Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017


Ἡ ἀληθὴς ὑγιεία
Δὲν εἶναι κατὰ φύσιν ζῆν μόνον τὸ νὰ χορτοφαγῇ τις (ὅπως δὲν εἶναι τὸ νὰ κάμνῃ «ἀερόλουτρα» καὶ «ἡλιόλουτρα» καὶ νὰ καθιστᾷ ὑποχρεωτικὸν τὸν γάμον)· ἀλλ᾿ εἶναι κατὰ φύσιν ζῆν καὶ νὰ σαρκοφαγῇ καὶ ὠμοφαγῇ, καὶ τὸ νὰ διαρπάζῃ καὶ καταδυναστεύῃ, δυνάμει τῆς σωματικῆς ρώμης καὶ πρὸς κορεσμὸν τῶν σαρκικῶν ὀρέξεων, καὶ τὸ ν᾿ ἀπάγῃ καὶ βιάζῃ τὴν ἑκάστοτε ἀρέσκουσαν αὑτῷ γυναῖκα, καὶ νὰ γίνεται «πόσις», ἤτοι αὐθέντης καὶ νὰ ποιῇ αὐτὴν «δάμαρτα» αὐτοῦ, ἤτοι δαμασμένην καὶ ὑποτεταγμένην δούλην. Ὡσαύτως κατὰ φύσιν ζῆν εἶναι καὶ τὸ νὰ ὑπείκῃ τις καὶ νὰ θητεύῃ καὶ δουλεύῃ, δι᾿ ἔλλειψιν σωματικῆς ρώμης ἀρκούσης πρὸς κορεσμὸν ὅλων τῶν ὀρέξεων. Ἀλλὰ κατὰ φύσιν ζῆν εἶναι καὶ τὸ νὰ φονεύῃ τις μὲ γυμνὴν χεῖρα, ἢ διὰ ξύλων καὶ λίθων, πᾶν τὸ ἀντιπῖπτον, ζῷον ἢ ἄνθρωπον. Ἑνὶ λόγῳ κατὰ φύσιν ζῆν εἶναι ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν ἀγρίαν κατάστασιν.
Ἀλλὰ κατὰ τὸ πρέπον ζῆν εἶναι τὸ ζῆν, ὄχι μόνον κατὰ φύσιν, ἀλλὰ κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ πρὸ πάντων κατὰ τὸν θεῖον νόμον, δι᾿ οὗ εὐλογεῖται μὲν ἡ φύσις, κυροῦται δὲ ὁ ὀρθὸς λόγος. «Καὶ δώσω ὑμῖν καρδίαν καινήν, καὶ πνεῦμα καινὸν δώσω ὑμῖν. Καὶ ἀφελῶ ὑμῶν τὰς καρδίας τὰς λιθίνας καὶ δώσω ὑμῖν καρδίας σαρκίνας! Καὶ τὸν νόμον Μου ἐγγράψω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν».
Λοιπόν, ὁ ὀρθὸς λόγος διδάσκει, μετὰ τῆς φυσιολογίας, ὅτι εἷς κριὸς ἢ τράγος ἀρκεῖ νὰ γονιμοποιήσῃ δεκάδας ἀμνάδων ἢ αἰγῶν. Ἄρα τὰ ἄρρενα πλεονάζουσιν, εἰς τὰ θρέμματα ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ θύωνται. Δὲν ὑπάρχει καμμία σκληρότης εἰς τοῦτο, ὁποίαν φαντάζονται, ἐκ νοσηροῦ ἢ ὑποκριτικοῦ αἰσθήματος, οἱ ἔκφυλοι τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, οἱ λατρεύοντες τὸ κυνάριόν των, καὶ περιφρονοῦντες ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα. Σκληρότης εἶναι τὸ νὰ βασανίζωνται τὰ ζῷα, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δημοσίᾳ μάλιστα, ἀδιαφορούσης τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ ἀγωγιάτες, καροτσέρηδες,  ζῳεμπόρους καὶ ἄλλους. Ἡ δὲ σφαγὴ πρέπει νὰ ἐκτελῆται μὲ πᾶσαν τὴν πρέπουσαν εὐσπλαγχνίαν, τὴν ἠπιότητα καὶ λογικότητα.
Πάλιν, ὁ ὀρθὸς λόγος διδάσκει, μετὰ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ὅτι, ἐὰν ἐχορτοφάγει ὅλη ἡ ἀνθρωπότης, ὅπως χορτοφαγοῦσι τὰ θρέμματα αὐτά, καὶ ἔμενον ταῦτα αὐξανόμενα ἐπὶ χρόνους καὶ χρόνους, χωρὶς νὰ θύωνται, ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐξέλειπε πᾶσα βλάστησις καὶ φυτεία καὶ πᾶς καρπός, καὶ δὲν θὰ ἔμενε πλέον χόρτον, ὅσον θὰ ἤρκει διὰ νὰ φάγωσιν ὅλοι οἱ ἀνισόρροποι καὶ οἱ ξενομανεῖς καὶ οἱ ἔκφυλοι, καὶ οἱ ἀγυρτεύοντες καὶ ἀερολουόμενοι καὶ ἀερολογοῦντες, ἄτομα ἢ σύλλογοι, καὶ εἶτα ὁ λοιπὸς ἀνεύθυνος κόσμος· καὶ τότε ὡς εἰκὸς αἱ μυριοπληθεῖς ἐκεῖναι ἀγέλαι τῶν προβάτων καὶ ἐρίφων θὰ ἐμαίνοντο ἐκ πείνης καὶ ὀργασμοῦ, καὶ θὰ ἐλύσσων, καὶ θὰ ἔτρωγον πρῶτον τὸν κ. Δρακούλην, εἶτα τὸν κ. Γ. Φιλάρετον, καὶ κατόπιν τὴν λοιπὴν ἀνθρωπότητα. Καὶ τότε, εὐτύχημα θὰ ἦτον ἂν θὰ εὑρίσκοντο ἀρκετοὶ ἄνθρωποι, διὰ νὰ ἱδρύσωσι συλλόγους «πρὸς καταπολέμησιν τῆς χορτοφαγίας»!
Κύκλῳ οἱ ἀσεβεῖς περιπατοῦσιν. Ὅλα τὰ παλαιά, τὰ ἀπὸ 15 αἰώνων λελυμένα δογματικῶς καὶ ἠθικῶς ζητήματα, εὑρίσκονται ἑκάστοτε ἄνθρωποι, νοσοῦντες ἐξ ἐλαφρότητος καὶ ρεκλαμομανίας, διὰ νὰ τ᾿ ἀνακαινίζουν καὶ τ᾿ ἀνακατώνουν. Ἡ κρεοφαγία εἶναι φυσική, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι μετρία, αὐτὸ λέγει ἡ θρησκεία μας. Ὅσον ὀλιγώτερον κρέας φάγῃ τις εἰς τὴν ζωήν του, τόσον καλύτερα. Ἐκτὸς ἂν ἔχῃ εὐχήν, τουτέστιν ἔχῃ γίνει κοινοβιάτης ἢ ἀσκητὴς εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ θέλει νὰ ἐγκρατεύεται ὅλην τὴν ζωήν του ἀπὸ κρέατα, ὅπως ἀπὸ οἶνον καὶ ἀπὸ γυναῖκα. Ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ πράττῃ ἄνευ βδελυγμίας, ὅπως λέγει ὁ κανὼν τῆς Ἐκκλησίας, ἄλλως ὑπόκειται εἰς τὸ ἀνάθεμα. «Εἴτις ἀπέχεται οἴνου καὶ κρεῶν καὶ γυναικός, μὴ δι᾿ ἐγκράτειαν, ἀλλὰ διὰ βδελυγμίαν, ἀνάθεμα ἔστω».
Αὐτὴν τὴν βδελυγμίαν εἰσάγουν τώρα οἱ νεωτερίζοντες, καὶ πρέπει νὰ προσέξουν, διότι θὰ λάβουν ἀφορμὴν νὰ μετανοήσουν. Τὰ Τετραδοπαράσκευα καὶ αἱ Τεσσαρακοσταὶ ἀρκοῦν διὰ τὴν ἀποχὴν ἀπὸ τοῦ κρέατος καὶ τῶν ἄλλων λιπαρῶν βρωμάτων, καὶ εἶναι ὑποχρεωτικαὶ δι᾿ ὅλους τοὺς χριστιανούς. Μὴ πλανᾶσθε.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

(1907)

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017


Ἡ πνευματική γνώση
Πνευματική γνώση εἶναι πίστη, εἶναι ἐμπειρία, εἶναι θεῖος φωτισμός, εἶναι Θεία χάρις καί Θεογνωσία. Ἡ πνευματική αὐτή γνώση δέν εἶναι ἀπόρροια τῆς λογικῆς τοῦ μυαλοῦ μας. Δέν κατέχεται μόνον ἀπό τούς εὐφυεῖς, ἀπό τούς μορφωμένους, ἀπό τούς ἐπιστήμονες. Δέν ἀπαιτεῖ σύνθετη σκέψη, πολύπλοκες ἀναλύσεις καί συλλογισμούς. Ἡ πνευματική γνώση εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πού προσφέρεται σέ ὅλους, μορφωμένους καί ἀγράμματους, γνωστικούς καί ἀδαεῖς, ἔξυπνους καί ἁπλοϊκούς, σέ ὅλους ὅσοι ἔχουν ἁπλή, ταπεινή καί καθαρή καρδιά. Ἡ πίστη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στούς ἁπλούς καί ταπεινούς ἀνθρώπους, καί ὄχι ἀποτέλεσμα λογικῆς ἐπεξεργασίας.
Ἡ πνευματική γνώση δέν σπουδάζεται στά πανεπιστήμια καί τά σπουδαστήρια τοῦ κόσμου, δέν ἀναγνωρίζεται μέ διπλώματα καί μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδῶν, δέν ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν. Ἡ πνευματική γνώση εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς, εἶναι φωτισμένος νοῦς, εἶναι μετοχή στήν ἀγάπη, τή χάρη καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ Ἀποκάλυψη τῆς Ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας καί στόν κόσμο ὁλόκληρο. Ἐργαστήριο τῆς πνευματικῆς γνώσεως εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα. Ἡ ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί ἡ αὐτοεγκατάλειψή μας στήν ἄπειρη ἀγάπη καί πρόνοιά Του. Εἶναι ἡ καθημερινή ἄσκηση καί τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ἐξάσκηση τῆς ἀγάπης διά τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἐλεημοσύνης ἐνεργούμενης. Εἶναι ἡ φιλαδελφία, ἡ καλοσύνη καί ἡ ἱλαρότητα.
Ὁ ὀρθολογισμός, περνώντας ἀπό ὅλες τίς πτώσεις τῆς ὑπερηφάνειας, μᾶς ὁδηγεῖ τελικά στήν αὐτοδικαίωση, γιατί μᾶς πείθει ὅτι ἔχουμε δίκιο. Καί ἐφ’ ὅσον οἱ σκέψεις μας, τά λόγιά μας καί οἱ πράξεις μας εἶναι λογικές, ἄρα εἶναι ὀρθές καί δίκαιες. Ἔχουμε λοιπόν δίκιο, ἄρα καί δικαίωμα νά τό ἐπιβάλλουμε ὡς γνώμη, ὡς ἐπιθυμία καί ὡς συμπεριφορά. Ἀπό τό σημεῖο αὐτό ξεκινᾶ μία ἀτελεύτητη πορεία πρός τήν μηδέποτε ἐπιτυγχανομένη – γιατί εἶναι καί ἀκόρεστη – αὐτοδικαίωσή μας, πού μᾶς παρασύρει σέ μία ἁλυσίδα διαρκῶς μεγαλύτερων καί βαρύτερων ἁμαρτημάτων.
Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς εἶναι ὁ ἀντιπροσωπευτικότερος τύπος τοῦ αὐτοδικαιούμενου ἀνθρώπου. Καυχᾶται γιά τίς ἀρετές του, θεωρεῖ τόν ἑαυτό του δίκαιο καί συγχρόνως ἐξουθενώνει τόν τελώνη, βλέποντας τόν ἁμαρτωλό, κατώτερό του. Ὁ αὐτοδικαιούμενος γίνεται ὁ ἴδιος κριτής τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ ἀπονέμει τόν τίτλο τοῦ δικαίου, πιστεύοντας ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὑποχρεωμένος νά τόν ἀνταμείψει.
Ὁ αὐτοδικαιούμενος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού πάσχει ἀπό ψυχολογικά προβλήματα, ἐπειδή ἀπωθεῖ τήν ἐνοχή του. Γίνεται ἔτσι νευρικός, διαταραγμένος ἀνικανοποίητος, ἀπαιτητικός, ἀνυπόμονος, ἀνυπάκουος, αὐθάδης, ἐριστικός. Ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τοῦ Ἑωσφόρου, δέν θέλει νά ζητήσει συγχώρηση καί νά ὁμολογήσει τίς ἁμαρτίες του. Ἐπαναλαμβάνει ὡς ἐπωδό τά λόγια του μηδενιστῆ Ἀλμπέρτ Καμύ: «Εἶχα δίκιο, ἔχω ὁπωσδήποτε δίκιο, θά ἔχω πάντα δίκιο», καί ὀρθώνει μόνος του ἀνυπέρβλητο φράγμα στήν ἄβυσσο τοῦ Θείου ἐλέους.
Ὁ ὀρθολογισμός εἶναι συμπυκνωμένη ὑπερηφάνεια, ἀλαζονεία, αὐτοδικαίωση, αὐτάρκεια καί αὐτονομία. Γι’ αὐτό καί ἀλλοτριώνει τόν ἄνθρωπο, τόν ἀπομονώνει καί τόν ἀπομακρύνει ἀπό τό Θεό καί ἀπό τούς συνανθρώπούς του. Ὁ ὀρθολογιστής καθίσταται ἔτσι στοιχεῖο διαλυτικό τῆς φιλίας, τοῦ γάμου, τῆς οἰκογένειας, τοῦ κοινοβίου καί τῆς κοινωνίας.
Τελικά ὁ ὀρθολογιστής, παρά τή λαμπρότητα τῶν ἐπιτευγμάτων του, καταλήγει νά εἶναι ὁ κουρασμένος, ὁ κενός, ὁ ἀνικανοποίητος, ὁ ἀπογοητευμένος σύγχρονος ἄνθρωπος. Αὐτός πού βιώνει καθημερινά τό δράμα τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας του, τῆς ἀνασφάλειάς του καί τοῦ ἀδιεξόδου, στό ὁποῖο τόν παγιδεύει ἡ λογική του καί ἡ αὐτοπεποίθησή του στίς ὁποῖες τόσο στηρίχτηκε.
Θά πρέπει λοιπόν νά βγοῦμε ἀπό τά ὅρια τῆς πεπερασμένης ἀνθρώπινης λογικῆς καί νά μποῦμε στήν ἀπεραντοσύνη, στόν πλοῦτο καί τήν εὐλογία τῆς λογικῆς του Θεοῦ.
Ἀρχιμανδρίτης Ἀθανάσιος

Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Τοῦ ἔρωτα καὶ τῆς ἀγάπης
Ἐβγᾶτε ἀγόρια στὸ χορό, κοράσια στὰ τραγούδια,
Πέστε καὶ τραγουδήσετε πῶς πιάνεται ἡ ἀγάπη:
- Ἀπὸ τὰ μάτια πιάνεται, στὰ χείλια κατεβαίνει,
Κι ἀπὸ τὰ χείλια στὴν καρδιὰ ριζώνει καὶ δὲ βγαίνει.
Δὲν εἶν᾿ ὁ ἔρωτας ἀνθός, μαζί του γιὰ νὰ παίξεις
Μόν᾿ εἶναι βάτος μ᾿ ἀγκαθιὲς κι ἀλίμονό σου ἂν μπλέξεις.
Ἡ ἀγάπη θέλει φρόνηση, θέλει ταπεινοσύνη,
Θέλει λαγοῦ περπατησιά, ἀϊτοῦ γληγοροσύνη.
Μάτια μὲ μάτια βλέπονται κι ἀχείλι δὲ φιλιέται,
Κορμὶ δὲν ἀγκαλιάζεται, ἀγάπη δὲ λογιέται.
Ἡ ἀγάπη βράχους κατελεῖ καὶ τὰ θεριὰ μερώνει,
Κι ἐγὼ τὴν ἔχω στὴν καρδιά, γι᾿ αὐτὸ μὲ θανατώνει.
Ὁ ἔρωτας ἀνυφαντὴς μὲ πανουργιὰ ἐγίνη,
Ἀράχνη ἔστησε ψηλὰ καὶ πιάστηκα σ᾿ ἐκείνη.
Καὶ γιὰ νὰ φύγω δὲν μπορῶ, μὲ τὰ φτερὰ μὲ σῴνει,
Αὐτὸς ζυγώνει ἀπὸ κοντὰ κι ἀπὸ μακριὰ σκοτώνει.
Δὲν εἶναι πόνος νὰ πονεῖ, πόνος νὰ θανατώνει,
Σὰν τὴν ἀγάπη τὴν κρυφή, ποὺ δὲν ξεφανερώνει.

Τῆς θάλασσας τὰ κύματα τρέχω καὶ δὲν τρομάζω,
Κι ὅταν σὲ συλλογίζομαι τρέμω κι ἀναστενάζω.

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017


Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νικήσει τὸν ἑαυτό του
Ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐπαινεῖ τὸν πλησίον του καὶ κατακρίνει τὸν ἑαυτό του, φθάνει σὲ μέτρα ἁγιότητος. Ἂν ζητᾶς ἐσὺ ἀπὸ τὸν ἄλλονε, ἐπειδὴ σὲ λύπησε, νὰ σοῦ βάλει μετάνοια, δὲν εἶσαι καλά, δὲν εἶσαι ἐντάξει, δὲν βαδίζεις στὸ δρόμο τῆς καλογερικῆς.
Φθάσαμε, πατέρες, σ᾿ ἕνα τέτοιο σημεῖο, ποὺ μπορῶ νὰ πῶ ὅτι, ὅταν ἤμασταν κοσμικοί, ἤμασταν καλύτεροι. Τώρα δὲν σηκώνουμε λόγο, δὲν σηκώνουμε λόγο.
Τὰ πατερικὰ βιβλία λένε ὅτι ὁ ἀββὰς Νισθερὼ ἀπέκτησε φήμη ἁγίου ἀνδρός. Καὶ πῆγε ἄλλος καὶ τοῦ λέει: «Τί ἀρετὴ ἔκανες, πάτερ, κι ἔφθασες σ᾿ αὐτὰ τὰ μέτρα;» Λέει: «Ἀφότου μπῆκα στὸ μοναστήρι, εἶπα, ἐγὼ καὶ τὸ γαϊδούρι ἕνα εἴμαστε. Ὅσο μιλάει τὸ γαϊδούρι, ὅταν τὸ δέρνεις, τόσο θὰ μιλήσω κι ἐγώ». Αὐτὸ ἦταν τὸ θεμέλιο, ὅτι καὶ νὰ τὸν δείρουνε, «εὐλόγησον». Τώρα ἐμεῖς φθάσαμε στὸ σημεῖο, δὲν σηκώνουμε λόγο.
Ὁ ἄνθρωπος, ἐφόσον ζεῖ, πρέπει πάντοτε νὰ ἀγωνίζεται. Καὶ ὁ πρῶτος ἀγώνας εἶναι νὰ νικήσει τὸν ἑαυτό του. Ὁ πρῶτος καὶ ὁ κυριότερος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ὁ διάβολος, ὄχι. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν ἑαυτό του ἐπίβουλος. Καὶ τοῦτο διότι δὲν ἀκούει τὸν ἄλλον, ἀκούει τί τὸν λέει ὁ λογισμός του. Ἐνῶ ἔχουμε τόσους ἁγίους Πατέρες νὰ τοὺς μιμηθοῦμε διαβάζοντας τὰ συγγράματά τους, ἐντούτοις ὅμως τὸ ἐγὼ μᾶς κυριεύει πολλὲς φορές. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νικήσει τὸν ἑαυτό του, εἶναι ὁ μεγαλύτερος μεγαλομάρτυρας καὶ τροπαιοφόρος καὶ νικηφόρος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ!

Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017


Τό πρῶτο μάθημά μου γιά τήν ἀρχοντιὰ
Θά 'μουνα δέκα χρονῶν. Τό καλοκαίρι, ὅταν τελείωνα τό σχολεῖο, κατέβαινα στό ἰσόγειο δικηγορικό γραφεῖο τοῦ πατέρα μου, ὅπου καί μέ ἔβαζαν νά ἀντιγράφω δικόγραφα. Γιά τίς τέσσερις σελίδες χωρίς περιθώριο, πληρωνόμουν μία δραχμή.
Καθισμένος σ' ἕνα ἀπό τά γραφεῖα τῶν βοηθῶν χάζευα ποῦ καί ποῦ τούς πελάτες, κάθε λογῆς, ποὺ μπαινόβγαιναν.
Ἕνα πρωινό ἦρθε ἕνας λεβεντόγερος μέ κάτασπρη φουστανέλλα. Οἱ φουστανελλάδες ἀκόμη τότε δέν ἦταν σπάνιο φαινόμενο. Εἶδα τούς βοηθούς δικηγόρους νά σηκώνονται καί νά τοῦ κάνουν μιὰν ἰδιαίτερα θερμή ὑποδοχή.
Ὁ πρῶτος βοηθός, πού φαίνεται νά τόν γνώριζε καλά, ἔπιασε κουβέντα μαζί του. Καί μιὰ στιγμή τόν ρωτάει: «Καί τώρα, μπάρμπα Μῆτρο, πόσων χρόνων εἶσαι;» Καί ὁ μπάρμπα Μῆτρος, μέ τ' ὄνομα Δημήτριος Μαλαμούλης, πού εἶχε ἐν τῷ μεταξύ στρογγυλοκαθίσει, τοῦ ἀπαντάει μονολεκτικά... «Δύο». Δηλαδή ἑκατόν δύο. Ἀπό τά ἑκατό εἶχε ἀρχίσει νέα ἀρίθμηση.
Βγῆκε ἐν τῷ μεταξύ ὁ πατέρας μου. Τόν ὁδήγησε στό μέσα γραφεῖο, τά εἴπανε μέ αὐτόν καί τό γιό του, ἕνα λεβέντη ἑβδομηνταπεντάρη, καί ὅταν βγῆκαν στό δωμάτιο πού βρισκόμουν καί ἐγώ, πρῶτα μέ σύστησε καί ὕστερα μοῦ ἀνήγγειλε ὅτι θά πᾶμε τήν Κυριακή νά ἐπισκεφθοῦμε τόν Μαλαμούλη στό χειμαδιό του, κάπου στόν Ὠρωπό.
Ἀπό κουβέντα δέν ἔπαιρνε ὁ μπάρμπα Μῆτρος. Λίγα λόγια, μετρημένα, βαριά. Τούς βοηθούς τοῦ πατέρα μου κι ἐμένα εἶχα τό αἴσθημα ὅτι μᾶς ἔβλεπε σάν μικρό κοπάδι ἀρνάκια. Μικρό, διότι ὁ Μαλαμούλης εἶχε ἀπάνω ἀπό 3000 ἀρνιά καί κατσίκια, στά Ἄγραφα τό καλοκαίρι καί τόν χειμώνα στά ὀρεινά τῆς Ἀττικῆς.
Τήν Κυριακή, ὅταν φθάναμε στόν τόπο ὅπου εἶχε στήσει τά τσαντήρια του, τῶν παιδιῶν, τῶν ἐγγονῶν καί τῶν δισεγγόνων του, ρίχτηκαν οἱ καθιερωμένες μπαταριές καί μετά μαζευτήκαμε στό μεγάλο τσαντήρι τοῦ Γέρου. Εἶχα μαζί μου, νέο εἰκοσάχρονο, τόν δάσκαλό μου Basset, αὐτόν πού ἔκανα πρόσωπο στούς «Διαλόγους σέ μοναστήρι». Αὐτός δέν χόρταινε νά θαυμάζει.
Σέ λίγο σταύρωσε ὁ Γέρος τό πρῶτο ψωμί. Καί οἱ γυναῖκες, ἀμίλητες καί φασαρεμένες μοίραζαν τά κοψίδια, ἀρνάκι, κατσικάκι, ὅλα τά ἀγαθά. Θυμᾶμαι ἀκόμη τίς βεδοῦρες τά γιαούρτια. Ὁ γέρο Μαλαμούλης, στή μέση, καθισμένος σταυροπόδι, μέσ' στίς ἄσπρες βελέντζες, τά ἐπόπτευε ὅλα καί ἔδινε στίς γυναῖκες καί στούς παραγιούς προσταγές.
Ὅταν λίγο μεγαλύτερος διάβασα «Ὀδύσσεια», τόν γέρο Μαλαμούλη τόν ταύτιζα μέσ' στή φαντασία μου μέ τόν Νέστορα, ὅταν δέχονταν τόν Τηλέμαχο.
Καθώς ἤμουν καθισμένος πλάι στόν πατέρα μου τόν ρώτησα ψιθυριστά: «Qu'est-il ce vieux;». «C'est un grand seigneur», μοῦ ἀπαντάει o πατέρας μου, καί αὐτός ψιθυριστά. Καί γυρίζοντας ἀργότερα τό λόγο στά ἑλληνικά: «Νά καταλάβεις τί εἶναι ἀρχοντιά».
Ἦταν τό πρῶτο μάθημά μου γιά τό μέγα τοῦτο ἠθικό ἀγαθό: τήν ἀρχοντιά.
Ἀργότερα, μεγάλος, σ' ἕνα πελοποννησιακό χωριό γνώρισα ἕναν ἄλλο πιό νέο, σχεδόν μεσόκοπο, χωρικό. Στό πρόσωπό του ξανασυνάντησα αὐτό πού εἶχα γνωρίσει παιδί στό πρόσωπο τοῦ Μαλαμούλη: τήν ἀρχοντιά. Τό σταύρωμα τοῦ καρβελιοῦ ἀπό αὐτόν ἦταν μιὰ ἱεροπραξία.
Ἡ ἀρχοντιά δέν εἶναι συνώνυμο μέ τήν ἀριστοκρατικότητα, δέν σημαίνει καμιά ταξική διαφορά ἤ μία διαφορά πλούτου. Ἀλλά δέν εἶναι καί ἕνα ἠθικό ἁπλῶς γνώρισμα. Εἶναι μιὰ σύνθεση ὑπερηφάνιας, εὐπρέπειας, αὐτοπεποίθησης, μεγαλοψυχίας. Ἄρχοντες βρίσκεις ἐγκατεσπαρμένους σέ ὅλα τά εἴδη ἀνθρώπων. Ὁ ἄρχοντας δέν γίνεται ποτέ μάζα, σέ ὅποια τάξη καί ἄν ἀνήκει, μένει πάντα πρόσωπο. Δέν μπορῶ — ἴσως ἀδυναμία μου — μέ μία φράση νά τήν ὁρίσω τήν ἀρχοντιά. Ἀλλά ὅταν συναντῶ κάποιον πού ἔχει αὐτό τό σύμπλεγμα τῶν ἀρετῶν πού τήν ἀπαρτίζουν, τότε τήν ἀναγνωρίζω. Λέω μέσα μου: Αὐτός εἶναι ἄρχοντας. Ἀνήκει σέ αὐτή τήν ἐκλεκτή κατηγορία ἀνθρώπων.
Ἔχομε ἄρχοντες κατά τήν νομικήν ἔννοια, πού δέν ἔχουν ἀρχοντιά. Ἔχομε ὅμως χειρώνακτες πού ἔχουν ἀρχοντιά.

Κωνσταντῖνος Τσάτσος

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης
Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Λαζαράτα τῆς Λευκάδος τὸ 1914. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Σπυρίδων Λάζαρης. Ὁ πατέρας του ἦταν δάσκαλος καὶ ἡ οἰκογένειά του πολύτεκνη. Ἀπὸ μικρὸς ὁ ἴδιος χαρακτηριζόταν γιὰ τὴν ἠρεμία τοῦ χαρακτήρα του καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Δὲν μπόρεσε νὰ μορφωθεῖ γιατί ὁ πατέρας του ἔλειπε στὸν πόλεμο καὶ ὁ ἴδιος βοηθοῦσε τὴ μητέρα του στὶς ἀγροτικὲς δουλειὲς τοῦ σπιτιοῦ.
Ὅταν ἐκπλήρωσε τὴ στρατιωτική του θητεία, θέλησε νὰ πάει στὸ Ἅγιο Ὄρος, ἀλλὰ δὲν ἤξερε τὸν τρόπο. Μὲ τὴν καθοδήγηση, ὅμως, ἑνὸς νέου ἔφτασε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κουτλουμουσίου. Ἐκεῖ ὁ συνοδὸς του τοῦ εἶπε: «Ἐδῶ, θὰ μείνεις, Σπύρο. θὰ γίνεις μοναχός, θὰ κάνεις ὑπομονὴ καὶ ὑπακοὴ στὸ γέροντα» κι ἀμέσως ἐξαφανίστηκε. Ὁ Σπύρος κατάλαβε ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἄγγελο Κυρίου, παρέμεινε στὸ μοναστήρι καὶ σὲ ἡλικία 25 ἐτῶν ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Χαρίτων.
Ἕνα βράδυ ὁ ἡγούμενος λέει στὸ μοναχὸ Χαρίτωνα νὰ διαβάσει τὴν Ἐνάτη. Ἐκεῖνος, καθὼς ἦταν ἀγράμματος, προσπάθησε νὰ διαβάσει, ἀλλὰ εἶχε μεγάλη δυσκολία. Ὁ ἡγούμενος ἀγανάκτησε καὶ τὸν ἔδιωξε λέγοντάς του ἐπιτιμητικὰ νὰ πάει στὸ κελλί του. Τὸ ἴδιο βράδυ, ἐνῶ προσευχόταν, ἐμφανίστηκε ἡ Παναγία καὶ τὸν βοήθησε νὰ μάθει τὸ ψαλτήρι ἀπὸ μνήμης.
Ἕνα καλοκαίρι ἐργαζόταν στὸν κῆπο τῆς Μονῆς. Βλέποντας μία συκιὰ καὶ ἐπειδὴ πεινοῦσε, ἀνέβηκε στὸ δένδρο, γιὰ νὰ φάει σύκα. Στὸ Ἅγιο Ὅρος οἱ μοναχοὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τρῶνε τίποτε ἐκτὸς τραπέζης, γιατί θεωρεῖται λαθροφαγία. Ἔφαγε μερικὰ σύκα, ἀλλὰ γλίστρησε καὶ ἔπεσε ἀπὸ τὸ δέντρο. Ἂν καὶ εἶχε πέσει ἀπὸ τὸ πρωί, οἱ ἄλλοι μοναχοὶ ἀφοῦ τὸν ἀναζήτησαν, τὸν βρῆκαν μόνο τὸ ἀπόγευμα στὸ περιβόλι πεσμένο κάτω νὰ πονάει πολύ. Τὸν ἔβαλαν πάνω σὲ μία πόρτα καὶ τέσσερα ἄτομα μαζὶ – καθὼς ἦταν σωματώδης – τὸν μετέφεραν στὸ κελλί του. Ὅπως διηγεῖται ὁ ἴδιος: «Ἐνῶ βρισκόμουν στὸ κρεβάτι καὶ πονοῦσα, ἀπέναντι ἔβλεπα τὸ παρεκκλήσι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ τοὺς παρακαλοῦσα νὰ μὲ βοηθήσουν. Ἐμφανίζονται τότε δύο γιατροὶ μὲ λευκὲς μπλοῦζες καὶ προσπάθησαν νὰ βάλουν τὸ πόδι μου στὴν θέση του. «-Τράβα Κοσμᾶ», ἔλεγε ὁ ἕνας. «-Κράτα ἀπὸ ἐδῶ Δαμιανέ», ἔλεγε ὁ ἄλλος. Καὶ σὲ πέντε λεπτὰ οἱ πόνοι ἐξαφανίστηκαν καὶ ἔγινα καλά»!
Στὸ μοναστήρι βρίσκονταν τότε πέντε νέοι μοναχοὶ καὶ ἕνας ἡλικιωμένος γέροντας. Κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς σκέφτηκαν ὅτι θὰ ἦταν καλὸ νὰ ἀλλάξουν τὸν γέροντα. Τὸ ἔμαθε ὁ γέροντας καὶ ζήτησε τὴν ἀπομάκρυνσή τους. Μὲ τὴ συνοδεία τῆς ἀστυνομίας ὁ μοναχὸς Χαρίτων ἐκδιώχθηκε στὴ Μονὴ Χιλανδαρίου. Ἐκεῖ εἶχε πάρα πολλὲς δυσκολίες καὶ πέρασε ἀρρώστιες, ποὺ τὸν ἀνάγκασαν νὰ ἔρθει στὸν κόσμο. Πῆγε, λοιπόν, στὸν Γέροντα Πορφύριο, ὁ ὁποῖος τὸν συμβούλευσε νὰ πάει στὴν ἐρειπωμένη Μονὴ Δαδίου στὴ Φθιώτιδα. Ἐκεῖ βρῆκε μόνο ἀρουραίους, φίδια καὶ ἄγρια ζῶα. Ὁ Γέροντας Πορφύριος τοῦ ὑπέδειξε: «Κάθισε ἐδῶ, κάνε ὑπομονὴ καὶ ὑπακοὴ καὶ ὁ Θεὸς θὰ σὲ βοηθήσει».
Ἀμέσως ἐπιδόθηκε στὴν ἀνασύσταση τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία ἔγινε στὴ συνέχεια γυναικεία. Ὁ τότε Μητροπολίτης Φθιώτιδος Ἀμβρόσιος ἐξετίμησε τὸν γέροντα καὶ τὸν ἔκανε ἱερομόναχο, δίνοντάς του, μάλιστα, τὸ δικό του ὄνομα.
Κάποτε χτύπησε τὸ πόδι του, πῆγε στὸ νοσοκομεῖο, ὅπου τοῦ ἔβαλαν πλατίνα στὸ γοφό. Πονοῦσε, ὅμως, πολύ. Ὁ τότε Μητροπολίτης Ἑλβετίας Δαμασκηνὸς τὸν πῆρε στὴν Ἑλβετία νὰ τὸν δοῦνε ἐκεῖ οἱ γιατροί. Ἐκεῖ διαπιστώθηκε ὅτι στὴν πρώτη ἐπέμβαση, τοῦ ἔβαλαν 1 ἑκατοστὸ πλατίνα μεγαλύτερη μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χρειαστεῖ νέο χειρουργεῖο, γιὰ νὰ μειώσουν τὴν πλατίνα. Ὅταν ἔγινε αὐτὸ καὶ ἑτοιμαζόταν γιὰ ἐξιτήριο, τοῦ ζητήθηκαν γενικὲς ἐξετάσεις, τὶς ὁποῖες ἔκανε. Τότε, βρέθηκε στὸν ἀριστερό του νεφρὸ πέτρα μεγάλη ὅσο ἕνα πορτοκάλι καὶ ἔτσι παρέμεινε γιὰ νέα ἐγχείριση.
Διηγεῖται ὁ Γέροντας: «Ἐνῶ ἤμουν μόνος στὸ δωμάτιο, ἐμφανίστηκε ἕνας μοναχός. Βγήκαμε, λοιπόν, μαζὶ στὸ μπαλκόνι καὶ καθίσαμε γιὰ νὰ μιλήσουμε. Κάπου 15 λεπτὰ μιλούσαμε καὶ τοῦ εἶπα γιὰ τὰ χειρουργεῖα καὶ γιὰ τὸν λίθο στὸ νεφρό. Τότε ὁ μοναχός μοῦ εἶπε: «Εἶμαι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καὶ ἦρθα νὰ σὲ δῶ. Ἤμουν καὶ ἐγὼ φιλάσθενος καὶ παρέδωσα τὴν ψυχή μου στὸ «Ἀρεταίειο» νοσοκομεῖο. Ἄντεξα τὶς συκοφαντίες καὶ τὴν ἀσθένεια, κάνοντας ὑπομονή. Ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε χάρη μεγάλη γιὰ τὴν ὑπομονὴ ποὺ ἔκανα». Μετὰ μὲ ἄγγιξε καὶ ἔφυγε. Ὅταν ἔφυγε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος μοῦ ἦρθε διάθεση οὔρησης καὶ οὔρησα σὲ ἕνα μικρὸ λεκανάκι. Τότε βγῆκε μαζὶ μὲ τὰ οὖρα καὶ μία πέτρα σὲ μέγεθος μικροῦ πορτοκαλιοῦ. Τότε μὲ μία χαρτοπετσέτα τὴν πῆρα καὶ τὴν ἔβαλα στὸ συρτάρι τοῦ κομοδίνου.
Τὴν ἑπομένη θὰ γινόταν ἡ ἐγχείριση. Ἔρχεται ὁ Ἑλβετὸς γιατρὸς καὶ μοῦ λέει: «Ἑτοιμάσου γιὰ τὸ χειρουργεῖο». Ἐγὼ τοῦ ἀπάντησα ὅτι δὲν χρειάζομαι χειρουργεῖο. Ἄνοιξα τὸ συρτάρι καὶ τοῦ ἔδειξα τὴν πέτρα. Ὅταν τὴν εἶδε ὁ γιατρός, εἶπε: «Ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχετε ζωντανὴ πίστη, ἐμεῖς τὴν νοθεύσαμε». Τὸ χειρουργεῖο δὲν ἔγινε καὶ ἡ πέτρα παρέμεινε στὸ γραφεῖο τοῦ Ἑλβετοῦ γιατροῦ, γιὰ χρόνια πολλά».
Τοῦ ἄρεζε ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ἀφάνεια, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀπέκτησε μεγάλη συνοδεία ἀπὸ μοναχές. Μάλιστα, οὔτε στὸ χωριό, στὸ Δαδί, τὸν ἤξεραν καλὰ καλά. Καὶ ἐκεῖ δὲν κατέβαινε παρὰ σπάνια. Ἦταν στὸ Μοναστήρι, ἔκανε πρακτικὲς ἐργασίες, ἦταν ὁ ἐφημέριος τῆς Μονῆς καὶ ἀσχολήθηκε πολὺ μὲ τὴν εὐχή. Εἶχε ὅμως μεγάλη χάρη. Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ἐγὼ ἀγράμματος ἄνθρωπος εἶμαι καὶ ἔρχονται ἐδῶ τόσοι ἄνθρωποι μορφωμένοι, καθηγητὲς πανεπιστημίου, καὶ ἀνοίγει ὁ νοῦς μου καὶ τοὺς λέω τόσα πράγματα, ποὺ ἀπορῶ πῶς τὰ λέω».
Κοιμήθηκε τὴν ἴδια μέρα, ἀκριβῶς 15 χρόνια μετά, ποὺ κοιμήθηκε ὁ Γέροντας Πορφύριος, στὶς 2 Δεκεμβρίου 2006, σὲ ἡλικία 92 ἐτῶν.

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017


Ἡ ἐλιά
Οὔτ᾿ ἕνα φύλλο! Πέσανε καὶ σκόρπισαν. Σπασμένα
Κλωνάρια ὁλόγυρά μου-
Καὶ μέσα στὰ συντρίμμια αὐτὰ -γειά σου, χαρά σου ἐσὲν-
Ἀκόμ᾿ ἀνθεῖς ἐλιά μου.
Ἄ! πῶς ὁ ἀγέρας ὁ τρελλὸς ἀπάνου τους χυμάει
Και πῶς χτυπιοῦνται! Μόνο
Μονάχα, ἐσύ, παράμερα τοῦ Κηφισσοῦ τὸ πλάϊ,
Γιορτάζεις μέσ᾿ στὸν πόνο.
Ἄς τα, κι ἂς κλαῖν στὴν παγωνιὰ τὴν ἄγρια, κι ἂς βογγοῦνε
Στῆς μπόρας τὴ μαυρίλα,
Ἐγὼ κοντά σου στέκομαι ν᾿ ἀκούσω νὰ μοῦ ποῦνε
Τ᾿ ἀμάραντά σου φύλλα,
Ν᾿ ἀκούσω νὰ μοῦ ποῦν σιγὰ τὰ πρόσχαρά τους χείλη,
Πῶς εἶναι μέσ᾿ στὰ χιόνια,
Εἶναι ψυχὲς μέσ᾿ τὸν βοριᾶ, κι ὅμως τὸ φῶς τοῦ Ἀπρίλη
Γύρω τους φέγγει αἰώνια...

Λάμπρος Πορφύρας

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017


Ρημαγμένες ψυχές
Σύγχυση καὶ ταραχὴ καὶ χάος ἀνάμεσα στὰ ἔθνη! Ταραχὴ καὶ σάστισμα καὶ χάος καὶ στοὺς ἀνθρώπους, ἕναν - ἕναν. Ποῦ νὰ βρεθεῖ κανένας νὰ πορεύεται στὴ ζωὴ του μ' ἕναν ὑψηλὸν σκοπό, μὲ σταθερότητα καὶ ἐλπίδα! Σπάνιο πράγμα.
Οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι ἔχουνε γίνει οἱ περισσότεροι κάποια πλάσματα ἄδεια ἀπὸ κάθε ζωντανὴ ἰδέα, ποὺ νὰ τοὺς κάνει νὰ ἀρμενίζουνε μέσα στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς χαρούμενοι καὶ ζωηροί, σὰν τὸ καράβι ποὺ εἶναι φορτωμένο μὲ καλὸ φορτίο, καί, γεμάτο ἐλπίδα καὶ λαχτάρα, τραβᾶ κατὰ τὸ περιπόθητο λιμάνι, ἀνάμεσα σὲ ξέρες κι ἄγρια βραχόνησα.
Σήμερα βρίσκει κανένας συχνὰ μπροστά του ἀνθρώπους ποὺ εἶναι τόσο κούφιοι ἀπὸ κάθε τι, ποὺ νὰ ἀπορεῖ, γιατί δὲν πίστευε νὰ ὑπάρχει στὸν κόσμο τόση ἀνοησία, τόση στενομυαλιά, τόση στενοκάρδια καὶ μικρολογία. Σ' αὐτὲς τὶς στεγνὲς ψυχὲς δὲν ὑπάρχει τίποτα ποὺ νὰ σὲ ζεστάνει, ἂς εἶναι καὶ τὸ παραμικρό. Δὲν μιλῶ γιὰ ἐξαιρετικὰ αἰσθήματα, γιὰ κάποια σπάνια εὐαισθησία. Ὄχι! Μιλῶ γιὰ τὰ συνηθισμένα αἰσθήματα, ποὺ ἄλλη φορὰ βρισκόντανε σὲ ὅλους τους ἀνθρώπους. Ναί, σήμερα δὲν ὑπάρχουνε. Σχεδὸν ὅλοι οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι περνᾶνε τὴ ζωὴ τους ξεπλυμένοι ἀπὸ κάθε οὐσία, δίχως κανέναν ἀληθινὸν σκοπό, δίχως ἀληθινὴ χαρὰ καὶ εὐχαρίστηση, δίχως καμμιὰ πίστη, καὶ γιὰ τοῦτο, δίχως ἐλπίδα. Εἶναι γαντζωμένοι ἀπάνω σὲ κάποια πράγματα, ποὺ θέλουνε νὰ τὰ παραστήσουνε γιὰ σπουδαῖα, ἐνῶ δὲν εἶναι τίποτα. Κι οἱ χαρές τους κι οἱ εὐτυχίες τους καὶ τὰ γλέντια τους, κι οἱ διασκεδάσεις τους, κι οἱ κουβέντες τους καὶ τὰ ἀστεῖα τους, εἶναι ὅλα ἄνοστα καὶ ψεύτικα. Γιατί λείπει τὸ ἁλάτι ποὺ τὰ ἄρτυζε ἄλλη φορά.
Καὶ τὸ ἁλάτι εἶναι πίστη πὼς ἄνθρωπος δὲν ἦρθε στὸν κόσμο κατὰ τύχη, ἀλλὰ πὼς ἔχει νὰ κάνει, σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, ἕνα ἔργο, μικρὸ μεγάλο, καὶ πὼς δὲν ξοφλᾶ μὲ τούτη τὴ ζωή, ἀλλὰ πὼς ὑπάρχει κάποια μυστηριώδης τάξη κατὰ τὴν ὁποία ἀνοίγει μία ἄλλη πόρτα, σὰν κλείσει πόρτα τούτης τῆς ζωῆς. Ὅπου ὑπάρχει πίστη, ὑπάρχει καὶ ἐλπίδα, κι ὅσο δυνατώτερη εἶναι ἡ πίστη, ἄλλο τόσο βεβαιότερη εἶναι ἡ ἐλπίδα. Χωρὶς ἐλπίδα, δὲν γίνεται μήτε εὐτυχία, μήτε εἰρήνη μέσα στὸν ἄνθρωπο. Τ' ἄλλα ὅλα ποὺ λένε οἱ σαστισμένοι φιλόσοφοι, εἶναι ψευτιές. Γιὰ τοῦτο, οἱ ἀπελπισμένοι χαλᾶνε τὸν κόσμο γιὰ νὰ ξεχάσουνε τὴν ἀπελπισία τους, κάνουνε μεγάλη φασαρία γιὰ τὴν καλοπέραση, γιὰ τὶς τέχνες, γιὰ τὰ ταξίδια, γιὰ τὶς ἀπολάψεις.
Ὅλα αὐτὰ εἶναι μία θλιβερὴ σκηνοθεσία, μία ἀξιοθρήνητη ἀπάτη. Γιὰ νὰ γεμίσουνε τὸ ἄδειο πιθάρι ποὺ εἶναι ὁ ἑαυτός τους, ρίχνουνε μέσα ὅ,τι μπορέσουνε, ὥστε νὰ ξεγελαστοῦνε πὼς ζοῦνε, ἀπολαβαίνουνε τὴ ζωή, ἐνῶ στ' ἀληθινὰ εἶναι σὰν τὰ τρύπια πιθάρια τῶν Δαναΐδων, χαρτοφάναρα ποὺ φαντάζουνε ἀπ' ἔξω πὼς εἶναι κάτι. Τέτοια εἶναι ἡ τρομερὴ δραστηριότητα τοῦ καιροῦ μας, ποὺ γεμίζει τὸν κόσμο ἀπὸ βροντὲς κι ἀστραπές, ἐνῶ, κατὰ βάθος, εἶναι ἕνας γκαζοτενεκές, ποὺ τὸν χτυπᾶνε ἐκεῖνοι ποὺ λένε πὼς ζοῦνε κι ἀπολαβαίνουνε «τὴ μεγάλη ζωή», γιὰ νὰ διώξουνε τὰ μαῦρα κοράκια τῆς ἀπελπισίας, ποὺ τριγυρίζουνε ἀπὸ πάνω τους. Τρομάζουνε ν' ἀπομείνουνε μοναχοὶ μὲ τὸν ἑαυτό τους, μήτε κἄν λίγα λεπτά, γιατί ἀλλιῶς θὰ νοιώθανε τὴν ἀθλιότητά τους. Μὰ πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ ζήσει ἀληθινὰ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ φοβᾶται τὸν ἑαυτό του, ποὺ κρύβεται ὁλοένα ἀπὸ τὸν ἑαυτό του;
Καὶ ὅμως, αὐτὴ εἶναι ἡ ζωὴ γιὰ τοὺς περισσότερους σημερινοὺς ἀνθρώπους. Καμμιὰ θέρμη, κανένας ἀνώτερος καὶ σίγουρος σκοπός, κανένα μεράκι, καμμιὰ ἔμορφη μανία ποὺ νά ’χει βαθύτερες ρίζες. Παγερὴ ἀδιαφορία, ὕπνος ψυχικός, ὀκνηρία πνευματική, φόβος, κρυφὴ ἀπελπισία, καὶ πολλὴ φασαρία γιὰ νὰ σκεπαστεῖ ἡ ἀμηχανία. Κι ἡ φασαρία εἶναι ἀνοησίες, κουτσομπολιό, ἀνόητες κουβέντες, χαρτάκια, ποτά, σκάνδαλα, ἐγκλήματα, κάθε μικρολογία, ποὺ τὴν παίρνουνε στὰ σοβαρά, ἐνῶ κανένα σοβαρὸ πράγμα δὲν βρίσκει θέση μέσα στὰ ζαλισμένα μυαλά τους καὶ στὶς ἀποσυντεθειμένες ψυχές τους. Ἀπὸ πνευματικό, δὲν ὑπάρχει τίποτα. Δὲν λέγω πνευματικὸ αὐτὸ ποὺ λένε πνευματικὸ οἱ φιλόσοφοι, οἱ λογοτέχνες καὶ γενικὰ ἐκεῖνοι ποὺ λέγουνται «διανοούμενοι», ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ εἶναι πνευματικὸ γιὰ τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, δηλαδὴ ἡ πίστη στὸν αἰώνιον κόσμο ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Χριστός. Μοναχὰ αὐτὴ ἡ πίστη δίνει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἐλπίδα, καὶ χωρὶς τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς, οἱ λογῆς – λογῆς εὐδαιμονίες εἶναι λογῆς – λογῆς ψευτιές. Στὸ κουτὶ ποὺ κρατοῦσε τότε ἡ Πανδώρα, ἀπόμεινε ἡ ἐλπίδα, ἀφοῦ πετάξανε ἀπὸ μέσα ὅλα τὰ καλά, μὰ τὸ κουτὶ ποὺ βαστᾶνε οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, καὶ ποὺ διατυμπανίζουνε πὼς ἔχει μέσα κάθε εὐτυχία, εἶναι ὁλότελα ἄδειο. Γιὰ τοῦτο ὁ θεογλωσσος Ἀπόστολος Παῦλος λέγει πὼς οἱ ἄπιστοι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», οἱ ἀπελπισμένοι.
Λοιπόν, σήμερα βρισκόμαστε σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση, κι ἂς μὴ τὸ λέμε, ζητώντας παρηγοριὰ στὴ φασαρία μιᾶς ψεύτικης ζωῆς. Ἡ ἀπιστία εἶναι θρονιασμένη μέσα στὴν καρδιά μας, καὶ γύρω της εἶναι τὰ παιδιά της, ἡ ἀπελπισία, ἡ πνευματικὴ νάρκη, ἡ ἀναισθησία, ὁ φόβος, ἡ ἀδιαφορία, ἡ ψευτοπαρηγοριά, ἡ μικρολογία, ἡ καχυποψία, τὸ συμφέρον, τὸ μίσος, ἡ ἀσπλαχνία.
Ἡ νεότητα μαραζώνει γιατί δὲν ἔχει, ἡ δυστυχισμένη, μήτε σκοπὸ στὴ ζωή της, μήτε ἐνθουσιασμὸ γιὰ κάποιες ἰδέες, μήτε ὄρεξη γιὰ τίποτα. Ἄκεφη κι ἀνόρεχτη. Εἶναι σὰν ὑπνοβάτης. Συζητᾶ ὁλοένα γιὰ ἀσήμαντα πράγματα ποὺ τοὺς δίνει μεγάλη σημασία, καὶ εἶναι νὰ κλαίγει κανένας ἀκούγοντας τὶς κουβέντες της, τὰ πειράγματά της, καὶ βλέποντας τὶς ἀνόητες σκηνοθεσίες, ποὺ μ' αὐτὲς προσπαθεῖ νὰ δώσει κάποια σημασία στὴ ζωή. Οἱ ψυχὲς τῶν νέων εἶναι ρημαγμένες ἀπὸ τὰ ἄγρια ἔνστικτα, ποὺ τὰ ἀνεβάσανε στὴν ἐπιφάνεια ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ τάρταρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, κάποιοι ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου, κάποιοι πνευματικοὶ ἀνθρωποφάγοι, ποὺ ἀνάμεσά τους πρωτοστατεῖ ἕνας τρελλὸς λύκος λεγόμενος Νίτσε, μιὰ μούμια σὰν παληόγρηα λεγόμενη Βολταῖρος, κάποιος ζοχαδιακὸς Φρόϋντ, κι ἕνα πλῆθος ἀπὸ τέτοια ὄρνια καὶ κοράκια καὶ νυχτερίδες. Ὅσοι τοὺς θαυμάζανε, ἂς καμαρώσουνε σήμερα τὰ φαρμακερὰ μανιτάρια ποὺ φυτρώσανε μέσα στὶς καρδιὲς καὶ στὶς ψυχὲς τῆς γαγγραινιασμένης ἀνθρωπότητας.

Φώτης Κόντογλου

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Περὶ τῆς θείας ἀγάπης
Ὦ ἀγάπη ἀληθὴς καὶ βέβαια! Ὦ ἀγάπη, τῆς θείας εἰκόνος ὁμοίωμα ! Ὦ ἀγάπη, τῆς ἐμῆς ψυχῆς γλυκυτάτη ἀπόλαυσις ! Ὦ ἀγάπη, τῆς ἐμῆς καρδίας θεῖον πλήρωμα! Ὦ ἀγάπη, τῆς ἐμῆς ψυχικῆς ἰσχύος τὸ κραταίωμα ! Ὦ ἀγάπη, τῆς ἐμῆς διανοίας διηνεκὲς μελέτημα. Σὺ τὴν ψυχήν μου ἀεὶ διακατέχουσα αὐτὴν περιέπεις καὶ διαθερμαίνεις. Σὺ αὐτὴν ζωογονεῖς καὶ πρὸς τὴν θείαν ἀγάπησιν ἀνάγεις. Σὺ τὴν καρδίαν μου πληροῦσα τῇ φλoγὶ τοῦ θείου ἔρωτος ἐκκαίεις, καὶ τὴν τοῦ ἄκρου ἐφετοῦ ζωπυρεῖς ἐπιπόθησιν. Σὺ τὴν ἰσχὺν τῆς ψυχῆς μου τῇ ζωογόνῳ σου δυνάμει ἐνισχύουσα ἰκανοῖς, ὅπως τὴν ὀφειλομένην τῇ θείᾳ ἀγάπῃ προσφέρῃ λατρείαν. Σὺ τὴν διάνοιάν μου κατέχουσα ἐλευθεροῖς αὐτὴν τῶν δεσμῶν τῶν γηίνων καὶ παρέχεις αὐτῇ τὴν ἐλευθερίαν, ἵνα πρὸς τὴν ἐν Οὐρανοῖς θείαν ἀγάπην ἀκωλύτως ἀνάγηται.
Σὺ εἶσαι τὸ πολυτιμότατον τῶν πιστῶν θησαύρισμα, διότι εἶσαι τὸ τιμιώτατον τῶν θείων χαρισμάτων δώρημα. Σὺ εἶσαι τὸ θεοειδὲς τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρψίας ἀγλάϊσμα, διότι ἀναδεικνύεις τοὺς πιστοὺς υἱοὺς Θεοῦ. Σὺ εἶσαι τὸ τῶν πιστῶν ἐγκαλλώπισμα, διότι σεμνύνεις τοὺς φίλους σου. Σὺ εἶσαι τὸ μόνον διηνεκὲς ἀγαθόν, διότι εἶσαι αἰώνια. Σὺ εἶσαι τὸ ὡραιότερον τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ περιβόλαιον, διότι δι᾿ αὐτοῦ περιβεβλημένοι οἱ πιστοὶ ἐμφανίζονται ἐνώπιον τῆς θείας ἀγάπης. Σὺ εἶσαι τὸ ἤδιστον τῶν πιστῶν ἐντρύφημα, διότι εἶσαι καρπὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Σὺ εἰσάγεις τοὺς ὑπὸ σοῦ ἁγιασθέντας πιστοὺς εἰς τὴν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν. Σὺ εἶσαι ἡ εὐωδία τῶν πιστῶν.
Διὰ σοῦ τῆς τρυφῆς τοῦ παραδείσου μεταλαμβάνουσιν οἱ πιστοί. Διὰ σοῦ τὸ φῶς τοῦ νοητοῦ ἡλίου ἐν τῇ ψυχῇ τῶν πιστῶν ἀνατέλλει. Διὰ σοῦ οἱ νοεροὶ ὀφθαλμοὶ τῶν πιστῶν αὐγάζονται. Διὰ σοῦ οἱ πιστοὶ θείας δόξης καὶ αἰωνίου ζωῆς μέτοχοι γίνονται. Διὰ σοῦ ὁ πόθος τῶν οὐρανίων ἐν ἡμῖν ἐγγίγνεται. Σὺ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς ἀποκαθιστᾷς. Σὺ τὴν εἰρήνην τοῖς ἀνθρώποις βραβεύεις. Σὺ τὴν γῆν πρὸς τὸν Οὐρανὸν ἐξομοιοῖς. Σὺ τοὺς ἀνθρώπους τοῖς ἀγγέλοις συνάπτεις καὶ ἁρμονικὴν ὑμνῳδίαν τῷ Θεῷ ἀναπέμπεις. Σὺ ἐν πᾶσι νικᾷς. Σὺ ἐν πάσιν ὑπερτέρα δείκνυσαι. Σὺ τὰ πάντα ἀληθῶς κυβερνᾷς. Σὺ τὰ πάντα σοφῶς διέπεις. Σὺ τὰ πάντα κρατεῖς καὶ συνέχεις. Σὺ οὐδέποτε ἐκπίπτεις.

Ἅγιος Νεκτάριος

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017


Τεμπελιά
Δὲν ἔχω κέφι γιὰ δουλειά,
πάλι μὲ δέρνει τεμπελιὰ
καὶ κάθομαι στὸ στρῶμα...
Βρίσκω τὸ σῶμα μου βαρὺ
καὶ ὅλ᾿ ἡ γῆ δὲ μὲ χωρεῖ
κι ὁ οὐρανὸς ἀκόμα.
Κακὰ νομίζω τὰ καλὰ
καὶ βλέπω μία στὰ χαμηλὰ
καὶ μία κοιτῶ ἐπάνω...
Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο τὸν χαζὸ
ἂς ἠμποροῦσα νὰ μὴ ζῶ
μὰ ...δίχως νὰ πεθάνω.

Γεώργιος Σουρῆς

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017


Νὰ ἔχης τὴν ἐλπίδα σου στὸν Θεὸ
Ἐσὺ μὴν στενοχωριέσαι, μὴν τὰ βάζης μέσα σου καὶ στενοχωριέσαι. Οἱ στενοχώριες τρῶνε τὸν ἄνθρωπο. Ἐμένα οἱ στενοχώριες μὲ φάγανε, ἀρρώστησα ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ τὰ ἄλλα.
Ὁ Θεὸς δίνει καὶ δοκιμασίες. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δοκιμάζει τοὺς ἀνθρώπους.
Νὰ ἔχης τὴν ἐλπίδα σου στὸν Θεό. «Ὁ ἄνωθεν κύψας βλέπει». Ἐμεῖς θὰ κάνωμε τὸ ἀνθρώπινο, τὴν προσπάθεια.
Τί μὲ νοιάζει ἐμένα τί κάνει ὁ ἄλλος;Ἐγὼ τί κάνω! Κι ἄν κάνη κάτι, ἐγὼ θὰ τὸν σκεπάσω. Μὴν καταλαλῆτε. Νὰ μὴν κρίνωμε κανέναν, γιατὶ φεύγει ἡ ταπείνωση.

Ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017


Μιὰ ἀδελφοσύνη πολὺ δυνατὴ
Στὶς μέρες μας καὶ νὰ μὴ θέλουν νὰ δεθοῦν οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι, θὰ τοὺς ἀναγκάση ὁ διάβολος νὰ δεθοῦν. Ὁ διάβολος μὲ τὴν πολλή του κακία κάνει τὸ μεγαλύτερο καλὸ σήμερα στὸν κόσμο. Γιατί, ἂς ποῦμε, ἕνας πατέρας ποὺ εἶναι πιστὸς καὶ θέλει λ.χ. νὰ κάνη φροντιστήριο στὰ παιδιά του, θὰ εἶναι ἀναγκασμένος νὰ βρῆ ἕναν καλὸ καὶ πιστὸ δάσκαλο, γιὰ νὰ βάλη στὸ σπίτι του. Ἕνας δάσκαλος πάλι ποὺ εἶναι πιστὸς καὶ θέλει νὰ κάνη φροντιστήριο σὲ παιδιά, γιατὶ δὲν διορίσθηκε ἀκόμη, θὰ ζητᾶ νὰ βρῆ μιὰ οἰκογένεια καλή, γιὰ νὰ νιώθη ἀσφάλεια. Ἢ ἕνας τεχνίτης ποὺ ζῆ πνευματικά, εἴτε ἐλαιοχρωματιστὴς εἶναι εἴτε ἠλεκτρολόγος κ.λπ., θὰ ψάχνη νὰ βρῆ νὰ δουλέψη σὲ μιὰ καλὴ οἰκογένεια, ὥστε νὰ νιώθη ἄνετα, γιατὶ σ᾿ ἕνα κοσμικὸ σπίτι θὰ βρίσκη τὸν μπελᾶ του. Ἕνας χριστιανὸς νοικοκύρης πάλι θὰ ψάχνη νὰ βάλη στὸ σπίτι του ἕναν καλὸ τεχνίτη, ποὺ νὰ εἶναι καὶ πιστὸς ἄνθρωπος. Ἔτσι θὰ ψάχνη καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος νὰ βρῆ ἕναν πνευματικὸ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μπορῆ νὰ συνεργασθῆ.
Σιγὰ-σιγὰ λοιπὸν θὰ γνωρισθοῦν μεταξύ τους οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα καὶ ἀπὸ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες. Τελικὰ ὁ διάβολος μὲ τὴν κακία του, χωρὶς νὰ τὸ θέλη, κάνει καλό: χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ γίδια. Θὰ χωρίσουν λοιπὸν τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ γίδια καὶ θὰ ζοῦν ὡς «μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» [1]. Καὶ βλέπεις, ἄλλοτε στὰ χωριὰ εἶχαν τσομπάνο καὶ ὁ κάθε χωρικὸς ἔδινε τὰ πρόβατα ἢ τὰ γίδια ποὺ εἶχε, ἄλλος πέντε, ἄλλος δέκα, καὶ βοσκοῦσαν πρόβατα καὶ γίδια μαζί, γιατὶ τὰ γίδια τότε ἦταν φρόνιμα καὶ δὲν χτυποῦσαν μὲ τὰ κέρατα τὰ πρόβατα. Τώρα τὰ γίδια ἀγρίεψαν καὶ χτυποῦν ἄσχημα τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ. Τὰ πρόβατα πάλι ψάχνουν καλὸ βοσκὸ καὶ κοπάδι μόνον ἀπὸ πρόβατα. Γιατὶ ἔτσι ποὺ ἔγινε ὁ κόσμος, εἶναι μόνο γιὰ ὅσους ζοῦν στὴν ἁμαρτία.
Γι᾿ αὐτὸ θὰ χωρίζωνται οἱ ἄνθρωποι καὶ θὰ ξεχωρίσουν τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ ἐρίφια. Ὅσοι θὰ θέλουν νὰ ζήσουν πνευματικὴ ζωή, σιγὰ-σιγὰ δὲν θὰ μποροῦν νὰ ζήσουν μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο· θὰ ψάχνουν νὰ βροῦν τοὺς ὁμοίους τους, ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, νὰ βροῦν Πνευματικό, καὶ θὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Καὶ αὐτὸ τὸ καλὸ τὸ κάνει τώρα ὁ διάβολος μὲ τὴν κακία του, χωρὶς νὰ τὸ θέλη. Ἔτσι βλέπουμε, ὄχι μόνο στὶς πόλεις ἀλλὰ καὶ στὰ χωριά, ἄλλους νὰ τρέχουν στὰ νταούλια, στὰ μπουζούκια κ.λπ., νὰ ζοῦν ἀδιάφορα, καὶ ἄλλους νὰ τρέχουν στὶς ἀγρυπνίες, στὶς παρακλήσεις, στὶς πνευματικὲς συγκεντρώσεις, καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ εἶναι δεμένοι μεταξύ τους. Στὰ δύσκολα χρόνια δημιουργεῖται μιὰ ἀδελφοσύνη πολὺ δυνατή. Στὸν πόλεμο δυὸ χρόνια ζήσαμε μαζὶ οἱ στρατιῶτες στὴν διλοχία καὶ ἤμασταν περισσότερο δεμένοι καὶ ἀπὸ ἀδέλφια, ἐπειδὴ ζήσαμε ὅλοι μαζὶ τὶς δυσκολίες, τοὺς κινδύνους. Ἤμασταν τόσο συνδεδεμένοι, ποὺ ἔλεγε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον «ἀδελφό».Ἦταν κοσμικοὶ ἄνθρωποι, μὲ κοσμικὰ φρονήματα, καὶ ὅμως δὲν ἤθελε νὰ χωρισθῆ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον. Οὔτε Εὐαγγέλιο εἶχαν διαβάσει οὔτε πνευματικὰ βιβλία. Εἶχαν τὴν ἁπλὴ κοσμικὴ μόρφωση, μὲ τὴν καλὴ ἔννοια, ἀλλὰ εἶχαν τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅλα, τὴν ἀγάπη, τὴν ἀδελφοσύνη. Τώρα τελευταῖα πέθανε ἕνας συστρατιώτης μας καὶ μαζεύτηκαν στὴν κηδεία του οἱ ἄλλοι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη. Ἦρθε καὶ ἐδῶ πρὸ ἡμερῶν ἕνας συστρατιώτης μου νὰ μὲ δῆ. Πῶς μὲ ἀγκάλιασε! Δὲν μποροῦσα νὰ βγῶ ἀπὸ τὰ χέρια του.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

Λογισμοὶ περὶ τῆς δημιουργίας οἰκογένειας
Τὶ νά εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐμποδίζει τοὺς νέους καὶ δὲν προχωροῦν στὸν γάμο καὶ τὴν οἰκογένεια; Πολλοὶ πιστεύουν πὼς ἡ ἀνεργία καὶ οἱ δύσκολες οἰκονομικὲς συνθῆκες εἶναι οὐσιαστικοί – λογικοὶ λόγοι γιὰ τὴν ἀποφυγὴ δημιουργίας οἰκογένειας. Κάποιοι ἄλλοι ἰσχυρίζονται πὼς σοβαρὴ αἰτία εἶναι ἡ μεγάλη διαφθορά, ἔλλειψη ἠθικῆς καὶ ἡ σκληρότητα τῆς σημερινῆς κοινωνίας. Μήπως τὰ πραγματικὰ αἴτια εἶναι ἄλλα; Μήπως εἶναι ὁ ἐγωισμός μας γιὰ τὴν ἀπόκτηση περισσοτέρων ἀγαθῶν μὲ σκοπό τὴν εὐδαιμονία ἤ τήν κοινωνική καταξίωση; Μήπως θέλουμε νὰ καλοπερνᾶμε μόνοι μας χωρὶς ὑποχρεώσεις καί οἰκογενειακές μέριμνες θεωρώντας πώς ἡ κατάλληλη ὥρα γιὰ ἐμᾶς δὲν ἦρθε ἀκόμα; Ὑπάρχουν καὶ ἄτομα ποὺ εἶναι συνειδητοποιημένα, ποὺ ἀναγνωρίζουν πὼς ἡ δημιουργία οἰκογένειας εἶναι ἕνα ὄμορφο δῶρο Θεοῦ, ὅμως δειλιάζουν νὰ κάνουν αὐτό τὸ βῆμα. Φοβοῦνται, προβληματίζονται γιὰ τὴν εὕρεση ἑνὸς καλοῦ συντρόφου. Μήπως δειλιάζουν νὰ πάρουν τὴν ἀπόφαση παραμένοντας σὲ μιὰ κατάσταση ἀνάπαυσης – ραθυμίας; Μήπως οἱ ἀπαιτήσεις κι αὐτῶν τῶν νέων εἶναι ὑπερβολικὲς καὶ προφασίζονται προφάσεις;
Ποία γενεὰ Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων δὲν ἀντιμετώπισε προβλήματα καὶ μάλιστα πιὸ σοβαρά; Ἅς δοῦμε λίγο τὴν ἱστορία μας ἐπὶ Φραγκοκρατίας, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἐπὶ Α΄ καὶ  Β΄ παγκοσμίου πολέμου τὶ ἔκαναν οἱ πρόγονοί μας, δὲν ἔκαναν οἰκογένεια μεταλαμπαδεύοντας τὴν πίστη καὶ τὶς ἀξίες τῆς παράδοσής μας ἀνόθευτα; Τίποτε δὲν τοὺς σταμάτησε ἀπὸ τὸ νὰ κάνουν οἰκογένεια· πάλευαν μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα στὸν Θεὸ καὶ τὰ κατάφερναν! Ἄν τότε ἐκεῖνες οἱ γενεές δὲν δημιουργοῦσαν χριστιανικὲς οἰκογένειες, θὰ ὑπήρχαμε σήμερα; Τότε τὰ πράγματα ἦταν ἀντικειμενικά πολὺ πιὸ δύσκολα ἀπ’ ὅτι σήμερα: πείνα, ἐμπόλεμη κατάσταση, ἐκμετάλλευση ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε κατακτητή, δύσκολες συνθῆκες ἐπιβίωσης, ὑψηλὸς δείκτης θνησιμότητας ἦταν τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
Τίποτε δὲν ἐμπόδισε αὐτὸ τὸ ἔθνος νὰ προχωρήσει, γιατὶ εἶχε πίστη στὸν Θεὸ. Ἀντίθετα, ὃταν αὐτές οἱ καλές προϋποθέσεις ὑπῆρχαν, ἄραγε ἄνθισε ὁ θεσμός τῆς οἰκογένειας; Δημιουργήθηκαν πολλὲς ἤ πολύτεκνες οἰκογένειες; Δυστυχῶς, γνωρίζουμε πολὺ καλὰ πὼς ἡ ἐποχή τῆς ὑλιστικῆς εὐδαιμονίας διέλυσε πολλὲς οἰκογένειες στὸ ὄνομα τῆς προόδου αὐξάνοντας τὰ διαζύγια, ἐνῷ οἱ ἐκτρώσεις ξεπερνοῦν ἀκόμα καὶ σήμερα τὶς 400.000 ἐτησίως στὴ χώρα μας. Τὸ παράδειγμα τῶν προγόνων μας εἶναι ἡ μόνη ἀσφαλής καὶ δοκιμασμένη ὁδός. Μὲ ἁπλότητα, πίστη στὸν Θεό καὶ συμμετοχή στὰ μυστήρια τῆς ἐκκλησίας μας μποροῦμε νὰ προχωροῦμε μπροστὰ χωρὶς φόβο ἀλλὰ μὲ ἐλπίδα.

Ρωμνιὸς Φιλόλογος

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017


Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας
Συλλογίσου πόσοι τύραννοι πολέμησαν τὴν Ἐκκλησία καὶ πόσους φοβεροὺς διωγμοὺς ξεσήκωσαν ἐναντίον της... Ὁ Αὔγουστος, ὁ Τιβέριος, ὁ Γάϊος, ὁ Νέρων, ὁ Βεσπασιανός, ὁ Τίτος καὶ ὅλοι οἱ διάδοχοί τους μέχρι τὸ Μέγα Κωνσταντίνο, ὅλοι ἦσαν εἰδωλολάτρες. Καὶ ὅλοι - ἄλλος ἠπιότερα, ἄλλος σκληρότερα - πολεμοῦσαν τὴν Ἐκκλησία. Τὴν πολεμοῦσαν ὅλοι. Κι ἂν μερικοὶ δὲν ξεσήκωναν οἱ ἴδιοι διωγμούς, ὅμως ἡ προσήλωσή τους στὴν εἰδωλολατρία ὑποκινοῦσε στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας ὅσους ἤθελαν νὰ τοὺς κολακέψουν.
Παρόλα αὐτά, τὰ κακόβουλα σχέδια καὶ οἱ ἐπιθέσεις τῶν εἰδωλολατρῶν διαλύθηκαν σὰν ἱστοὶ ἀράχνης, σκορπίστηκαν σὰν σκόνη, ἐξαφανίστηκαν σὰν καπνός. Ἀλλὰ καὶ ὅσα σχεδίαζαν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἔγιναν ἀφορμὴ νὰ προκύψει μεγάλη ὠφέλεια στοὺς χριστιανούς. Γιατὶ δημιούργησαν τὶς χορεῖες τῶν μαρτύρων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ θησαυρό, τοὺς στύλους, τοὺς πύργους τῆς Ἐκκλησίας.
Βλέπεις λοιπὸν τὴ θαυμαστὴ ἐκπλήρωση τῆς προφητείας; Πραγματικὰ «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Ἀπὸ τὰ παρελθόντα ὅμως, πίστευε καὶ γιὰ τὰ μέλλοντα. Καὶ στὸ μέλλον κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ νικήσει τὴν Ἐκκλησία. Γιατὶ ἂν δὲν κατόρθωσαν νὰ τὴ συντρίψουν ὅταν ἀριθμοῦσε λίγα μέλη, ὅταν ἡ διδασκαλία της φαινόταν καινούργια καὶ παράξενη, ὅταν τόσοι φοβεροὶ πόλεμοι καὶ τόσοι πολλοὶ διωγμοὶ ἀπὸ παντοῦ ξεσηκώνονταν ἐναντίον της, πολὺ περισσότερο δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὴ βλάψουν τώρα, ποὺ κυριάρχησε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη, ποὺ κυρίεψε ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ποὺ ἐξαφάνισε τοὺς βωμοὺς καὶ τὰ εἴδωλα, τὶς γιορτὲς καὶ τὶς τελετές, τὸν καπνὸ καὶ τὴν τσίκνα τῶν αἰσχρῶν θυσιῶν.
Πῶς πέτυχαν οἱ ἀπόστολοι ἕνα τόσο μεγάλο, ἕνα τόσο σπουδαῖο κατόρθωμα, ἔπειτα ἀπὸ τόσα ἐμπόδια; Ἀσφαλῶς μὲ τὴ θεϊκὴ καὶ ἀκαταμάχητη δύναμη Ἐκείνου, ποὺ προφήτεψε τὴ δημιουργία καὶ τὸ θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθεῖ, ἐκτὸς κι ἂν εἶναι ἀνόητος καὶ ἐντελῶς ἀνίκανος νὰ σκέφτεται.
Ἅγιος 'Ιωάννης Χρυσόστομος

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017


Ὁ Ἥλιος καὶ ὁ Ἀέρας
Ὁ Ἀέρας θύμωσε,
μὲ τὸν Ἥλιο μάλωσε.
Ὁ Ἀέρας ἔλεγε:
– Εἶμαι δυνατότερος!
Καὶ ὁ Ἥλιος ἔλεγε:
– Σὲ περνῶ στὴ δύναμη!
Ἕνας γέρος γεωργὸς
μὲ τὴ μαύρη κάπα του
στὸ χωράφι πήγαινε.
Ὁ Ἀέρας λάλησε:
– Ὅποιος ἔχει δύναμη
παίρνει ἀπὸ τὸν γέροντα
τὴ χονδρὴ τὴν κάπα του!
Φύσησε, ξεφύσησεν,
ἔσκασε στὸ φύσημα,
ἄδικος ὁ κόπος του.
Κρύωσεν ὁ γέροντας
καὶ διπλὰ τυλίχθηκε
στὴ χονδρὴ τὴν κάπα του.
Μὰ κι ὁ Ἥλιος λάλησε:
– Ὅποιος ἔχει δύναμη
παίρνει ἀπὸ τὸ γέροντα
τὴ χονδρὴ τὴν κάπα του!
Ἔφεξεν ὁλόλαμπρος,
καλοσύνη σκόρπισε,
κι ἔβγαλεν ὁ γέροντας
τὴ χονδρὴ τὴν κάπα του.
Πάλι ξαναλάλησε:
– Ἄκουσε καὶ μάθε το,
σὲ περνῶ στὴ δύναμη,
γιατὶ πᾶς μὲ τὸ κακὸ
κι ἐγὼ πάω μὲ τὸ καλό!

Γεώργιος Δροσίνης

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017


Ἡ ἀργία
Τέσσερα πράγματα νὰ μὴν ἐπιτρέψεις νὰ συμβοῦν μέσα μου. «Πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας». Μὴν ἐπιτρέψεις νὰ ὑπάρξει μέσα μου μία κατάσταση ἀργίας, τεμπελιᾶς, ραθυμίας, ἀκηδίας, ἀδιαφορίας, ἀνορεξίας. Αὐτὸ θὰ πεῖ ἀργία. Νὰ εἶμαι ἀργός, βραδύς, χωρὶς ἐσωτερικοὺς παλμούς, χωρὶς δυναμικὸ μέσα στὴν ψυχή μου. Ἕνας μουδιασμένος, μαραμένος, χωρὶς ἐνδιαφέρον γιὰ πνευματικά. Φοβερὴ ἀρρώστια, ἰδίως τῆς ἐποχῆς μας. Πολλὲς φορὲς βλέπουμε νέα παιδιὰ ἀνόρεκτα, μᾶλλον κουρασμένα -νὰ τὴν πῶ τὴν λέξη - βαριεστημένα, χωρὶς διάθεση, χωρὶς χυμούς, χωρὶς ἐνθουσιασμό. Δὲν μποροῦμε ἔτσι νὰ προχωρήσουμε. Λέει στὸ σοφὸ βιβλίο τῆς Κλίμακος ὅτι ἡ ἀργία εἶναι περιεκτικὸν τοῦ θανάτου στοιχεῖον, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο θυμίζει τὸν θάνατο στὸν ἄνθρωπο. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσει στὴ ζωὴ ἕνας ὁ ὁποῖος διακρίνεται ἀπὸ τεμπελιά; Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἀκηδία, αὐτὴ ἡ περὶ τὰ πνευματικὰ ἀδιαφορία, θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ θανάσιμα, ὀλέθρια γιὰ τὴν ψυχή μας, ἁμαρτήματα. Τὶς τελευταῖες ἡμέρες ἦλθε κάποιο παιδὶ ποὺ μὲ πλησίασε, γιὰ νὰ δοῦμε τί θὰ κάνουμε μὲ τὴ Θεία Κοινωνία καὶ μὲ τὴν ἐξομολόγηση.
- Τί κάνεις γιὰ τὸν Θεό, παιδί μου; ρώτησα.
- Δὲν ἔχω ὄρεξη γιὰ τίποτα, μοῦ ἀπαντᾶ. Δὲν μπορῶ.
-Λίγη προσευχὴ δὲν κάνεις; προχώρησα.
- Τίποτα. Ἕνα σταυρό, καὶ πέφτω στὸ κρεβάτι.
- Γιατί; Ποιὸς ὁ λόγος; Τί σὲ ἐμποδίζει; Τί σὲ πιέζει καὶ γίνεσαι τσιγγούνης στὸν Θεό;
-Νιώθω κουρασμένος, πάτερ.
-Τὸ πρωὶ ποὺ εἶσαι ξεκούραστος;
-Δὲν μπορῶ, βιάζομαι. Σηκώνομαι, ἀλλὰ τὸ ἀναβάλλω. Λέω ἀπὸ αὔριο. Δὲν ἔχω διάθεση. Δὲν ξέρω τί μοῦ φταίει.
Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀκηδία. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀργία. Αὐτὸ θέλει βία καὶ πίεση γιὰ νὰ καταπολεμηθεῖ. «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτὴν».
Αὐτοὶ ποὺ ξέρουν νὰ ζορίζονται, νὰ ἀσκοῦνται, νὰ ἐπιμένουν, νὰ ἀγωνίζονται, αὐτοὶ ἁρπάζουν τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ ποὺ ἀργοῦν, ποὺ τεμπελιάζουν, ποὺ δὲν μποροῦν, ποὺ παραδίδονται ἔτσι στὸν χαλαρὸ ἑαυτὸ τοὺς αὐτοὶ μένουν δίχως γεύσεις, δίχως καρπούς. Αὐτὸ μὲ δύο λέξεις σημαίνει, χωρὶς ἀγώνα, χωρὶς ἄσκηση, τὰ πράγματα δὲν θὰ μπορέσουν νὰ πάρουν τὴν καλὴ πορεία γιὰ τὴν ψυχή μας. Νά γιατὶ ξεκινοῦμε τὴ σαρακοστιανὴ προσευχή μας ζητώντας νὰ μὴν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς τὴν ἀργία καὶ τὴν ἀκηδία καὶ τὴ ραθυμία στὴν ψυχή μας.

Μητρ. Μεσογαίας Νικόλαος