί γιά τούς ἄλλους Ἀρχιερεῖς, γιά τούς Ἱερεῖς, γιά τούς Κήρυκες, γιά τούς Ἄρχοντες, γιά τούς Δικαστές, γιά τόν Στρατό, γιά τούς Χωροφύλακες, γιά τούς Δασκάλους, γιά τούς Μαθητές, γιά τίς χῆρες, γιά τά ὀρφανά, γιά ὅλους ὅσους θυμηθῶ. Ἔτσι αἰσθάνομαι λιγότερο βάρος στή ψυχή μου πού τρώω δίχως νά δουλεύω…».
Δακρύζω ὅσες φορές φέρνω στή μνήμη μου τήν σκηνή αὐτή. Ἔκτοτε δέν ξαναεῖδα τήν ὁσία ἐκείνη Μοναχή.
Μετά ἀπό λίγους μῆνες ἀπῆλθε σέ ἄλλους κόσμους, γιά νά συνεχίζη ἐκεῖ τίς «ἐκ βαθέων» προσευχές της «γιά ὅλους ὅσους θυμηθῆ» (ἐλπίζω καί γιά μένα…), ἄν καί χωρίς πλέον τό χονδρό κομποσχοίνι της, τό ὁποῖο τάφηκε μαζί μέ τό ἱερό σκῆνος της…

Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος